Παράθυρο logo
Ștefan Teișanu: «Δεν αρκεί να λες ότι θα συνεχίσεις μετά την ήττα, πρέπει να το σχεδιάσεις»
Δημοσιεύθηκε 08.06.2026 08:15
Ștefan Teișanu: «Δεν αρκεί να λες ότι θα συνεχίσεις μετά την ήττα, πρέπει να το σχεδιάσεις»

Ο Γενικός Γραμματέας του Culture Next Network και Εκτελεστικός Διευθυντής του Cluj Cultural Centre, Ștefan Teișanu.

Δέκα χρόνια μετά την ήττα της Cluj-Napoca, ο άνθρωπος που βρέθηκε στο τιμόνι της προσπάθειας για τη διεκδίκηση του τίτλου της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης μιλά στο «Π» για το πώς μια πόλη μπορεί να μετατρέψει μια αποτυχία σε ευρωπαϊκή παρουσία, διεθνή δικτύωση και μακροπρόθεσμο πολιτιστικό σχεδιασμό

«Ένα υγιές πολιτιστικό οικοσύστημα μοιάζει πολύ με τη Δημοκρατία. Είναι εκείνο στο οποίο μπορούν να συνυπάρχουν διαφορετικές μορφές έκφρασης, διαφορετικές απόψεις, ακόμη και αντικρουόμενες θέσεις», δηλώνει ο γενικός γραμματέας του Culture Next Network και εκτελεστικός διευθυντής του Cluj Cultural Centre, Ștefan Teișanu.

Σε μια περίοδο όπου ο δημόσιος διάλογος στην Κύπρο περιστρέφεται γύρω από τα όρια του δημοκρατικού τόξου, με ποιον συνδιαλεγόμαστε, αλλά και τον ίδιο τον ρόλο των θεσμών στη διαχείριση της διαφορετικότητας, ο Ștefan Teișanu προτείνει να δούμε τον πολιτισμό ως έναν χώρο συνύπαρξης, όπου διαφορετικές φωνές, ιδέες και αφηγήσεις μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς να αλληλοαναιρούνται.

Ο Teișanu βρέθηκε πρόσφατα στην Κύπρο στο πλαίσιο του 16ου συνεδρίου του Culture Next, το οποίο φιλοξενήθηκε στη Λάρνακα, σε συνεργασία με το Larnaka 2030, συγκεντρώνοντας 168 συμμετέχοντες από όλη την Ευρώπη και πέραν αυτής, καθώς και περισσότερους από 70 τοπικούς φορείς, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη τοπική συμμετοχή στην ιστορία του δικτύου.

Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρέθηκαν η ενδυνάμωση των καλλιτεχνών, η αλληλεγγύη, η φροντίδα και ο πολιτισμός ως ασφαλής χώρος σε περιόδους αβεβαιότητας και συγκρούσεων. 

Κατά τη διάρκεια ενός περιπάτου του συνεδρίου από την πλατεία, μπροστά από τον ναό του Αγίου Λαζάρου μέχρι το πάρκο Σαλίνα, ο Teișanu μιλά στο «Π» για τον πολιτισμό ως εργαλείο κοινωνικής αλλαγής, τη δύναμη των μικρών οικοσυστημάτων, την ευρωπαϊκή ορατότητα αλλά και για τα οφέλη που μπορεί να αποκομίσει μία πόλη ακόμη και όταν χάσει τον τίτλο της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης.

Διαμέσου της δουλειάς σου προσεγγίζεις συχνά τον πολιτισμό, όχι απλώς ως καλλιτεχνική παραγωγή, αλλά και ως ένα εργαλείο κοινωνικού και αστικού μετασχηματισμού. Πότε άρχισες να βλέπεις τον πολιτισμό με αυτό το ευρύτερα κοινωνικό και πολιτικό πρίσμα; 

Όταν ήμουν 23 ετών, στο τελευταίο έτος των σπουδών μου και έχοντας ήδη εργαστεί για μερικά χρόνια σε οργανώσεις νεολαίας, ένιωσα την ανάγκη να δραστηριοποιηθώ επιχειρηματικά στον τομέα της εκπαίδευσης. Τότε πίστευα ότι η εκπαίδευση αποτελεί τον βασικό μοχλό κοινωνικής αλλαγής και ότι εκεί θα έπρεπε να επικεντρώσουμε τις προσπάθειές μας.

Για μερικά χρόνια εργάστηκα πάνω σε αυτό, μαζί με συναδέλφους και φίλους. Συνεργαστήκαμε με φοιτητές, οργανώσεις και πανεπιστημιακούς, προσπαθώντας να καινοτομήσουμε στον τρόπο με τον οποίο παρέχεται η μάθηση, τόσο στις ΜΚΟ όσο και στα σχολεία και τα πανεπιστήμια.

Με τον καιρό συνειδητοποίησα ότι η εκπαίδευση απαιτεί μια μεγάλη δέσμευση από τους ίδιους τους συμμετέχοντες, καθώς προϋποθέτει ένα υψηλό επίπεδο αυτογνωσίας, ώστε να αντιληφθείς ότι χρειάζεσαι εκπαίδευση και να κατανοήσεις ποιος εκπαιδευτής ή ποια μαθησιακή διαδικασία είναι η κατάλληλη για σένα.

Κάπου εκεί, λοιπόν, διαπίστωσα ένα παράδοξο: εκείνοι που έχουν την αυτογνωσία να αναγνωρίσουν την ανάγκη για εκπαίδευση είναι συχνά αυτοί που τη χρειάζονται λιγότερο, ενώ όσοι θα μπορούσαν να ωφεληθούν περισσότερο από αυτήν δεν διαθέτουν πάντοτε αυτή την επίγνωση.

Ένιωσα παγιδευμένος και αποφάσισα να κάνω ένα μικρό διάλειμμα για να σκεφτώ πώς θα μπορούσαμε να έχουμε μεγαλύτερο αντίκτυπο στην κοινωνία. Τότε ήταν που συνειδητοποίησα ότι το πεδίο του πολιτισμού είναι πολύ πιο προσιτό και προσβάσιμο για τον κόσμο. Ένας χώρος, όπου οι άνθρωποι μπορούν να έρθουν κοντά, να εμπνευστούν ο ένας από τον άλλο, να βρουν απαντήσεις σε ερωτήματα ή ακόμη και να ανακαλύψουν νέα ερωτήματα που ποτέ δεν είχαν σκεφτεί.

Βλέπω τον πολιτισμό, λοιπόν, ως ένα σημείο συνάντησης, ένα κοινό έδαφος όπου μπορούμε να προσκαλέσουμε τους ανθρώπους απλώς να συναντηθούν, χωρίς να τους ζητούμε μεγάλες δεσμεύσεις. 

Ο πολιτισμός είναι εγγενώς μη βίαιος. Δεν σου ζητά να έχεις συγκεκριμένες πολιτικές απόψεις, να είσαι άνδρας ή γυναίκα, ή να προέρχεσαι από μια συγκεκριμένη χώρα. 

Όταν προσκαλείς ανθρώπους σε ένα πολιτιστικό γεγονός, αισθάνονται ευπρόσδεκτοι. Το αντιλαμβάνονται ως μια προσωρινή συνάντηση όπου τίποτα δεν μπορεί να τους απειλήσει. Έτσι είναι πιο πρόθυμοι να βρεθούν μαζί σε ένα πολιτιστικό πλαίσιο.

Και όταν οι άνθρωποι συναντιούνται, μπορείς να ελπίζεις ότι θα επηρεάσουν ο ένας τον άλλο μέσα από ουσιαστικές απαντήσεις ή σημαντικά ερωτήματα. Σταδιακά, αρχίζουν να αλλάζουν ο ένας την οπτική του άλλου για τον κόσμο. Έτσι λειτουργεί η κοινωνική αλλαγή μέσα από τον πολιτισμό.

Cluj-Napoca 2021. Συζητάμε συχνά για το αν μια πόλη μπορεί τελικά να ωφεληθεί από τη διαδικασία της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας ακόμη κι αν δεν κερδίσει τον τίτλο. Ως εκτελεστικός διευθυντής της τότε προσπάθειας και αργότερα του μετασχηματισμού της ως Cluj Cultural Centre, τι πιστεύεις ότι άλλαξε πραγματικά στην πόλη μέσα από το ταξίδι της διεκδίκησης και του σχεδιασμού για το μέλλον της;

Έχουν περάσει περίπου δέκα χρόνια από τη στιγμή που ανακοινώθηκε ότι δεν ήμασταν η πόλη που επιλέχθηκε. Είναι, λοιπόν, μια πολύ καλή στιγμή για να αναλογιστούμε τι ακριβώς συνέβη. Νομίζω ότι το σημαντικότερο πράγμα που κερδίσαμε ως πόλη ήταν ο τρόπος με τον οποίο αυξήσαμε τη διεθνή και ευρωπαϊκή μας ορατότητα, τη διπλωματική μας παρουσία και ακόμη και την επιρροή μας. Η δουλειά που κάναμε μετά την υποψηφιότητα μας κράτησε μέσα σε αυτό το ευρωπαϊκό δίκτυο συνεργασιών και επαφών και μας επέτρεψε να παραμείνουμε ενεργοί σε ευρωπαϊκό επίπεδο με έναν τρόπο που, χωρίς ένα τόσο φιλόδοξο πρότζεκτ, δεν θα μπορούσαμε ποτέ να φανταστούμε.

Δέκα χρόνια μετά, το Cluj έχει κερδίσει κυρίως αυτή τη διεθνή ορατότητα και το branding, αλλά και μια επιρροή στις πολιτιστικές πολιτικές στην Ευρώπη. Συνιδρύσαμε το Culture Next Network, την πλατφόρμα Culture and Health, εκπροσωπούμε τη Ρουμανία στην UNESCO, συμμετέχουμε στο διοικητικό συμβούλιο του Culture Action Europe και είμαστε ενεργοί σε σημαντικές διεθνείς πλατφόρμες, ακόμη και εκτός Ευρώπης, όπως η καμπάνια Culture Goal, που προωθεί την αναγνώριση του πολιτισμού ως στόχου βιώσιμης ανάπτυξης στη νέα ατζέντα των Ηνωμένων Εθνών.

Ένα ακόμη πολύ σημαντικό πεδίο είναι ο τρόπος με τον οποίο συμβάλαμε στην ενίσχυση και εδραίωση του πολιτιστικού τομέα στη Ρουμανία και στο Cluj, μέσα από προγράμματα κατάρτισης, fellowships, residencies και capacity building, τα οποία σχεδιάστηκαν κατά τη διάρκεια της υποψηφιότητας και υλοποιήθηκαν αργότερα.

Το ίδιο ισχύει και για τις πολιτιστικές υποδομές που σχεδιάστηκαν τότε. Πολλές από αυτές έχουν ήδη κατασκευαστεί, βρίσκονται υπό κατασκευή ή έχουν πλέον θεσμικά και νομικά κατοχυρωθεί.

Πολλές πόλεις δυσκολεύονται να διατηρήσουν αυτή τη δυναμική μετά το τέλος της υποψηφιότητας ή ακόμη και μετά την κατάκτηση του τίτλου. Μέσα από τη δουλειά στο Culture Next και την επαφή σου με άλλες πόλεις, τι είναι αυτό που καθορίζει αν μια πολιτιστική στρατηγική θα επιβιώσει στη συνέχεια;

Νομίζω ότι ο βασικός λόγος είναι πως συνήθως δεν σχεδιάζουμε την αποτυχία. Όλοι γνωρίζουμε ότι υπάρχει το ενδεχόμενο να μην κερδίσουμε τον τίτλο, αλλά τις περισσότερες φορές αντιμετωπίζουμε αυτό το σενάριο πολύ επιφανειακά.

Είναι εύκολο τόσο για μια ομάδα υποψηφιότητας όσο και για τους πολιτικούς να δηλώσουν ότι, ακόμη κι αν δεν κερδίσουν, θα συνεχίσουν να υλοποιούν το πρόγραμμά τους. Όμως το να το λες δεν αρκεί. Πρέπει να το έχεις σχεδιάσει.

Δεν νομίζω ότι έχω συναντήσει πόλη που να απαντούσε διαφορετικά σε αυτή την ερώτηση. Όλες λένε ότι θα συνεχίσουν. Στην πράξη, όμως, οι περισσότερες δεν το κάνουν, επειδή δεν έχουν σκεφτεί πραγματικά τι σημαίνει αυτό.

Στη δική μας περίπτωση, υπήρχε ένα αρκετά αναλυτικό σχέδιο. Το είχαμε συζητήσει εσωτερικά στην ομάδα, με τους βασικούς φορείς του πολιτισμού, με τον δήμο και την περιφέρεια. Υπήρχε πολιτική συμφωνία γύρω από αυτό. Γι' αυτό, την ημέρα που μάθαμε ότι δεν είχαμε επιλεγεί, ήταν απολύτως φυσικό για εμάς να ανακοινώσουμε ότι συνεχίζουμε. Είχαμε, ήδη, προετοιμαστεί γι' αυτό το ενδεχόμενο.

Μία εβδομάδα αργότερα, δημοσιεύσαμε επίσημη επιστολή με τις υπογραφές όλων των βασικών φορέων της πόλης και ξεκινήσαμε αμέσως δουλειά. Αναθεωρήσαμε το πρόγραμμα, προχωρήσαμε ξανά σε δημόσιες διαβουλεύσεις και έναν χρόνο αργότερα, όπως προέβλεπε το σχέδιο, προσλάβαμε την ομάδα και αρχίσαμε την υλοποίηση. Δεν αρκεί να λες ότι θα συνεχίσεις χωρίς τον τίτλο. Πρέπει να έχεις σχεδιάσει πραγματικά πώς θα το κάνεις. Διαφορετικά, η πραγματικότητα θα σε βρει απροετοίμαστο.

Πολλές πόλεις επενδύουν σημαντικούς πόρους σε πολιτιστικές στρατηγικές, φεστιβάλ ή υποψηφιότητες για τον θεσμό της Πολιτιστικής Πρωτεύουσας της Ευρώπης. Ωστόσο, αρκετοί καλλιτέχνες αισθάνονται ότι παραμένουν στο περιθώριο αυτών των διαδικασιών. Πώς μπορούν οι πολιτιστικές πολιτικές να μεταφραστούν σε κάτι ουσιαστικό για τους ίδιους τους δημιουργούς και τις τοπικές πολιτιστικές κοινότητες;

Ο πρώτος είναι ο πιο κλασικός τρόπος, όπου περιμένουμε από τους εκλεγμένους πολιτικούς και τη δημόσια διοίκηση να δημιουργήσουν δημόσιες πολιτικές για τον πολιτισμό. Σε αυτό το πλαίσιο, η απάντηση είναι αρκετά απλή: Αν δεν επενδύσεις πόρους και χρήματα σε όσα διακηρύσσεις, τότε στην πραγματικότητα δεν κάνεις τίποτα. Αν οι πολιτικοί, δηλαδή, είναι διατεθειμένοι να διαθέσουν χρηματοδότηση και διοικητική στήριξη, τότε κάτι μπορεί πραγματικά να αλλάξει. Αν όχι, δεν πρόκειται να συμβεί τίποτα.

Για μένα, όμως, το πιο ενδιαφέρον ερώτημα είναι κατά πόσο ο ίδιος ο πολιτιστικός τομέας είναι αρκετά δημιουργικός και δυναμικός ώστε να κινητοποιήσει πανεπιστήμια, επιχειρήσεις και την κοινωνία των πολιτών γύρω από πολιτιστικές πολιτικές που δεν εξαρτώνται αποκλειστικά από το κράτος.

Νομίζω ότι αυτό είναι κάτι που συχνά παραμελούμε στον χώρο του πολιτισμού. Πιστεύω ότι συχνά, ως πολιτιστικός τομέας, περιμένουμε τα πάντα από την κυβέρνηση. Όμως οι κυβερνήσεις έχουν περιορισμένες δυνατότητες, είτε οικονομικές είτε διοικητικές και συχνά περιορισμένη κατανόηση της πραγματικής κατάστασης.

Είναι επικίνδυνο, για μένα, να εναποθέτουμε όλες τις ελπίδες μας αποκλειστικά στον δημόσιο τομέα. Είναι πολύ πιο ώριμο και υγιές να αναζητούμε νέες μορφές συνεργασίας.

Για παράδειγμα, γιατί να μην δημιουργηθεί στην Κύπρο ένα κοινό πολιτιστικό ταμείο στο οποίο θα συνεισφέρουν μεγάλες επιχειρήσεις και από το οποίο να στηρίζονται πολιτιστικοί οργανισμοί και καλλιτέχνες; Ή γιατί να μην κάτσουν στο ίδιο τραπέζι τα πανεπιστήμια και οι πολιτιστικοί φορείς για να δημιουργήσουν κοινά ερευνητικά και αναπτυξιακά κέντρα γύρω από ζητήματα όπως ο πολιτισμός και η υγεία, ο πολιτισμός και η εκπαίδευση ή ο πολιτισμός και το περιβάλλον; Υπάρχει τεράστιο πεδίο που αυτή τη στιγμή δεν εξερευνούμε και παραμένει ανεκμετάλλευτο, επειδή είμαστε πολύ απασχολημένοι με το να πολεμάμε την κυβέρνηση.

Μπορεί, ωστόσο, σε κάποιες πόλεις, όπως και η Λεμεσός, η πόλη να παρουσιάζεται πολιτιστικά δραστήρια αλλά το καλλιτεχνικό οικοσύστημα να μην στηρίζεται... 

Αν βλέπεις τον πολιτισμό ως δημόσιο αγαθό, τότε ισχύει και εδώ μια βασική αρχή: πρέπει να συνεχίζεις να τον παράγεις και όχι απλώς να τον προβάλλεις. Και η πολιτιστική παραγωγή μπορεί να σημαίνει πολλά διαφορετικά πράγματα: πολιτιστική εκπαίδευση στα σχολεία, στήριξη των τοπικών καλλιτεχνών και οργανισμών, δημιουργία συνθηκών - ώστε να τους επιτραπεί να αναπτύξουν νέες ιδέες και να επιτελέσουν τον κοινωνικό και δημόσιο ρόλο τους. Αν θέλεις ο πολιτισμός να συμβάλει πραγματικά στον μετασχηματισμό μιας πόλης, τότε πρέπει να δημιουργείς συνεχώς κάτι νέο. Αν περιορίζεσαι μόνο στην προβολή και την επικοινωνία, τότε αργά ή γρήγορα θα εξαντλήσεις τους ίδιους τους πολιτιστικούς σου πόρους.

Για παράδειγμα, αν διοργανώνεις φεστιβάλ με καλλιτέχνες από το εξωτερικό και μόνο, ίσως προσελκύσεις τουρίστες. Όμως, οι τοπικοί δημιουργοί δεν θα έχουν πρόσβαση ούτε στη χρηματοδότηση, ούτε στις ευκαιρίες που δημιουργούνται.

Αν αξιοποιείς μόνο τη δομημένη πολιτιστική κληρονομιά σου για να προσελκύσεις τουρίστες ή επενδύσεις, τότε βεβαίως μπορεί να πετύχεις αυτούς τους στόχους. Τι συμβαίνει όμως με όσα μένουν εκτός αυτής της βιτρίνας;

Με αυτόν τον τρόπο καταναλώνεις πολύ γρήγορα τους ίδιους σου τους πόρους. Πρέπει πάντοτε να επιστρέφεις κάτι πίσω στην κοινότητα και να δημιουργείς νέες δυνατότητες. Διαφορετικά, απλώς καταναλώνεις το πολιτιστικό σου κεφάλαιο χωρίς να το ανανεώνεις. Μόνο έτσι κρατάμε τις κοινότητές μας ζωντανές.

Μεσογειακές πόλεις, ανάμεσά τους και πόλεις της Κύπρου [Λεμεσός, Λάρνακα] αλλάζουν ραγδαία λόγω του τουρισμού, της πίεσης από την αγορά ακινήτων και των διεθνών επενδύσεων. Μπορεί ο πολιτισμός να προστατεύσει την τοπική ταυτότητα μιας πόλης ή κινδυνεύει κάποιες φορές να γίνει μέρος αυτής της εμπορικής μετάλλαξης;

Πιστεύω ότι κάθε μορφή υπερτουριστικοποίησης είναι προβληματική. Όπως προβληματική είναι και η «μουσειοποίηση» των πόλεων. Δεν μπορείς να προστατεύσεις τον πολιτισμό τοποθετώντας τον μέσα σε ένα γυάλινο μπουκάλι που κανείς δεν επιτρέπεται να αγγίξει. Αυτό δεν είναι προστασία του πολιτισμού. Προστασία σημαίνει να φέρνεις τον πολιτισμό ξανά σε επαφή με τους ανθρώπους. Πρέπει να αναπτύσσουμε τον πολιτισμό μας. Όχι να τον διατηρούμε ως ένα ακίνητο αντικείμενο ή εύρημα. Φυσικά και πρέπει να προστατεύσουμε τη φυσική πολιτιστική κληρονομιά. Αλλά πρέπει να τη ζήσουν ξανά οι νέες γενιές. Χρειάζεται ένας συνεχής διάλογος ανάμεσα στην αρχαία ιστορία, την παράδοση, τις εθνικές ταυτότητες και τον σημερινό κόσμο - τη νέα γενιά, τα νέα formats, την ψηφιοποίηση και τις νέες πρακτικές. Αυτός είναι ο μόνος δρόμος. Όταν ένας αρχαιολόγος σκάβει, βρίσκει διαφορετικά στρώματα ιστορίας: αρχαιότητα, Μεσαίωνα, αυτοκρατορίες, διαφορετικές εποχές. Το ίδιο πρέπει να αναρωτηθούμε και σήμερα: ποια είναι τα νέα στρώματα που χτίζει η δική μας γενιά;

Η Κύπρος είναι μια σχετικά μικρή χώρα, αλλά διαθέτει μια πολύ ενεργή ανεξάρτητη πολιτιστική σκηνή. Από τη δική σου εμπειρία στα ευρωπαϊκά πολιτιστικά δίκτυα, ποια είναι τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα μικρότερων πολιτιστικών οικοσυστημάτων σήμερα;

Νομίζω ότι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα των μικρότερων οικοσυστημάτων είναι η δυνατότητα να ονειρεύονται συλλογικά. Να διαμορφώνουν ένα κοινό όραμα, ένα κοινό εγχείρημα, κάτι πολύ μεγαλύτερο από το άθροισμα των επιμέρους μερών του. Αυτού του είδους η συλλογική φιλοδοξία είναι πολύ πιο εύκολο να αναπτυχθεί σε μικρότερες κοινότητες απ' ό,τι σε μεγάλες πόλεις ή πολιτιστικά οικοσυστήματα. Μια πόλη όπως οι Βρυξέλλες, το Παρίσι ή ακόμη και η Αθήνα δυσκολεύεται να αποκτήσει ένα κοινό πολιτιστικό όραμα. Σε μικρότερες κοινότητες, όπως η Λάρνακα, αυτό είναι πολύ πιο εφικτό. Στις μικρές πόλεις, γνωριζόμαστε μεταξύ μας. Μπορούμε να βρεθούμε σε μία γειτονιά ή πλατεία και να συζητήσουμε συλλογικά ένα κοινό σχέδιο. Αυτό είναι ένα πλεονέκτημα που πολλές μεγάλες πόλεις δεν διαθέτουν.

Από την άλλη, όμως, το μειονέκτημα αυτών των μικρότερων κοινοτήτων ή λιγότερο αναπτυγμένων περιοχών είναι ότι δεν έχουν παράδοση στο να φαντάζονται μεγάλα εγχειρήματα και φιλόδοξα σχέδια. Αυτό, συχνά καλλιεργεί απαισιοδοξία, αδράνεια και, κάποιες φορές, κοινότητες που δυσκολεύονται να πιστέψουν στις δυνατότητές τους. Αυτό που χρειάζεται είναι να σπάσουμε αυτόν τον φαύλο κύκλο και να αρχίσουμε να φανταζόμαστε κάτι που σήμερα μοιάζει αδιανόητο.

Στην Κύπρο υπάρχει συχνά το αίσθημα ότι είμαστε κάπως απομονωμένοι, τόσο γεωγραφικά όσο και πολιτιστικά, από τα μεγάλα ευρωπαϊκά δίκτυα. Τι είναι αυτό που κάνει σήμερα μία πόλη ή ένα πολιτιστικό οικοσύστημα πραγματικά ορατό σε ευρωπαϊκό επίπεδο;

Ξέρεις, για μένα, είναι πάντα πολύ ενδιαφέρον να ταξιδεύω σε διαφορετικά μέρη και να κοιτάζω τις πόλεις μέσα από το βλέμμα ενός επισκέπτη, γιατί συχνά αυτή η εικόνα διαφέρει πολύ από τον τρόπο που βλέπουν οι ίδιοι οι κάτοικοι τον τόπο τους.

Νομίζω ότι αυτό συμβαίνει και με την Κύπρο. Καταλαβαίνω ότι πολλοί άνθρωποι εδώ μπορεί να αισθάνονται απομονωμένοι. Όταν, όμως, εγώ κοιτάζω την Κύπρο, βλέπω κάτι εντελώς διαφορετικό. Βλέπω έναν ολόκληρο κόσμο σε μικρογραφία. Βλέπω αρχαίους πολιτισμούς, σύγχρονες πρακτικές, διαφορετικές κοινότητες, διαφορετικές γλώσσες και ιστορικές αφηγήσεις που συνυπάρχουν στον ίδιο τόπο.

Όλα αυτά τα διαφορετικά στοιχεία δεν αποτελούν πρόβλημα που πρέπει να λύσουμε, αλλά τουναντίον, αποτελούν έναν τεράστιο πολιτιστικό πόρο.

Υπάρχει, επίσης, κάτι ακόμη πολύ σημαντικό: Η Κύπρος προκαλεί περιέργεια στους άλλους ανθρώπους. Πριν έρθω εδώ, ήμουν πολύ περίεργος να γνωρίσω τη χώρα και τους ανθρώπους της. Για πολλούς Ευρωπαίους, η Κύπρος έχει μια σχεδόν μυθική διάσταση. Είναι ένα νησί με μια εξαιρετικά σύνθετη Ιστορία, πολλές πολιτιστικές επιρροές και μια μοναδική γεωγραφική θέση.

Αυτή η ποικιλομορφία, ο ιστορικός πλούτος και η περιέργεια που γεννά η Κύπρος στους άλλους ανθρώπους αποτελούν μεγάλα πλεονεκτήματα. Είμαστε εδώ, σχεδόν σαράντα ευρωπαϊκές πόλεις, επειδή θέλουμε να καταλάβουμε τι συμβαίνει στην Κύπρο, ποιοι είστε και πώς μπορούμε να συνεργαστούμε μαζί σας. Δεν βρισκόμαστε εδώ για τις παραλίες. Βρισκόμαστε εδώ γιατί υπάρχει πραγματικό ενδιαφέρον για τον πολιτισμό και τους ανθρώπους του.

Πόλεις όπως η Λεμεσός αλλάζουν πολύ γρήγορα λόγω του τουρισμού, του real estate και των διεθνών επενδύσεων. Πώς μπορεί ο πολιτισμός να προστατεύσει την τοπική ταυτότητα χωρίς να μετατραπεί κι ο ίδιος σε μέρος αυτής της εμπορικής μετάλλαξης. 

Η Ανατολική και η Νοτιοανατολική Ευρώπη εξακολουθούν συχνά να αντιμετωπίζονται ως η «περιφέρεια» της ευρωπαϊκής πολιτιστικής σκηνής. Εσύ, εκ των έσω, ποιες θεωρείς ότι είναι οι πιο ενδιαφέρουσες πολιτιστικές αλλαγές που συντελούνται σήμερα και τις οποίες η υπόλοιπη Ευρώπη εξακολουθεί να υποτιμά ή να μην αντιλαμβάνεται πλήρως;

Πιστεύω ότι στην Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη το κράτος είναι πιο αδύναμο και πιο «απόν» σε σχέση με τη Δυτική Ευρώπη. Αυτό έχει διαμορφώσει τα πολιτιστικά οικοσυστήματα και την κοινωνία των πολιτών σε πιο ανθεκτικές, πιο ανεξάρτητες, πιο δημιουργικές και πιο αυτάρκεις κοινότητες.

Νομίζω ότι στην περιοχή μας υπάρχει μεγαλύτερη ετοιμότητα να προσαρμοστούμε, να αλλάξουμε, να βρούμε νέους τρόπους συνεργασίας και νέα οικονομικά και εργασιακά μοντέλα. Αυτό φυσικά έχει και θετικές και αρνητικές πλευρές. Όμως το σημαντικότερο πλεονέκτημά μας είναι η νοοτροπία μας. Καταλαβαίνουμε ότι η αλλαγή είναι αναγκαία και καταλαβαίνουμε επίσης ότι η αλλαγή χρειάζεται κι εμάς τους ίδιους.

Ποια είναι τα πρώτα σημάδια ενός υγιούς πολιτιστικού οικοσυστήματος σε μια μικρή πόλη ή χώρα;

Νομίζω ότι μοιάζει πολύ με τη δημοκρατία. Ένα υγιές πολιτιστικό οικοσύστημα είναι εκείνο στο οποίο μπορούν να συνυπάρχουν διαφορετικές μορφές έκφρασης, διαφορετικές απόψεις, ακόμη και αντικρουόμενες θέσεις.

Όταν ο δημόσιος χώρος καταλαμβάνεται μόνο από έναν κυρίαρχο λόγο, από μία μόνο αισθητική ή μία μόνο αντίληψη περί πολιτισμού, τότε αυτό είναι κακό σημάδι.

Υπάρχει χώρος για όλους: για την παραδοσιακή κουλτούρα, για τη σύγχρονη κουλτούρα, ακόμη και για αντικρουόμενες πολιτικές ή πολιτιστικές τοποθετήσεις. Υγιή οικοσυστήματα είναι εκείνα που επιτρέπουν σε όλους να εκφραστούν.

 

Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας parathyro.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθούν ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.

Τελευταία νέα