Ο Ανδρέας Σιεηττάνης, συστήνεται ως σκηνοθέτης, αλλά όπως λέει και ο ίδιος, στην Κύπρο «κάνουμε λίγο από όλα». Με πάνω από δέκα χρόνια εμπειρίας στον χώρο, έχει προσθέσει πολλά στο ενεργητικό του. Ταινίες, σειρές, τώρα και ντοκιμαντέρ. Σπούδασε στη Μεγάλη Βρετανία αλλά από νωρίς μπήκε στην κυπριακή τηλεοπτική βιομηχανία και όταν δεν είναι πίσω από την κάμερα, σκαρώνει δικές του ιστορίες, κυρίως φανταστικές και ενίοτε κωμικές. Κάθε δουλειά είναι διαφορετική, ένας δικός της κόσμος. Με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του ντοκιμαντέρ «Πλειάδες», το οποίο αφηγείται τη ζωή των θυμάτων του κατά συρροήν δολοφόνου «Ορέστη», αφηγείται στον «Π», όχι το ταξίδι που οδήγησε στη δημιουργία του ντοκιμαντέρ, αλλά το ταξίδι για να φτάσει στο κοινό. Ένα ταξίδι που τώρα αρχίζει... Σε μια συνέντευξη εφ' όλης της ύλης μιλά για το πολιτιστικό τοπίο του σήμερα στην Κύπρο, αλλά και γι' αυτά που κάνουν την έβδομη τέχνη τόσο ξεχωριστή.
Ποιος είναι ο τίτλος σου;
Υποτίθεται σκηνοθέτης αλλά στην Κύπρο κάνουμε λίγο από όλα. Συνήθως συστήνομαι ως σκηνοθέτης. Σπούδασα στη Βρετανία.
Πόσα χρόνια είσαι στο χώρο;
Δώδεκα με δεκατρία χρόνια. Η πρώτη μου δουλειά ήταν βοηθός συνεργείου σε τηλεοπτικές σειρές.
Το επόμενο Σαββατοκύριακο, 16 και 17 Μαΐου 2026, θα προβληθεί για πρώτη φορά στην Κύπρο, το ντοκιμαντέρ σου «Πλειάδες». Μπορείς να μας πεις περισσότερα γι' αυτό το πρότζεκτ σου.
Είναι ένα πρότζεκτ που ξεκίνησε από τον Πάρη Προκοπίου, επίσης σκηνοθέτη, πριν τριάμιση χρόνια, το 2022 ως ιδέα. Μετά από την έρευνα, τα γυρίσματα και τα ταξίδια που κάναμε, ολοκληρώθηκε πριν τα Χριστούγεννα του 2025. Εξαρχής, είχαμε ως στόχο να είναι μακριά από το sensationalism [εντυπωσιοθηρία] και να μην επικεντρωθούμε στα εγκλήματα και στον ίδιο τον θύτη. Οπότε επικεντρωθήκαμε στα θύματα και θέλαμε να δώσουμε φωνή στους ανθρώπους που ναι μεν, ήταν άμεσα εμπλεκόμενοι σε αυτήν την ιστορία, αλλά κανένας δεν ήξερε τι πέρασαν, τι έκαναν και τις λεπτομέρειες του τι έγινε. Γιατί τα ξέρουμε όλοι επιφανειακά και μάλιστα με τον καιρό άρχισαν να παραποιούνται και πολλά ιστορικά δεδομένα και να βγαίνουν πολλές φήμες, ψευτιές, κουβέντες του καφενέ. Αυτός ήταν ο αρχικός μας στόχος.
Είναι μια θεματική ή μια προσέγγιση που συνηθίζεις στα πρότζεκτ σου;
Όχι, πρώτη φορά έκανα ντοκιμαντέρ. Είμαι φαν του true crime [ιστορίες αληθινών εγκλημάτων], αλλά ποτέ δεν έκανα έργο αυτής της θεματικής, συνήθως οι ταινίες μου ήταν δραματικές. Οπότε, ήταν πολύ ενδιαφέρουσα εμπειρία, δούλευα για πρώτη φορά με άλλον τρόπο. Το ντοκιμαντέρ έχει μια άλλη ελευθερία στο γύρισμα. Πρέπει να προσαρμόζεσαι. Όταν ξεκινήσαμε δεν ξέραμε πού θα μας βγάλει, γιατί δεν ξέρεις ποιοι θα δεχτούν να τους μιλήσεις, αν θα σε αρκέσουν τα λεφτά. Υπήρχαν άτομα που προσπαθούσαμε να τους πείσουμε να μας μιλήσουν για πάνω από ένα χρόνο.
Μια ταινία έχει σενάριο, πρόγραμμα, αρχή και τέλος. Επίσης η ταινία απαιτεί μεγάλο συνεργείο. Ενώ αυτό το ντοκιμαντέρ, επειδή είχαμε και χαμηλό προϋπολογισμό, ήμασταν μικρή ομάδα. Πήγαμε, Νεπάλ, Φιλιππίνες και Ρουμανία. Σίγουρα δεν περιμέναμε να βγει τόσο μεγάλο το κόστος αλλά όταν μπήκαμε, πλέον, στο χορό και κυλούσε, είπαμε θα το κάνουμε όσο πιο ολοκληρωμένο γίνεται. Η δουλειά έγινε με πολλά χατήρια. Μιας και εγώ έκανα το μοντάζ, πρόσθετα πλάνα που μπορεί να ανακάλυπτα ότι χρειαζόμουν εκ των υστέρων. Αυτό δεν το έχεις σε μια ταινία, δουλεύεις με αυτά που έχεις.
Και φτάνεις στο σημείο της αναμετάδοσης...
Ναι, πουλήσαμε μέχρι στιγμής τα δικαιώματα προβολής στην Πολωνία και στην Ελλάδα, στην ΕΡΤ συγκεκριμένα. Το ντοκιμαντέρ παραμένει δικό μας ως πρότζεκτ, γιατί θέλαμε να διατηρήσουμε τον δημιουργικό έλεγχο και την εμπιστοσύνη των ανθρώπων που μας εμπιστεύτηκαν με πολύ προσωπικές τους πληροφορίες. Εμείς πωλούμε τα δικαιώματα προβολής. Μέχρι στιγμής, πωλήθηκε στην Ελλάδα και στην Πολωνία, στην ΕΡΤ συγκεκριμένα.
Στην Κύπρο πώς το αντιμετώπισαν;
Το πρότζεκτ παρουσιάστηκε σε όλους τους ιδιωτικούς σταθμούς. Ακούσαμε από όλους πολύ θετικά σχόλια και ενδιαφέροντα αλλά ενάμιση χρόνο μετά δεν προχώρησε καμία συνεργασία. Δεν θέλω να μιλήσω εκ μέρους τους, το καθένα επικαλέστηκε τους δικούς του λόγους. Οπότε κι εμείς τώρα προσπαθούμε να βρούμε εναλλακτικές. Πρόκειται για επτά επεισόδια των 50 λεπτών, άρα είναι πολύ δύσκολο να προβληθεί στο σινεμά.
Ποια η επίπτωση αν δεν καταφέρει να προβληθεί ευρέως;
Έχω πίστη ότι θα βρει το δρόμο του. Δεν νομίζω ότι είναι κάτι που θα χαθεί γιατί ήδη στο εξωτερικό κινείται. Εύχομαι σιγά σιγά να βρει το δρόμο του και προς την Κύπρο.
Για το ντοκιμαντέρ έγινε και πολλή έρευνα. Πώς ήταν η εμπειρία του να «βουτήξεις» σε αυτή τη διαδικασία;
Ακόμα ένας συντελεστής της ταινίας ήταν και ο Μιχάλης Τερζής, ο οποίος μας βοήθησε στην έρευνα, ήμασταν οι τρεις βασικοί συντελεστές με τον Πάρη. Ήταν μια διαδικασία όπου το ένα έφερνε το άλλο. Μιλούσαμε με ένα άτομο, μας έδινε κάποια στοιχεία που μας οδηγούσαν αλλού. Πήγαμε κατευθείαν στις πηγές και μας οδηγούσαν στους επόμενους, εξελισσόταν συνέχεια. Γι' αυτό δεν ξέραμε πού θα μας οδηγήσει αρχικά.
Πιστεύεις ότι η αγορά της Κύπρου είναι έφορο έδαφος για τέτοιες δουλειές;
Γενικά, πλέον, η τηλεόραση στην Κύπρο έχει τεράστιο θέμα, συγκριτικά με όταν ξεκινήσαμε. Τότε, οι τηλεοπτικοί σταθμοί έκαναν ανά σεζόν περίπου 15 κυπριακές παραγωγές και τώρα έχει δύο. Η τηλεοπτική παραγωγή στην Κύπρο πέθανε. Πλέον, οι σταθμοί προτιμούν να αγοράζουν έτοιμο προϊόν για να μειώνουν και το δικό τους ρίσκο.
Αυτό επηρεάζει κι άλλες δουλειές στο χώρο;
Ναι, ειδικά τα τελευταία τρία με τέσσερα χρόνια, ακόμα και καθιερωμένοι συνάδελφοι φεύγουν εντελώς από τον χώρο, γιατί δεν είναι βιώσιμος πλέον. Ο χώρος μας υποφέρει παρά πολύ. Υπάρχει ανάγκη να επενδύσουν στη βιομηχανία και είναι κάτι που παίρνει χρόνο. Γενικότερα, τα στούντιο παγκόσμια άλλαξαν τον τρόπο που δουλεύουν. Κάνουν λίγες παραγωγές που κοστίζουν πολλά λεφτά και έτσι χάθηκε η μεσαία ταινία. Ακόμα και ο χώρος της διαφήμισης, που στήριζε πολλούς στο χώρο, έχει επηρεαστεί ιδιαίτερα από την τεχνητή νοημοσύνη [ΑΙ].
Θεωρείται καλλιτεχνικό δημιούργημα η διαφήμιση;
Φυσικά. Εξαρτάται βέβαια από τη διαφήμιση. Υπάρχουν πολλοί εμπλεκόμενοι σε μια διαφήμιση με προτεραιότητα να ικανοποιηθεί ο πελάτης και όχι ο καλλιτέχνης. Μπορεί όμως να είναι καλλιτεχνικό και έχει και τον προϋπολογισμό να στηρίξει μια ιδέα.
Κάθε σου δουλειά είναι διαφορετική. Γιατί; Δεν θες να καταλήξεις σε μία φόρμα;
Πολλοί καλλιτέχνες θεωρούν ότι είναι σημαντικό να έχεις αυτό το στίγμα με το οποίο θα σε αναγνωρίζει ο άλλος. Στο πανεπιστήμιο, μας είχαν πει να κάνουμε αυτό που μας αρέσει γιατί δεν θα καθορίσουμε εμείς το στυλ μας, αλλά το κοινό θα ανακαλύψει το μοτίβο που μας καθορίζει. Ιδιαίτερα στα πρώτα βήματα δοκιμάζεις πράγματα μέχρι να το βρεις. Αλλιώς δεν θα έκανα ποτέ το ντοκιμαντέρ. Εγώ πορεύομαι με το τι με εκφράζει την κάθε περίοδο. Η τελευταία μου ταινία ήταν κωμωδία, γιατί μετά το ντοκιμαντέρ ήθελα κάτι εντελώς διαφορετικό.
Πώς βλέπεις την πορεία και την εξέλιξη των δικών σου έργων σε όλα αυτά;
Εγώ θα το κρίνω; Θέλω να πιστεύω ότι βελτιώνομαι. Μαθαίνω σίγουρα. Κάθε πρότζεκτ είναι πολύ διαφορετικό και μου αρέσει που το κάθε ένα έχει τη δίκη του όψη, είναι ένας δικός του κόσμος. Βέβαια, κάθε φορά το θέμα είναι να έχεις κάτι να πεις μέσα από τη δουλειά σου, να αφήσει κάτι στον άλλο που θα το δει, για να μην νιώσει ότι του έφαγες την ώρα του. Για να ασχοληθώ, προσωπικά, με ένα πρότζεκτ πρέπει να με εκφράζει, γιατί απαιτεί χρόνια από τη ζωή σου και αν δεν το νιώθεις, θα το βαρεθείς και θα το αφήσεις στη μέση.
Σου έτυχε ποτέ να αφήσεις κάτι ατελείωτο;
Όχι, τουλάχιστον από προσωπικά μου πρότζεκτ, εκτός από ένα σενάριο που είχα γράψει πριν χρόνια και δεν εγκρίθηκε για χρηματοδότηση. Εκ των υστέρων, όμως, καταλαβαίνω γιατί δεν μου το ενέκριναν και χαίρομαι που δεν προχώρησε. Παρόλο που είναι ένα θέμα που ακόμα με τρώει, δεν ήταν καλό σενάριο.
Με τα δεδομένα που επικρατούν σήμερα στον κινηματογράφο, πώς κινείσαι για να βιοπορίζεσαι από αυτό;
Είναι παρά πολύ δύσκολο, ειδικά πλέον με τις περιορισμένες παραγωγές που έχουμε και στον κινηματογράφο και στην τηλεόραση. Αναγκαζόμαστε να κάνουμε τα πάντα, και από θέσεις και από πρότζεκτ. Είναι φορές που είμαι σκηνοθέτης και άλλες που είμαι καμεραμάν, μοντέρ ή παραγωγός. Όταν έρχεται μια πρόταση, ό,τι περνά από το χέρι σου θα το κάνεις, γιατί χρειάζεται να βγει ο μήνας.
Άρα καταλήγεις να φεύγεις και από το αντικείμενο σου σιγά-σιγά;
Θεωρώ ότι είμαι τυχερός ακόμα που εξακολουθώ να είμαι στη βιομηχανία, άλλοι φεύγουν εντελώς. Βέβαια παραλές τις δυσκολίες, σε σύγκριση με το εξωτερικό, η επαγγελματική ανέλιξη είναι πολύ πιο εύκολη. Όταν ήμουν 28 χρονών έγραφα και σκηνοθετούσα σειρά στην τηλεόραση. Στο εξωτερικό δεν θα γινόταν ποτέ.
Συμμετείχες και σε short film festivals, τόσο στην Κύπρο, όσο και στο εξωτερικό. Ποια η διαφορά;
Στην Κύπρο, γίνονται εξαιρετικά φεστιβάλ όπως το Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Κύπρου [ISFFC] που γίνεται στο Θέατρο Ριάλτο κάθε χρόνο και είναι πιστοποιημένο από την Ευρωπακή Ακαδημία Ταινιών (το Ευρωπαϊκό αντίστοιχο των Όσκαρ), το οποίο είναι πολύ σημαντικό και σπουδαίο. Άρα, το επίπεδο είναι πολύ ψηλό. Μου αρέσουν πολύ και στο τέλος το σημαντικό δεν είναι το βραβείο που θα κερδίσεις αλλά το να δικτυωθείς και να βρεθείς με ανθρώπους οι οποίοι μιλούν την γλώσσα σου, την κινηματογραφική γλώσσα. Ομοϊδεάτες. Να μιλήσετε για τα πρότζεκτ σας, να προκύψουν συνεργασίες. Οπότε αγαπώ πολύ τα φεστιβάλ. Ιδιαίτερα τα μικρά, έχουν κρυμμένα διαμάντια.
Επιλέγεις την κυπριακή διάλεκτο στις ταινίες σου.
Μέσα και από τις σειρές εποχής που δούλεψα, έμαθα να αγαπώ την κυπριακή διάλεκτο και να εκτιμώ το πόσο πλούσιο και περιγραφικό λεξιλόγιο έχει, τη μουσικότητά της, την ιστορία της, το ότι σμίγεις Ελληνικά, Αραβικά, Τουρκικά, Ιταλικά, Ισπανικά και είναι η ταυτότητά μας. Για κάποιο λόγο, θυμάμαι πως όταν μεγαλώναμε, μας έκαναν να ντρεπόμαστε για τα κυπριακά. Εγώ είμαι πολύ περήφανος για τα κυπριακά και μου βγαίνει με έναν φυσικό τρόπο η συμπερίληψή τους στα έργα μου. Και πλέον είναι πιο αποδεκτό μια ταινία να έχει υπότιτλους και να φτιάχνεται στη γλώσσα του δημιουργού.
Άρχισε να χαλάει η κουλτούρα του σινεμά στην Κύπρο;
Όχι μόνο στην Κύπρο, αλλά παγκόσμια. Όταν ήμασταν μικροί το να πάμε σινεμά ήταν μεγάλο γεγονός. Αυτό αλλοιώνεται και θεωρώ ότι είναι συνδυασμός πολλών πραγμάτων. Πρώτα από όλα είναι το streaming. Είναι η ευκολία του να κάτσεις σπίτι. Εγώ θα έλεγα ότι είναι δυο πολύ διαφορετικά πράγματα. Είναι άλλο να αφιερώσεις δυο ώρες στο να δεις μια ταινία στο σινεμά και άλλο στο σπίτι που έχει και αντιπερισπασμούς. Το δεύτερο είναι ότι στο εξωτερικό, στην Κύπρο ακόμα όχι ευτυχώς, έχει γίνει πολύ ακριβή έξοδος το σινεμά. Και τρίτο, κατά τη δική μου άποψη, ίσως να φταίμε κι εμείς οι δημιουργοί ταινιών. Νιώθω ότι πλέον πολύ λίγες ταινίες φτιάχνονται ως εμπειρία για το σινεμά. Πριν 20 χρόνια το σινεμά είχε πρεστίζ, τώρα έχει πιο πολύ η τηλεόραση.
Γιατί άλλαξε αυτό;
Πλέον, επενδύουν πολύ περισσότερα στην τηλεόραση, βγαίνει πιο ποιοτικό περιεχόμενο και μετατοπίστηκε το επενδυτικό ενδιαφέρον. Επίσης, τα τελευταία χρόνια βγήκαν και πολύ καλογραμμένες σειρές που σου δίνουν το λόγο να κάτσεις να τις δεις. Στην τηλεόραση, έχεις και τον χρόνο να αναπτύξεις περισσότερο τους χαρακτήρες σου, να χτίσεις τον κόσμο σου. Εγώ προσωπικά αγαπώ το σινεμά και εξακολουθώ να πηγαίνω. Αλλά καταλαβαίνω ότι είναι και η δουλειά μου.
Είναι δύσκολο να ανταγωνιστείς τις ξένες παραγωγές;
Πιστεύω ότι δεν πρέπει να τις ανταγωνιστείς. Η λύση είναι να επενδύσεις και να παράξεις κάτι που πατάει πάνω στα δυνατά σου σημεία και έχει απήχηση στον καταναλωτή, π.χ. στο κυπριακό στοιχείο, την κουλτούρα, τα προβλήματα και τα βιώματα.
Άρα, ποιο είναι το μέλλον της σκηνοθεσίας στην Κύπρο;
Νιώθω ότι ήμουν πολύ αρνητικός, παρόλο που δεν είμαι αρνητικός άνθρωπος. Τώρα διανύουμε μια μεταβατική περίοδο που θεωρώ πως είτε θα βγούμε κερδισμένοι, είτε όχι, γενικότερα, στη βιομηχανία. Αυτό που θα πω σε οποιονδήποτε θέλει να μπει σε αυτή τη βιομηχανία, είναι πως αν δεν είναι κάτι που θα ξυπνάς και θα αναπνέεις γι’ αυτό, μην το κάνεις, γιατί απλά θα το παρατήσεις. Δεν μπορώ να φανταστώ να κάνω κάτι άλλο.
Φωτογραφία του Στέφανου Σάββα, από τα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ «Πλειάδες».
