Στο ιστορικό και πρόσφατα ανακαινισμένο μνημείο της Πύλης Αμμοχώστου, η Έφορος Αρχαιοτήτων, Ευτυχία Ζαχαρίου, παρουσίασε το όραμα και την πρόοδο των εργασιών για το Νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Κύπρου, ένα έργο πνοής που αναμένεται να επαναπροσδιορίσει την πολιτιστική ταυτότητα του νησιού το 2028.
Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης που διοργάνωσαν οι «Φίλοι της Λευκωσίας», αναλύθηκε η ιστορική διαδρομή του θεσμού από το 1882 μέχρι σήμερα, ενώ δόθηκαν λεπτομέρειες για το νέο μουσειολογικό και εκθεσιακό σκεπτικό που θα διέπει τη νέα δομή.

Από το Cyprus Museum του 1882 στο νέο μουσείο του 2028
Ξεκινώντας από την ιστορική διαδρομή του θεσμού, η Έφορος Αρχαιοτήτων ανέφερε ότι, αν το Τμήμα Αρχαιοτήτων αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα κυβερνητικά τμήματα της Κύπρου, ιδρυθέν με τον περί Αρχαιοτήτων Νόμο του 1935, το Κυπριακό Μουσείο «πηγαίνει ακόμη πιο πίσω». Όπως είπε, ο θεσμός ιδρύθηκε υπό την ονομασία Cyprus Museum το 1882, τέσσερα χρόνια μετά την προσάρτηση της Κύπρου στη Μεγάλη Βρετανία.
Κατά τον 19ο αιώνα και τις αρχές του 20ού αιώνα, όταν η Κύπρος βρισκόταν αρχικά υπό την Οθωμανική Αυτοκρατορία και αργότερα έγινε βρετανική αποικία, η δράση επισκεπτών και ξένων αξιωματούχων σε σχέση με την ανεύρεση αρχαιοτήτων, την εξαγωγή και την πώλησή τους ήταν εκτεταμένη. Όπως ανέφερε η κ. Ζαχαρίου, η Κύπρος, όπως και οι υπόλοιπες χώρες της Ανατολής και του αραβικού κόσμου, αντιμετωπιζόταν από τη δυτική διανόηση μέσα από το πρίσμα των στερεοτυπικών προσεγγίσεων του οριενταλισμού.
Ο οθωμανικός κανονισμός του 1869 και ο μεταγενέστερος οθωμανικός περί αρχαιοτήτων νόμος του 1874 αποτέλεσαν τα πρώτα νομοθετήματα που προέβλεπαν το δικαίωμα του κράτους στις αρχαιότητες. Με τη βρετανική διοίκηση του νησιού, η ίδρυση μουσείου υπήρξε σταθερό αίτημα των Κυπρίων. Αποκορύφωμα αυτού του αιτήματος ήταν η συνάντηση αντιπροσωπίας αποτελούμενης από τον Kadi, τον Αρχιεπίσκοπο και τον Mufti με τον τότε Ύπατο Αρμοστή της Βρετανίας Robert Biddulph, στον οποίο παραδόθηκε ψήφισμα με το οποίο ζητείτο η ίδρυση μουσείου. Τα επιχειρήματα που προβάλλονταν ήταν ότι ένα μουσείο θα είχε θετική επιρροή στη σκέψη και στην καλλιέργεια της αισθητικής, θα προωθούσε τη σπουδή της ιστορίας και θα προσέλκυε ξένους διανοουμένους στο νησί για να μελετήσουν τις αρχαιότητές του.
Έτσι, το Κυπριακό Μουσείο ιδρύθηκε υπό την εποπτεία της αποικιοκρατικής κυβέρνησης ως κυβερνητική οντότητα. Οι πρώτες αρχαιότητες της συλλογής φυλάχθηκαν σε γραφεία στα κυβερνητικά κτίρια της Αρχιγραμματείας, δηλαδή στο σημερινό Υπουργείο Εσωτερικών. Για να καταστεί προσβάσιμη στο κοινό, η συλλογή μεταφέρθηκε το 1889 σε κτήριο στην οδό Βικτωρίας 7, εντός των τειχών Λευκωσίας, σήμερα στη νεκρή ζώνη. Στις 16 Μαΐου 1891 το πρώτο Κυπριακό Μουσείο άνοιξε για πρώτη φορά στο κοινό, με τα έξοδά του να καλύπτονται αποκλειστικά από συνδρομές Κυπρίων πολιτών.
Το 1901, με τον θάνατο της βασίλισσας Βικτωρίας, λήφθηκε η απόφαση ανέγερσης νέου κτηρίου του Κυπριακού Μουσείου εις μνήμην της, ενώ το 1905 ψηφίστηκε ο πρώτος περί αρχαιοτήτων νόμος της αποικιακής κυβέρνησης. Ο νέος νόμος καθιστούσε αναγκαία την ανέγερση νέου μουσείου και προέβλεπε αυστηρότερο έλεγχο των ανασκαφών, με τις αρχαιότητες να αποτελούν πλέον περιουσία του κράτους, πρόνοια που συνέβαλε, όπως σημείωσε, στην ουσιαστική αύξηση των συλλογών του Κυπριακού Μουσείου.
Το 1901 προκηρύχθηκε αρχιτεκτονικός διαγωνισμός για το κτήριο του μουσείου, με βασικό όρο να είναι δυνατές οι μελλοντικές επεκτάσεις του. Η έλλειψη, ωστόσο, χρημάτων οδήγησε τις αρχές να απευθύνουν έκκληση στο κοινό ώστε να συνεισφέρει μέσω συνδρομών αλλά και να παραδώσει αρχαιότητες που είχε στην κατοχή του. Η πρόταση του Έλληνα Νικολάου Μπαλάνου, μέλους της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας και τότε υπεύθυνου της αναστήλωσης μνημείων της Ακρόπολης, επιλέχθηκε τελικά, καθώς, κατά την επιτροπή, απέπνεε μια αρχαϊκή απλότητα σε συνδυασμό με τη μεγαλοπρέπεια των αιθουσών, οι οποίες μπορούσαν εύκολα να αυξηθούν σε αριθμό στα επόμενα χρόνια.
Η ανέγερση του κτηρίου άρχισε στις 5 Οκτωβρίου 1907 υπό την επίβλεψη του George Jeffrey, εφόρου αρχαίων μνημείων. Ο Μπαλάνος επέβλεψε στην Αθήνα την κατασκευή από πεντελικό μάρμαρο της τετράστυλης πρόσοψης κατά το ναό της Αθηνάς Νίκης στην Ακρόπολη. Τα μαρμάρινα στοιχεία έφθασαν από τον Πειραιά στο λιμάνι της Αμμοχώστου και από εκεί μέσω του σιδηροδρόμου στη Λευκωσία. Η πρώτη φάση ανέγερσης ολοκληρώθηκε το 1909 και οι συλλογές μεταφέρθηκαν από το πρώτο μουσείο στην οδό Βικτωρίας. Το κτήριο συνέχισε να επεκτείνεται ανάλογα με τις κυβερνητικές χορηγίες μέχρι το 1924, ενώ άλλες μικρότερες προσθήκες έγιναν μέχρι το 1951, ώστε να λάβει τη μορφή που έχει σήμερα.
Ο περί Αρχαιοτήτων Νόμος του 1935, με τον οποίο ιδρύθηκε το Τμήμα Αρχαιοτήτων, έθεσε αυστηρότερο πλαίσιο στη διαχείριση αρχαιοτήτων. Το Τμήμα Αρχαιοτήτων εξακολουθεί να είναι η αρμόδια αρχή για τις ανασκαφές, τα αρχαία μνημεία, τους αρχαιολογικούς χώρους και τα μουσεία, μεταξύ των οποίων και το Κυπριακό Μουσείο, στο οποίο εδρεύει.
Εκτός από τη μόνιμη έκθεση, το Κυπριακό Μουσείο στεγάζει τις κεντρικές αποθήκες φύλαξης αρχαιοτήτων, εργαστήρια συντήρησης, βιβλιοθήκη και αρχεία. Στο κτήριο αυτό έχουν λάβει χώρα καθοριστικά για την κυπριακή αρχαιολογία γεγονότα, ενώ έχουν εργαστεί, φιλοξενηθεί και ξεναγηθεί σημαντικές μορφές της κυπριακής και της παγκόσμιας αρχαιολογίας, αλλά και ιστορικές και πολιτικές προσωπικότητες.
Το αποικιακό αποτύπωμα και οι νέες αναγνώσεις
Το Κυπριακό Μουσείο, όπως επεσήμανε, δεν έμεινε ανεπηρέαστο από τα τραγικά γεγονότα της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας. Μετά το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή του 1974, εκκενώθηκε ως μέτρο έκτακτης ανάγκης.
«Αδιαμφισβήτητα», πρόσθεσε, το Κυπριακό Μουσείο, κηρυγμένο πλέον αρχαίο μνημείο πρώτου πίνακα, διατηρεί, μέσα από τα αρχιτεκτονικά του χαρακτηριστικά αλλά και εν μέρει μέσα από την παρουσίαση της συλλογής του, «την ανάμνηση της αποικιακής του ταυτότητας». Μια ανάμνηση που οι νεότερες γενιές της Κύπρου, λιγότερο ίσως επηρεασμένες από το τραύμα της αποικιακής πραγματικότητας, επιθυμούν να εξερευνήσουν, να επαναπροσεγγίσουν και συχνά να αποδομήσουν.
Το Κυπριακό Μουσείο, συνέχισε, λειτούργησε μέσα στα χρόνια και λειτουργεί ακόμη ως ένας «εξαιρετικά φιλόξενος χώρος» για εναλλακτικές αφηγήσεις, όπως περιοδικές εκθέσεις που πραγματεύονται αρχαιολογικά θέματα μέσα από σύγχρονες και διαθεματικές προσεγγίσεις. Φιλοξενεί συστηματικά προτάσεις σύγχρονων καλλιτεχνών, ιστορικών τέχνης, μουσειοπαιδαγωγών και ερευνητών, οι οποίοι εμπνέονται από το μουσείο, την ιστορία του και τις συλλογές του.
Με την ευκαιρία της Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η έκθεση του Κυπριακού Μουσείου έχει πρόσφατα αναβαθμιστεί και, όπως είπε, καταβλήθηκε μεγάλη προσπάθεια ώστε οι εργασίες αυτές να λειτουργήσουν εν μέρει και ως προετοιμασία της έκθεσης του Νέου Αρχαιολογικού Μουσείου Κύπρου. «Θελήσαμε να εγκύψουμε με προσοχή και αγάπη πάνω από την έκθεση του Κυπριακού Μουσείου», ανέφερε, εξηγώντας ότι επιδίωξαν να αναδείξουν τα πολλαπλά επίπεδά της, την ιστορική αύρα του χώρου, να αναβαθμίσουν αισθητικά την παρουσίαση των αρχαιοτήτων και, με λιτές αλλά ουσιαστικές χειρονομίες, να συμπληρώσουν χρονολογικά κενά, να φωτίσουν καίριες θεματικές σύμφωνα με τα ανασκαφικά δεδομένα των τελευταίων χρόνων και να ενισχύσουν την έκθεση με εποπτικό υλικό. Παράλληλα, η κάλυψη των αναγκών συντήρησης των εκθεμάτων αποτέλεσε ιδιαίτερα σημαντική εργασία, σε συνάρτηση με τις απαιτήσεις του έργου για το νέο μουσείο.
Γιατί δεν αρκούσε πια το υφιστάμενο μουσείο
Όπως εξήγησε η κ. Ζαχαρίου, οι επαγγελματίες των μουσείων καλούνται σήμερα να πραγματεύονται μουσειολογικά και μουσειογραφικά ζητήματα «με πολύ διαφορετικούς τρόπους» από ό,τι τα μουσεία του 19ου αιώνα, στην περίοδο του σχηματισμού των εθνικών κρατών. Η προσβασιμότητα σε όλους τους επισκέπτες, οι νέες τεχνολογίες, η παγκοσμιοποίηση, η κλιματική αλλαγή, τα κινήματα και οι πρακτικές αποαποικιοποίησης, η μετανάστευση, τα δικαιώματα των μειονοτήτων και η ισότητα των φύλων είναι μόνο μερικές από τις παραμέτρους που καλούνται να λάβουν υπόψη στη διαχείριση των μουσείων και των συλλογών.
Η ανάγκη για επέκταση και επανέκθεση της συλλογής του Κυπριακού Μουσείου, σε συνδυασμό με την επιτακτική ανάγκη δημιουργίας κατάλληλων υποδομών για την οργάνωση εκθέσεων και προγραμμάτων, αλλά και σύγχρονων χώρων αποθήκευσης αρχαιοτήτων και εργαστηρίων, οδήγησε την κυπριακή πολιτεία, αντί της ανακαίνισης και επέκτασης του υφιστάμενου κτηρίου, στην απόφαση οικοδόμησης ενός νέου κτηρίου με μεγαλύτερο εκθεσιακό αποτύπωμα και με πολύ μεγαλύτερους χώρους για τη διαχείριση της διαρκώς αυξανόμενης συλλογής του.

Το παρασκήνιο του έργου
Η ομάδα της Εφορείας Μουσείων του Τμήματος Αρχαιοτήτων, με επικεφαλής την προκάτοχό της, Έφορο Αρχαιοτήτων Δρα Δέσπω Πηλείδου, ξεκίνησε ήδη από το 2015 να διαμορφώνει το νέο εκθεσιακό σκεπτικό. Το νέο εκθεσιακό υλικό έχει ως πυρήνα τα αντικείμενα της υφιστάμενης έκθεσης του Κυπριακού Μουσείου. Από αυτόν τον αρχικό πυρήνα αποφασίστηκε να αφαιρεθούν αντικείμενα που δεν έχουν τεκμηριωμένες συνθήκες εύρεσης και να προστεθούν περισσότερα νέα ευρήματα, οδηγώντας τελικά σε σημαντική αύξηση του αριθμού των εκθεμάτων.
Όπως τόνισε, για ένα τόσο μεγάλο και σημαντικό έργο οι εργασίες απασχολούν, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, όλες τις βαθμίδες και ειδικεύσεις του προσωπικού του Τμήματος Αρχαιοτήτων. Εκτός από τον διευθυντή και την έφορο, η ομάδα απαρτίζεται από τρεις αρχαιολογικούς λειτουργούς, μία συντηρήτρια και μία τεχνικό με ειδίκευση στη συντήρηση, ενώ στις εργασίες συμβάλλουν το τεχνικό προσωπικό του Τμήματος, το προσωπικό των αποθηκών, το λογιστήριο, το φωτογραφικό αρχείο και άλλοι.
Η κατακύρωση της εργολαβίας στην κοινοπραξία Cyfield-Iacovou έγινε τον Δεκέμβριο του 2022 και η κατάθεση του θεμελίου λίθου για το νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Κύπρου τον Ιανουάριο του 2023. Το Τμήμα Αρχαιοτήτων προχώρησε επίσης στην πρόσληψη τεσσάρων αρχαιολόγων, μίας αρχαιολόγου-μουσειολόγου και δέκα συντηρητών με συμβόλαιο εργοδοτούμενου ορισμένου χρόνου για τις ανάγκες του έργου.
Το τελευταίο διάστημα, η ομάδα εργάζεται εντατικά για την οριστικοποίηση του αρχαιολογικού περιεχομένου του νέου μουσείου. «Βρισκόμαστε πλέον στο στάδιο ολοκλήρωσης της αναθεώρησης της μουσειολογικής, μουσειογραφικής και γραφιστικής μελέτης», ανέφερε, προσθέτοντας ότι έχει ήδη εκπονηθεί και μελέτη για τα συστήματα αποθήκευσης των αρχαιοτήτων.
Από τον «παθητικό δέκτη» στις πολλαπλές ταυτότητες
Ερχόμενη στην ουσία του μουσειολογικού σχεδιασμού, η κ. Ζαχαρίου τόνισε ότι η μετάβαση από την αντίληψη που διέπει το Κυπριακό Μουσείο στην αντίληψη που καλείται να εκφράσει το νέο μουσείο αποτέλεσε μία σύνθετη διαδικασία, η οποία απαίτησε σημαντικά και πολυεπίπεδα βήματα.
Η παλαιά έκθεση, όπως εξήγησε, ακολουθεί τη μουσειακή λογική που ήθελε την οργάνωση του υλικού σε θεματικές ενότητες με άξονες το υλικό και τη μορφή. Έτσι, μετά τη χρονολογική αντιμετώπιση της προϊστορίας στις δύο πρώτες αίθουσες, από την Επιπαλαιολιθική μέχρι τη Μέση Εποχή του Χαλκού, οι υπόλοιπες δεν ακολουθούν χρονολογική διάταξη αλλά περιέχουν αντικείμενα οργανωμένα σε τυπολογικές κατηγορίες, όπως κεραμική, γλυπτική, μικροτεχνία και επιγραφές, μέσα από μία διαχρονική αντιμετώπιση.
Σε αυτό το σχήμα κυριαρχεί το αντικείμενο και προβάλλεται μία αφήγηση: πώς εξελίχθηκε η κάθε τάξη αρχαιολογικού υλικού στο πέρασμα των αιώνων, ενίοτε υπό την επιρροή των πολιτισμών που κατέκτησαν πολιτικά, στρατιωτικά ή πολιτισμικά το νησί. Αντικατοπτρίζοντας την κυρίαρχη τάση στην αρχαιολογική έρευνα, η Κύπρος προβάλλεται έτσι να έχει μία και μοναδική ταυτότητα: ένα σταυροδρόμι πολιτισμών, έναν «παθητικό δέκτη» ξένων επιρροών, στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και της φυσιογνωμίας της οποίας επέδρασαν καταλυτικά και διαδοχικά ανώτερες πολιτικές και πολιτισμικές οντότητες.
Η ομάδα του Τμήματος Αρχαιοτήτων χρειάστηκε να επεξεργαστεί το εκθεσιακό υλικό με τέτοιο τρόπο ώστε να ξεπεραστεί αυτό το στερεότυπο αφήγημα. «Στόχος μας ήταν να αποκρυσταλλωθεί ένα αφήγημα που να περιέχει πολλά αφηγήματα, οριζόντια και κάθετα», είπε χαρακτηριστικά. Οριζόντια, δηλαδή, να παρουσιάζονται με τον πληρέστερο και εναργέστερο τρόπο εκείνα τα ζητήματα που μπορεί το αρχαιολογικό υλικό να φωτίσει για κάθε αρχαιολογική περίοδο. Και κάθετα, να εντοπιστούν και να φωτιστούν εκείνα τα θέματα που διατρέχουν τις ιστορικές περιόδους και αποτελούν διαχρονικά στοιχεία της κυπριακής αρχαιότητας.
Στο κέντρο αυτής της δουλειάς, υπογράμμισε, βρισκόταν η έγνοια «να υπερβούμε το ένα και κυρίαρχο αφήγημα» και να αναδείξουμε τα πληθυντικά νοήματα που φέρει η ιστορία του τόπου στην αρχαιότητα, ώστε να απελευθερωθούν τα δυναμικά στοιχεία του αρχαίου κυπριακού πολιτισμού που μέχρι σήμερα παραμένουν στο σκοτάδι μέσα στην υφιστάμενη έκθεση
Η Κύπρος ως νησί, δίκτυο, τόπος και γλώσσα
«Ο αρχαίος κυπριακός πολιτισμός συντίθεται από πολλαπλές ταυτότητες», ανέφερε η κ. Ζαχαρίου, με πρώτη τη χωρική ταυτότητα. Η Κύπρος είναι ένα νησί και, συνεπώς, η θάλασσα αποτελεί αδιαπραγμάτευτο σύνορο. Αυτό παρέχει ευκολίες αλλά ενίοτε και δυσκολίες στην αποσαφήνιση των συνόρων. Η σχέση του νησιού με τη θάλασσα που το περιβάλλει είναι, όπως είπε, «ιδιόμορφη, συχνά οξύμωρη».
Σε ορισμένες περιόδους λειτούργησε ως όριο και, άρα, προσέφερε απομόνωση και ασφάλεια. Σε άλλες λειτούργησε ως δίαυλος επικοινωνίας με γειτονικές περιοχές. Για περισσότερο από μιάμιση χιλιετία, η θάλασσα αποτέλεσε μέρος ενός πολιτισμικού τοπίου στο οποίο συμμετείχε ενεργά η Κύπρος. Σε αυτό το ενιαίο πολιτισμικό πλαίσιο, είπε, είναι δύσκολο να ανιχνευθεί η συνεισφορά κάθε τόπου. Για παράδειγμα, τα εμπορικά δίκτυα της Ύστερης Εποχής του Χαλκού διαμορφώθηκαν από κοινού από Μυκηναίους και Κύπριους εμπόρους και, όπως δείχνουν τα ναυάγια της περιόδου, το φορτίο ήταν πάντα διεθνές. Αντίστοιχα, οι πλόες στο πρώτο μισό της πρώτης χιλιετίας π.Χ. ανοίγονται από Φοίνικες και Κύπριους και η δράση τους είναι κοινή, σε τέτοιο βαθμό που δύσκολα μπορεί κανείς να αντιληφθεί ποιος είχε την πρωτοβουλία κάθε φορά. «Στόχος μας είναι οι δυναμικές αυτές να διαφανούν στην έκθεση του νέου μουσείου», σημείωσε.

Δομικό στοιχείο της ταυτότητας του κυπριακού πολιτισμού είναι επίσης η συνδιάλεξη με το φυσικό περιβάλλον. Πρόσφατες έρευνες έχουν μετακινήσει προς τα πίσω τόσο την πρώτη παρουσία ανθρώπου στο νησί, η οποία χρονολογείται μέχρι στιγμής περίπου στο 10.500 π.Χ., όσο και την απαρχή της Νεολιθικής περιόδου στην Κύπρο, η οποία τεκμηριώνεται πλέον στο 9.000 π.Χ. Σημαντικές αρχαιολογικές θέσεις φανερώνουν ότι οι πρώτες ομάδες που εγκαταστάθηκαν στο νησί ήταν ανάμεσα στους πρώτους καλλιεργητές παγκοσμίως, ενώ η Κύπρος αποτέλεσε κύρια οδό για την εξάπλωση της γεωργίας προς τη Δύση, διαμέσου της Μεσογείου. Στην αρχή της έκθεσης παρουσιάζονται θέσεις της Ύστερης Επιπαλαιολιθικής και της Ακεραμικής Νεολιθικής περιόδου, με εκθέματα που μαρτυρούν τη δράση των πρώτων θαλασσοπόρων της Κύπρου, όπως και τις συμβολικές εκφράσεις της ταυτότητάς τους.
Η ταύτιση της μοίρας του νησιού με το περιβάλλον συντελείται, όπως σημείωσε, με την ανακάλυψη των δυνατοτήτων του χαλκού. Η πολιτειακή και πολιτισμική φυσιογνωμία της Κύπρου καθορίζεται, για σχεδόν δύο χιλιετίες, από τις τεράστιες προοπτικές που ανοίγει η εντατική εκμετάλλευση του μετάλλου αυτού και, κυρίως, η ανταλλακτική του δύναμη στα εμπορικά δίκτυα της Ανατολής και αργότερα της δυτικής Μεσογείου. Η θεματική του χαλκού αναδεικνύεται ως ιδιαίτερη μουσειογραφική ενότητα, αλλά αποτελεί και μία από τις κάθετες θεματικές που ανακύπτουν διαρκώς στη ροή της έκθεσης.
Δομικό στοιχείο της αρχαίας ταυτότητας του νησιού είναι επίσης η αποκεντρωτική δύναμη των διαφορετικών περιφερειών που συνθέτουν τον τόπο. Αυτό επιβάλλεται από την ποικιλόμορφη γεωγραφία της Κύπρου, ασυνήθιστη στην πραγματικότητα για ένα νησί. Η γεωγραφική κατάτμηση του νησιού σε περιφέρειες ήταν τόσο καθοριστική, που για εννέα χιλιετίες υπερίσχυε αυτό το στοιχείο έναντι οποιασδήποτε ενοποιητικής δύναμης σε πολιτειακό επίπεδο. Αποτέλεσμα ήταν, μετά τη γένεση της έννοιας του κράτους και του άστεως στην Κύπρο, στα μέσα περίπου της δεύτερης χιλιετίας π.Χ., και για μία χιλιετία, να επικρατήσει οργάνωση σε αυτόνομες και ισότιμες πολιτείες, που η καθεμιά είχε να διαχειριστεί τη δική της οικονομία. Αυτό το δεδομένο της κατά περιφέρειες ανάπτυξης παραμένει ατεκμηρίωτο στο υφιστάμενο μουσείο, γι’ αυτό και επιχειρείται να αναδειχθεί μέσα από το σκεπτικό της νέας έκθεσης, ώστε να έρθει σε πρώτο πλάνο.
Σε έναν δεύτερο άξονα, πρόσθεσε, επιδιώκεται να προβληθεί μια παράλληλη πραγματικότητα: οι αυτόνομες πολιτείες εδράζονται πάνω σε μία κοινή πολιτισμική ταυτότητα, καθώς ο υλικός και ενδεχομένως και ο άυλος πολιτισμός της μιας δεν διαφέρει ουσιαστικά από αυτόν της άλλης. Οι όποιες τοπικές ιδιαιτερότητες απλώς επιβεβαιώνουν την ύπαρξη αυτής της κοινής βάσης. Η σύζευξη αυτών των αποκλινουσών και συγκλινουσών δυναμικών αποτέλεσε, όπως είπε, μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις στο χτίσιμο του νέου σκεπτικού.
Ένα άλλο ζήτημα που απασχόλησε ιδιαίτερα την ομάδα ήταν ο τρόπος με τον οποίο θα δινόταν υπόσταση στις γλωσσικές ταυτότητες του νησιού. Η Κύπρος στην αρχαιότητα, όπως ανέφερε, υπήρξε τόπος πολύγλωσσος. Από τότε που υπάρχει η γραφή, δηλαδή από την αρχή της Ύστερης Εποχής του Χαλκού, τεκμηριώνεται η χρήση πέραν της μίας γλώσσας από τους κατοίκους του νησιού. Είναι εντυπωσιακό, είπε, ότι στην Εποχή του Σιδήρου τρία συστήματα γραφής εξυπηρετούν τρεις διαφορετικές γλώσσες, σε σημεία μάλιστα και δύο διαφορετικές διαλέκτους. Η πολυγλωσσία του νησιού οφείλεται, κατά την ίδια, και στην κατάτμησή του σε διακριτές περιφέρειες.
Στη μελέτη των μικρών ομάδων αντικειμένων, ανέφερε ότι επιδιώχθηκε να αντικατασταθεί η παλιά τάση, που επέβαλλε την ύπαρξη παραδοσιακών θεματικών, με νέες προσεγγίσεις. Αυτό ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρον στην περίπτωση των προϊστορικών ειδωλίων, για τα οποία διατυπώνονται στην επιστημονική βιβλιογραφία πλήθος ερμηνειών. Προβάλλοντας σε πρώτο πλάνο την έμφυλη διάστασή τους, στις περισσότερες περιπτώσεις γυναικεία, διερευνώνται ταυτόχρονα ζητήματα κοινωνικής ταυτότητας αλλά και υποκειμενικές θεωρήσεις, όπως ιδεολογίες και πνευματικές αναζητήσεις.
Αντίστοιχα, στην περίπτωση των ειδωλίων της Εποχής του Σιδήρου, οι νεότερες προσεγγίσεις απομακρύνονται από μονοσήμαντες ερμηνείες που εξετάζουν αποκλειστικά την τυπολογική και τεχνοτροπική τους εξέλιξη και εστιάζουν περισσότερο στη λειτουργία τους ως φορείς κοινωνικών πρακτικών. Έτσι, όπως εξήγησε, αναδεικνύεται ο ρόλος τους στο πλαίσιο της καθημερινότητας και της δημόσιας έκφρασης, φωτίζοντας νέες πτυχές στις σχέσεις μεταξύ ατόμου και κοινότητας.
Οι τρεις ενότητες: Τόπος, Θάλασσα, Κόσμος
Μέσα από αρχιτεκτονικό διαγωνισμό το 2016, τον οποίο προκήρυξε το Τμήμα Δημοσίων Έργων, επιλέχθηκε η πρόταση του γραφείου XZA Architects, με υπεύθυνη ομάδα έργου την αρχιτέκτονα Θεώνη Ξάνθη και με σύμβουλο μελετητή, όσον αφορά τη μουσειολογική και μουσειογραφική μελέτη, αρχικά τον Νίκο Παπαδημητρίου, ο οποίος στην πορεία αντικαταστάθηκε από τους Θωμά Σακελλά και Στέλιο Γαλάνη. Σε όλα τα στάδια, το Τμήμα Αρχαιοτήτων βρισκόταν σε στενή συνεργασία με το Τμήμα Δημοσίων Έργων, το οποίο έχει τον πλήρη συντονισμό και την επίβλεψη της ανέγερσης του νέου κτηρίου.
Το οικόπεδο που επιλέχθηκε για την ανέγερση βρίσκεται απέναντι και σε μικρή απόσταση από το Κυπριακό Μουσείο, στον χώρο του πρώην Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, περιβαλλόμενο από τις οδούς Χύλωνος και Νεχρού και από τον Πεδιαίο ποταμό.
Το νέο μουσείο, συνολικού εμβαδού περίπου 30.000 τετραγωνικών μέτρων, οργανώνεται σε τρεις βασικές ζώνες. Η ζώνη του εδάφους αφορά τα δύο υπόγεια, τη μικρή πλατεία και το ισόγειο, όπου εντάσσονται οι βασικές καθημερινές λειτουργίες του μουσείου. Τα δύο υπόγεια επίπεδα περιλαμβάνουν χώρους περιοδικών εκθέσεων, χώρους εκπαιδευτικών προγραμμάτων, εργαστήρια συντήρησης αρχαιολογικού υλικού, το φωτογραφικό αρχείο, καθώς και υποστηρικτικές λειτουργίες, όπως εστιατόριο, καφετέρια, γραφεία της διοίκησης, αμφιθέατρο και υπαίθριους και στεγασμένους χώρους στάθμευσης. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στους αποθηκευτικούς χώρους φύλαξης αρχαιοτήτων, συνολικής επιφάνειας περίπου 5.000 τετραγωνικών μέτρων.
Η ανώτερη ζώνη περιλαμβάνει τρεις αιωρούμενους εκθεσιακούς όγκους, οι οποίοι ονομάζονται συμβατικά «Τόπος», «Θάλασσα» και «Κόσμος». Οι ονομασίες αυτές, που αποδόθηκαν από την αρχιτέκτονα στο πλαίσιο του σχεδιαστικού σκεπτικού του κτηρίου κατά την υποβολή του στον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό, θα αποτυπώνονται ευανάγνωστα με ελληνικούς και λατινικούς χαρακτήρες στα εξωτερικά τμήματα των όγκων.
- Τόπος: εστιάζει στη σχέση με τη γη και την προϊστορία.
- Θάλασσα: αναδεικνύει τον ρόλο του νησιού ως ναυτικού και εμπορικού κέντρου.
- Κόσμος: εξερευνά τις αλληλεπιδράσεις της Κύπρου με τις γειτονικές περιοχές.
Η ανύψωση των τριών αιωρούμενων όγκων επιτρέπει την αποδέσμευση του επιπέδου της πόλης, το οποίο παραμένει ως ανοιχτός χώρος. Εκεί θα λειτουργεί μία εκτεταμένη δημόσια πλατεία, ανοιχτή και διαμπερής, με ενσωματωμένα στοιχεία πρασίνου, καθιστώντας το μουσείο αναπόσπαστο κομμάτι του αστικού ιστού.
Η είσοδος των επισκεπτών στο μουσείο πραγματοποιείται από τον ισόγειο χώρο, το φουαγιέ, το οποίο λειτουργεί ως συνδετικός άξονας των τριών κτηριακών όγκων. Εκεί βρίσκονται το εκδοτήριο, το πωλητήριο και άλλες υποστηρικτικές υπηρεσίες. Πριν από την έναρξη της περιήγησης στους εκθεσιακούς χώρους, ο επισκέπτης συναντά τον πρώτο διαδραστικό σταθμό, όπου μπορεί να ενημερωθεί για την ιστορική εξέλιξη της αρχαιολογικής έρευνας στην Κύπρο, καθώς και να εξοικειωθεί με τις μεθόδους της ανασκαφικής διαδικασίας.
Από το φουαγιέ, ο επισκέπτης οδηγείται στον πρώτο εκθεσιακό χώρο, που περιλαμβάνει την προϊστορία. Στον πρώτο όροφο παρουσιάζεται μία εισαγωγική ενότητα για την ανάδυση του νησιού και τον ορυκτό πλούτο του, καθώς και για την άφιξη των πρώτων ανθρώπων στο νησί. Ακολουθούν οι επιπαλαιολιθικές, νεολιθικές, χαλκολιθικές, πρώιμες και μέσες φάσεις της Εποχής του Χαλκού, ενώ στον δεύτερο όροφο αναπτύσσεται η Ύστερη Εποχή του Χαλκού.
Στο μέσο κτήριο παρουσιάζεται η ενότητα που αφορά τις αρχαίες γλώσσες και γραφές των κατοίκων του νησιού, ενώ στον κάτω όροφο καλύπτονται θέματα που σχετίζονται με τις ενάλιες δραστηριότητες των αρχαίων Κυπρίων, με έμφαση στις εμπορικές επαφές των αρχαίων κοινοτήτων. Στο τρίτο κτήριο παρουσιάζεται η Εποχή του Σιδήρου στον πρώτο όροφο, δηλαδή η κυπρογεωμετρική, η κυπροαρχαϊκή και η κυπροκλασική περίοδος, και στον δεύτερο η ελληνιστική, η ρωμαϊκή και η υστερορωμαϊκή περίοδος.
Ψηφιακά εργαλεία, τρισδιάστατα μοντέλα και συντήρηση
Παράλληλα, η ομάδα έχει την ευθύνη για τη συγγραφή όλων των κειμένων και λεζαντών, καθώς και για την επιμέλεια της ανάπτυξης του ψηφιακού περιεχομένου των εφαρμογών. Πολύτιμοι συνεργάτες στο έργο αυτό είναι συνάδελφοι αρχαιολόγοι από το Πανεπιστήμιο Κύπρου, καθώς και από άλλα πανεπιστήμια και ερευνητικά ιδρύματα. Πολλοί από αυτούς είναι και υπεύθυνοι ανασκαφών σε θέσεις από τις οποίες προκύπτουν νέα εκθέματα. Η συνεργασία αυτή, όπως είπε, συμβάλλει καθοριστικά στην επικαιροποίηση των μελετών για το νέο μουσείο, αλλά και στη συλλογή εποπτικού και λοιπού υλικού, απαραίτητου για το περιεχόμενο των πολυάριθμων γραφιστικών και πολυμεσικών εφαρμογών που θα περιλαμβάνει η έκθεση.
Όσον αφορά τις ψηφιακές εφαρμογές, τον Οκτώβριο του 2025 το Τμήμα Αρχαιοτήτων υπέγραψε συμφωνία με τον ανάδοχο δημιουργικού, την κοινοπραξία Challenges, Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού και SolvIT, για τη δημιουργία γραφιστικών θέσεων, ψηφιακών εφαρμογών και πολυμέσων για τις ανάγκες του νέου μουσείου, κατόπιν μεγάλου διεθνούς ανοιχτού διαγωνισμού για αγορά υπηρεσιών εκτιμώμενης αξίας 1.600.000 ευρώ, ο οποίος κατακυρώθηκε στο ποσό των 1.383.000 ευρώ.
Με τακτικές επαφές, συναντήσεις και συνεδριάσεις της ομάδας του Τμήματος Αρχαιοτήτων και της ομάδας του αναδόχου, προχωρούν οι εργασίες για την ετοιμασία ψηφιακών εφαρμογών και προβολών, καθώς και δράσεων σε συντονισμό με τις εργασίες του εργολάβου οικοδομής που αφορούν τον τεχνολογικό εξοπλισμό.
Το Τμήμα Αρχαιοτήτων συνεργάζεται επίσης με το Ινστιτούτο Κύπρου στη δημιουργία τρισδιάστατων μοντέλων αντικειμένων αλλά και αρχαιολογικών χώρων για τις ανάγκες των ψηφιακών εφαρμογών. Έχει ήδη δημιουργηθεί ένα πολύ μεγάλο αρχείο τρισδιάστατων εμβληματικών αντικειμένων, ενώ βρίσκεται υπό εξέλιξη η δημιουργία τρισδιάστατων αναπαραστάσεων ιερών, λουτρών, αγορών, ανακτόρων, οικιών και τάφων.
Ο μεγάλος αριθμός εκθεμάτων προς συντήρηση και προετοιμασία για τη μεταφορά και την έκθεσή τους στο νέο μουσείο αποτελεί, όπως σημείωσε, πρόκληση. Παρόλο που ένας μεγάλος αριθμός από τα μελλοντικά εκθέματα εκτίθεται ήδη στο Κυπριακό Μουσείο και ως εκ τούτου έχουν συντηρηθεί κάποια στιγμή στο παρελθόν, η πλειονότητά τους απαιτεί εκ νέου συντήρηση και προετοιμασία για το νέο μουσείο. Τα υπόλοιπα εκθέματα προέρχονται από τις αποθήκες του Τμήματος Αρχαιοτήτων στη Λευκωσία και τις υπόλοιπες επαρχίες ή από πρόσφατες ανασκαφές και δεν έχουν λάβει καμία επέμβαση συντήρησης στο παρελθόν.
Το παλιό μουσείο μένει, αλλά με άλλο ρόλο

Κλείνοντας, η κ. Ζαχαρίου υπογράμμισε ότι, αν και ο πυρήνας του εκθεσιακού υλικού του νέου Κυπριακού Αρχαιολογικού Μουσείου συμπίπτει με την υφιστάμενη έκθεση του Κυπριακού Μουσείου, είναι προφανές ότι το 2028 η Κυπριακή Δημοκρατία θα έχει «ένα εντελώς νέο εκθεσιακό αφήγημα», το οποίο θα προβάλλει την αρχαιολογική της κληρονομιά στο κεντρικό αρχαιολογικό της μουσείο.
Το Κυπριακό Μουσείο, κηρυγμένο πρόσφατα σε αρχαίο μνημείο, με τη γεμάτη από ιστορικούς σταθμούς πορεία του από την ίδρυσή του μέχρι σήμερα, ταυτίζεται με την ιστορία του νησιού στον ταραχώδη 20ό αιώνα και, συνεπώς, φέρει τον χαρακτήρα που διαμόρφωσαν μια αποικιοκρατική διοίκηση και, στη συνέχεια, ένα νεοϊδρυθέν κράτος. Το Κυπριακό Μουσείο θα παραμείνει φυσικά μουσείο, αφιερωμένο όμως σε μεταγενέστερες περιόδους της κυπριακής αρχαιολογίας. Το νέο μουσείο, από την άλλη, «οφείλει να δώσει νέα δυναμική» στην πολιτισμική κληρονομιά που έχει να διαχειριστεί και να γίνει πιο δημόσιο, πιο προσβάσιμο και πιο συμπεριληπτικό.
