Το Τοπικό Αρχαιολογικό Μουσείο Λεδρών, Τμήμα Αρχαιοτήτων Κύπρου,στο κέντρο της Λευκωσίας, πίσω από το κτίριο της ΠΑ.ΣΥ.ΔΥ φιλοξενεί τα ευρήματα της ανασκαφής στο λόφο του Αγ.Γεωργίου που ξεκίνησαν το 1996. Ήταν τότε που η κυβέρνηση είχε αποφασίσει ότι θα γίνει αναδιαμόρφωση του τριγώνου της Αρχιγραμματείας και το κτήριο της Βουλής είχε χωροθετηθεί στον λόφο. Οι πρώτες ανασκαφές έφεραν στο φως αρχαιότητες και μετά από συστηματικές ανασκαφές που διήρκεσαν μέχρι το 2010 ήρθαν στο φως στοιχεία που οδηγούν στο αρχαίο βασίλειο των Λεδρών, ή Λήδρας, το αρχαίο βασίλειο της Λευκωσίας, ένα από τα δέκα της Κύπρου. Το Μουσείο άνοιξε επίσημα το 2023 και τα σημαντικότερα ευρήματα βρίσκονται σήμερα στις δύο αίθουσες του μουσείου στο διώροφο κτίριο που παρέμεινε ως αντιπροσωπευτικό δείγμα από την εποχή της Αγγλοκρατίας.
Σήμερα βρίσκονται σε εξέλιξη τρία σημαντικά ερευνητικά προγράμματα που αφορούν τη μελέτη και τελική δημοσίευση του υλικού από τις ανασκαφές αυτές, ένα χώρο ιδιαίτερης σημασίας για την κατανόηση της ιστορίας της πόλης από την αρχαιότητα έως τους νεότερους χρόνους. Οι αρχαιολόγοι Δρ. Δέσπω Πηλείδου και Δρ. Άννα Γεωργιάδου μας μίλησαν για αυτά σε μία επίσκεψη στο χώρο του μουσείου.
Το πρώτο ερευνητικό πρόγραμμα έχε χρηματοδοτηθεί από το Leon Levy and Shelby White Foundation (Harvard University) και επικεντρώνεται στη μελέτη και δημοσίευση του ανασκαφικού υλικού που προέκυψε από τις ανασκαφές που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 1996 και 2010 υπό τη διεύθυνση της αρχαιολόγου Δρος Δ. Πηλείδου, πρώην Εφόρου Αρχαιοτήτων του Τμήματος Αρχαιοτήτων Κύπρου. Η υλοποίηση του προγράμματος ξεκίνησε τον Ιούλιο του 2025 και θα διαρκέσει τρία χρόνια. Στο πλαίσιο του έργου ετοιμάζονται τέσσερις τόμοι που θα δημοσιευθούν στην επιστημονική σειρά Studies in Mediterranean Archaeology (SIMA) και θα παρουσιάζουν τόσο τα αρχιτεκτονικά κατάλοιπα όσο και τη μελέτη των αντικειμένων που βρέθηκαν στον χώρο.
«Θα περιλαμβάνουν την έκθεση των ανασκαφών και τις μελέτες για όλες τις κατηγορίες ευρημάτων – κεραμική, ειδώλια, νομίσματα και επιγραφές, εργαλεία από λίθο και μέταλλο, υφαντικά και άλλα βάρη, όπως και τα βοτανολογικά και ζωολογικά κατάλοιπα» εξηγεί η Δρ.Πηλείδου.
Οι τόμοι αυτοί θα τεκμηριώσουν την ιστορία της Λευκωσίας διαχρονικά, από την Ύστερη Χαλκολιθική (2800-2500π.Χ.) στην πρώιμη εποχή του Χαλκού, και μετά την ίδρυση του βασιλείου των Λεδρών στην Αρχαϊκή περίοδο, την καταστροφή και αναδόμηση στον 4ο αιώνα π.Χ. και την ίδρυση του Ελληνιστικού οικισμού.
«Οι ανασκαφές αυτές έδωσαν την δυνατότητα να ερμηνευτούν παλιότερα ευρήματα από μικρές σωστικές ανασκαφές στην περιοχή και να συσχετισθούν τα νεκροταφεία των Αγίων Ομολογητών με τον οικισμό. Πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή είναι η μεγαλύτερη σε κλίμακα ανασκαφή στην πρωτεύουσα και για πρώτη φορά δίνεται η ευκαιρία της μελέτης της ιστορίας της Λευκωσίας, η αναγνώριση της σημασίας της και η δυνατότητα σύγκρισης του υλικού με άλλα βασίλεια.» τονίζει η Δρ.Πηλείδου.
Ο πρώτος τόμος θα επικεντρωθεί σε μια μικρή αλλά ιδιαίτερα σημαντική περιοχή της ανασκαφής, όπου εντοπίστηκε ένας από τους σημαντικότερους θησαυρούς αργυρών νομισμάτων της Κύπρου.
«Εκεί βρέθηκε ένας πολύ σημαντικός θησαυρός αργυρών νομισμάτων, ο παλαιότερος της Κύπρου, που μας δίνει πολύτιμες πληροφορίες τόσο για την πρώιμη νομισματοκοπία όσο και για τον ίδιο τον χώρο. Το υλικό αυτό ανήκει στη Λήδρα της αρχαϊκής και κλασικής περιόδου. Στον πρώτο τόμο θα εστιάσουμε σε αυτό, και έπειτα θα συνεχίσουμε με το υπόλοιπο, που αφορά πολύ μεγαλύτερη έκταση», αναφέρει η Δρ.Πηλείδου.
Ένα από τα πιο σημαντικά ευρήματα της θέσης είναι αγγείο του τελευταίου τετάρτου του 4ου αιώνα π.Χ. που φέρει επιγραφή στην κυπροσυλλαβική γραφή και αναφορά σε «Άνακτα». Η επιγραφή δηλώνει ιδιοκτησία: «Ανήκω στον Άνακτα Τιμά». Η αναφορά αυτή είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς ο όρος «Άναξ» δεν σημαίνει απαραίτητα βασιλιά. Θα μπορούσε να αφορά μέλος βασιλικής οικογένειας ή έναν τοπικό άρχοντα. Εάν πράγματι υπήρχε Άνακτας στη Λήδρα τον 4ο αιώνα π.Χ., αυτό ίσως υποδηλώνει μια μορφή τοπικής διοίκησης μετά την καταστροφή του βασιλείου, πιθανώς υπό την εποπτεία άλλου κυπριακού κέντρου.
Μεγάλο μέρος των ευρημάτων φυλάσσεται στις αποθήκες της ανασκαφής στον εξωτερικό χώρο του μουσείου, ενώ άλλα βρίσκονται στο Κυπριακό Μουσείο, από όπου μεταφέρονται περιοδικά για μελέτη και σχεδίαση. «Πολλά έχουν ήδη σχεδιαστεί και φωτογραφηθεί, τώρα όμως εντάσσονται σε ειδικά κεφάλαια και μελετώνται από εξειδικευμένους συνεργάτες», σημειώνει.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη μελέτη των λίθινων εργαλείων, μιας κατηγορίας που μέχρι πρόσφατα είχε παραμεληθεί αλλά σήμερα αποκαλύπτει σημαντικά στοιχεία για την παραγωγική δραστηριότητα στον χώρο.«Σήμερα τα λίθινα εργαλεία μάς αποκαλύπτουν εντυπωσιακά στοιχεία για τα εργαστήρια και τα υλικά που επεξεργάζονταν.» αναφέρει η Δρ.Πηλείδου.
Παράλληλα, θα εξεταστούν τα υφαντικά βάρη που έχουν βρεθεί στον χώρο, αρκετά από τα οποία φέρουν επιγραφές ή σφραγίσματα, γεγονός που δείχνει ότι η υφαντική αποτελούσε σημαντική δραστηριότητα για την τοπική οικονομία. «Έχουμε πολλά δείγματα, ακόμη και ενεπίγραφα ή ενσφράγιστα, άρα θα υπάρξει ξεχωριστό κεφάλαιο ώστε να αναδειχθεί αυτή η πτυχή της βιοτεχνίας», σημειώνει. «Το ίδιο ισχύει και για τη μεταλλουργία: διαθέτουμε πολλά κατάλοιπα (waste materials), αλλά και αντικείμενα από χαλκό και κυρίως σίδηρο. Μεταξύ των ευρημάτων υπάρχει και θραύσμα από μια σφίγγα, καθώς και αιχμές βελών, όλα από την ίδια περιοχή.», προσθέτει.
«Ό,τι υπάρχει στο μουσείο και ό,τι μελετούμε προέρχεται από εδώ. Η δημοσίευση αυτή αποτελεί ουσιαστικά την τεκμηρίωση της ανασκαφής και τη μελέτη των ευρημάτων, κάτι αναγκαίο λόγω της σημασίας του χώρου.» εξηγεί η Δρ,Πηλείδου.
Η μελέτη της κεραμικής
Παράλληλα με τη βασική μελέτη της ανασκαφής, βρίσκονται σε εξέλιξη δύο ακόμη ερευνητικά προγράμματα που ενισχύουν την προσπάθεια κατανόησης της ιστορίας της αρχαίας Λήδρας και εστιάζουν στην κεραμική, τα οποία αποτελούν ερευνητική πρόταση της αρχαιολόγου Δρος Άννας Γεωργιάδου και υλοποιούνται στο Πανεπιστήμιο Κύπρου σε συνεργασία με το Τμήμα Αρχαιοτήτων
Το πρώτο είναι το έργο Νησίδες Αριστείας του Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας (ΙδΕΚ) με ακρωνύμιο Ledra (EXCELLENCE/0524/0200), ενώ το δεύτερο είναι το πρόγραμμα Legacy Data into the Spotlight from Endangered Sites in Cyprus (LeDaCy). Τα προγράμματα αυτά χρηματοδοτούνται από διαφορετικές πηγές και συμβάλλουν στη διεύρυνση της έρευνας για την αρχαία κεραμική παραγωγή, ιδιαίτερα σε ζητήματα τεχνολογικής τεκμηρίωσης και ανάλυσης των αγγείων.
«Η μελέτη της κεραμικής, ιδίως μέσω χημικών και πετρογραφικών αναλύσεων, θα μας δείξει αν υπήρχαν τοπικά εργαστήρια και πώς συνδέεται η παραγωγή της Λήδρας με άλλα βασίλεια», εξηγεί η Δρ.Γεωργιάδου. Παράλληλα, η τυπολογία και η σύσταση του πηλού εξετάζονται για να διαπιστωθεί αν ορισμένα αγγεία είχαν εισαχθεί από άλλα κέντρα του νησιού ή από άλλες περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου.
Στον χώρο έχουν εντοπιστεί πολλά απορρίμματα παραγωγής, καμένα αγγεία και αποτυχημένα προϊόντα («σκάρτα»), στοιχεία που υποδηλώνουν την ύπαρξη τοπικών εργαστηρίων κατά τις διάφορες περιόδους κατοίκησης της θέσης.
Η θέση Καφίζιν
Τα επιγραφικά ευρήματα ανοίγουν επίσης ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον κεφάλαιο για την πολιτική, οικονομική και κοινωνικήιστορία της περιοχής. Η μελέτη εστιάζει επίσης σε ένα ιερό, ενσωματώνοντας κεραμικό υλικό από το Νυμφαίο στη θέση Καφίζιν. Το σπήλαιο-ιερό, σε λόφο στα προάστια της Αγλαντζιάς, βρίσκεται εντός της ζώνης κατάπαυσης του πυρός (Πράσινη Γραμμή) και δεν είναι προσβάσιμο. Το Νυμφαίο, χρονολογούμενο στην Ελληνιστική περίοδο, έχει αποδώσει ένα εντυπωσιακό σύνολο αγγείων με επιγραφές σε αλφαβητική και κυπροσυλλαβική γραφή, τα οποία φυλάσσονται στο Κυπριακό Μουσείο. Η ψηφιοποίηση και μελέτη του υλικού αυτού αναμένεται να μας βοηθήσει να κατανοήσουμε αν και πώς συνδεόταν το ιερό με την πόλη της Λήδρας κατά την Ελληνιστική περίοδο.

Ο Πεδιαίος και η τοπογραφία της πόλης
Η τοπογραφία του χώρου φαίνεται ότι έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη μακροχρόνια κατοίκηση της περιοχής. Ο ποταμός Πεδιαίος λειτουργούσε ως πηγή νερού, ως φυσικό όριο αλλά και ως δίαυλος μεταφοράς προς τη θάλασσα. Η παρουσία του συνδέεται με την ανάπτυξη εργαστηρίων, ιερών αλλά και οικιστικών ζωνών.
«Αρχαιολογικά δεδομένα δείχνουν ότι η παλαιά κοίτη του ποταμού περνούσε πολύ κοντά στο Λόφο Αγίου Γεωργίου και αποτελούσε βασικά το δυτικό σύνορο του οικισμού. Αυτό επιβεβαιώθηκε και από άλλες ανασκαφές στην πόλη και συγκεκριμένα στην περιοχή του παλιού ΓΣΠ πριν την ανάπλασή του, του κτηρίου του ΘΟΚ και στη θέση του παλιού νοσοκομείου όπου κτίζεται σήμερα το νέο Κυπριακό Μουσείο», επισημαίνει η Δρ.Πηλείδου.
Μια πόλη με συνεχή κατοίκηση
Η Λευκωσία παρουσιάζει μια μοναδική ιδιαιτερότητα στον κυπριακό χώρο. «Είναι από τις λίγες πόλεις με σχεδόν συνεχή κατοίκηση στον ίδιο χώρο για σχεδόν πέντε χιλιετίες», επισημαίνει η Δρ.Πηλείδου.
Σε αντίθεση με άλλες πόλεις της Κύπρου, όπου οι οικισμοί μετακινήθηκαν, η Λευκωσία παρέμεινε ουσιαστικά στην ίδια θέση από την αρχαϊκή περίοδο έως σήμερα. Η πόλη δεν ήταν ένα πολυτελές αστικό κέντρο με εντυπωσιακά μνημεία, αλλά ένα δυναμικό κέντρο αγροτικής οικονομίας και βιοτεχνίας όπως και ένας σταθμός προς τις πόλεις λιμάνια. Ακριβώς αυτός ο χαρακτήρας φαίνεται ότι εξασφάλισε τη μακροβιότητά της.
Ένας ψηφιακός χάρτης της ιστορίας της αρχαίας πόλης
Πέρα από τη δημοσίευση των τεσσάρων τόμων, οι ερευνητές δημιουργούν μια ψηφιακή βάση δεδομένων που θα περιλαμβάνει ημερολόγια ανασκαφής, καταλόγους, φωτογραφίες και περιγραφές των ευρημάτων.
Παράλληλα, θα παραχθούν ψηφιακοί χάρτες με χρήση GIS, οι οποίοι θα επιτρέπουν την παρακολούθηση της εξέλιξης του οικισμού μέσα στον χρόνο. «Ο χάρτης αυτός υλοποιείται με βάση τα στοιχεία από σωστικές ανασκαφές στην περιοχή από το Τμήμα Αρχαιοτήτων, και από άλλα αρχεία, με σκοπό να κατανοήσουμε την τοπογραφική οργάνωση της αρχαίας πόλης και των νεκροπόλεων της. Γίνεται επίσης χαρτογράφηση στοιχείων από παλαιές πηγές και αναφορές, τις οποίες προσπαθούμε να ταυτοποιήσουμε, να τις σημειώσουμε και να δούμε αν συμπίπτουν με νεότερα ευρήματα. Έχουμε ήδη μια αρχική εικόνα, αλλά στόχος είναι να παρουσιαστούν όλα τα στοιχεία και ψηφιακά,σε ένα χάρτη ώστε να φαίνεται διαχρονικά η εξέλιξη της αρχαίας Λευκωσίας.» εξηγεί η Δρ.Πηλείδου.
«Και φυσικά η σύνθεση του χάρτη αυτού θα εμπλουτιστεί με πληροφορίες από τη μελέτη των σωζόμενων υλικών καταλοίπων από τους τάφους και τον οικισμό. Στόχος μας είναι ο ψηφιακός χάρτης με την ολοκλήρωσή του να προβληθεί στο Μουσείο Λεδρών. Οι χάρτες αυτοί θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο για επιστημονική έρευνα όσο και για την παρουσίαση του χώρου στους επισκέπτες.» προσθέτει.
Στόχος της ερευνητικής ομάδας είναι να συνθέσει μια ολοκληρωμένη εικόνα της Λήδρας και να εντάξει τη Λευκωσία στον ευρύτερο χάρτη των αρχαίων πόλεων της Κύπρου με τρόπο τεκμηριωμένο και σύγχρονο.
