Η έκθεση Through Ordinary Eyes τιμά τους ανθρώπους και από τις δύο πλευρές της Λευκωσίας ως τους κύριους παρατηρητές και αφηγητές των δικών τους βιωμένων εμπειριών. Μια ιδέα των επιμελητών της Ayşegül Salamis Şentuğ-Tuğyan και του Xάρη Πελλαπαϊσιώτη, η δράση στοχεύει στην παρουσίαση ενός συλλογικού πορτρέτου της Λευκωσίας, μέσα από προσωπικές φωτογραφίες που παραχώρησαν περισσότεροι από 100 Τουρκοκύπριοι και Ελληνοκύπριοι κάτοικοι της πόλης. Η Ayşegül Salamis Şentuğ-Tuğyan μοιράστηκε στο «Π» σκέψεις γύρω από το έργο.
Τι αποτέλεσε το έναυσμα για την έκθεση και πώς εξελίχθηκε η επιμελητική διαδικασία;
Τόσο ο συν-επιμελητής του έργου, Χάρης Πελλαπαισιώτης, όσο και εγώ ενδιαφερόμαστε για την «αφήγηση του τόπου» και το πεδίο της ψυχογεωγραφίας, τόσο σε ακαδημαϊκό όσο και σε καλλιτεχνικό επίπεδο. Ξεκινήσαμε την ανάπτυξη του έργου πριν από σχεδόν τρία χρόνια. Ωστόσο, η υλική πλευρά της επιμελητικής διαδικασίας, και συγκεκριμένα η εργασία αναζήτησης και μελέτης ψηφιακών αρχείων και φωτογραφιών από τα Μέσα Κοινωνικής δικτύωσης των συμμετεχόντων, άρχισε αφού το έργο επιλέχθηκε από την Τεχνική Επιτροπή Πολιτισμού μέσα από τη διοργάνωση Connecting Arts 2.
Τι σας οδήγησε να επιλέξετε το «συνηθισμένο» ως κεντρικό θέμα για μια συλλογική απεικόνιση της Λευκωσίας; Και τι σημαίνει τελικά το «συνηθισμένο», αν το εξετάσουμε πιο προσεκτικά;
Με λίγα λόγια, πρόκειται για την αισθητική της καθημερινότητας. Οι φωτογραφίες αυτές είναι ειλικρινείς και αυθόρμητες, χωρίς σκηνοθεσία, δίνοντας προτεραιότητα σε μια ηθική αυθεντικότητας αντί της τεχνικής αρτιότητας ή μιας αυστηρής, φορμαλιστικής αισθητικής σύνθεσης. Οι άνθρωποι συλλέγουν ό,τι τους αφορά και τους αγγίζει· με αυτή την έννοια, κάθε μία από αυτές τις λήψεις ήταν μοναδική και ίσως κάθε άλλο παρά «συνηθισμένη» για τον δημιουργό της τη στιγμή που τραβήχτηκε. Ωστόσο, ο λόγος της καταγραφής τους δεν ήταν η διατύπωση μιας ιδεολογίας ή η συγκρότηση μιας αισθητικής δήλωσης, αλλά η αποτύπωση της στιγμής όπως ακριβώς είναι. Μέσα σε αυτά τα καρέ, το οικείο λειτουργεί ως γέφυρα, αποκαλύπτοντας μια πόλη ενωμένη από την καθολική γλώσσα της καθημερινής αισθητικής και τη διαχρονική αξία του συνηθισμένου. Αν και τα αποσπάσματα αυτά μοιάζουν με ασήμαντες στιγμές, αντλούν την οντολογική τους δύναμη ακριβώς από την «ύπαρξή» τους· είναι σημαντικά απλώς και μόνο επειδή υπάρχουν, ως συνηθισμένα ίχνη της ανθρώπινης ύπαρξης.
Επιμεληθήκατε την έκθεση χρησιμοποιώντας φωτογραφίες που προέρχονται από πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Πώς προσεγγίσατε αυτή τη διαδικασία και ποια κριτήρια καθόρισαν την επιλογή σας; Τι αναζητούσατε σε αυτές τις εικόνες;
Η επιμελητική διαδικασία ήταν ένα ιδιαίτερα απαιτητικό εγχείρημα, καθώς περιλάμβανε την εξέταση δεκάδων χιλιάδων φωτογραφιών. Δεν περιοριστήκαμε μόνο στις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, αλλά εμβαθύναμε και στα προσωπικά ψηφιακά αρχεία των συμμετεχόντων. Το μοναδικό, ουσιαστικό μας κριτήριο ήταν να εντοπίσουμε στιγμές κορεσμένες από «υλικό ζωής». Πρόκειται για εικόνες που δεν αποτυπώνουν στιγμές επίδειξης ή σκηνοθεσίας, αλλά μια αποδοχή της στιγμής την ώρα που εκτυλίσσεται.
Δεν μας ενδιέφεραν φωτογραφίες που τοποθετούν τον δημιουργό στη θέση ενός αποστασιοποιημένου τεκμηριωτή, θεατή ή μάρτυρα, αλλά εικόνες στις οποίες ο φωτογράφος συμμετέχει ενεργά στο ίδιο το γεγονός. Αναζητήσαμε ακατέργαστα, ανεπεξέργαστα αποσπάσματα ζωής, τόσο από τους εσωτερικούς όσο και από τους εξωτερικούς χώρους της πόλης, που να αποτυπώνουν ειλικρίνεια στον τρόπο με τον οποίο βιώνουμε τον χώρο.
Η συμπερίληψη αποτέλεσε κεντρικό άξονα αυτής της αναζήτησης. Θέλαμε να διασφαλίσουμε ότι οι φωνές και οι ζωές που συχνά απουσιάζουν από τις επίσημες αφηγήσεις θα γίνουν ορατές. Αυτό περιλάμβανε και την καταγραφή των υφών της κουίρ ζωής και διαφορετικών κοινωνικών εμπειριών, όπως ακριβώς υπάρχουν στην καθημερινότητα, χωρίς να φορτίζονται συμβολικά ή να παρουσιάζονται ως εξαιρέσεις. Όλες αυτές οι εικόνες συνδέονται μεταξύ τους από αυτό το κοινό νήμα του συνηθισμένου, όπου η πόλη αναδύεται ως τόπος κοινής, βιωμένης εμπειρίας και όχι ως αντικείμενο παρατήρησης.
Καθώς το υλικό άρχισε να αποκτά μορφή, παρατηρήσατε επαναλαμβανόμενα μοτίβα ή κοινά οπτικά θέματα; Υπήρχε κάτι που σας εξέπληξε στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αποτυπώνουν τη σχέση τους με τη Λευκωσία;
Ως ένα εγχείρημα βασισμένο σε δεδομένα, το υλικό άρχισε από μόνο του να οργανώνεται σε μοτίβα, καθώς τα θέματα έβρισκαν τον δικό τους ρυθμό. Διαπιστώσαμε ότι εστιάζαμε κυρίως σε στιγμές σπιτιού, οικογένειας και φιλίας, καταγράφοντας τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά συμβάντα που αποκαλύπτουν μια Λευκωσία συνδεδεμένη μέσα από τις καθολικές συνήθειες της καθημερινής ζωής. Η συλλογή αποτελείται από τέτοια αποσπάσματα: το χαχανητό της καθημερινής κουβέντας στην κουζίνα· τον τρόπο που οι φίλοι γέρνουν ο ένας προς τον άλλο σε μια νυχτερινή έξοδο· εκείνη την τελευταία φωτογραφία στο σαλόνι πριν ξεπλυθεί το μακιγιάζ· την αυθόρμητη αγκαλιά ενός φίλου που συναντάς τυχαία σε μια συναυλία μετά από καιρό, καταγεγραμμένη από κάποιον άλλο της παρέας· ένα παιδί που κοιμάται στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου… Πρόκειται για στιγμές της καθημερινότητας, που δείχνουν πως μικροί, οικείοι χώροι συγκροτούν ένα συλλογικό πορτρέτο. Αυτό που με εξέπληξε περισσότερο, ωστόσο, ήταν ο τεράστιος αριθμός από «αστικές γάτες». Φαίνεται πως οι άνθρωποι έχουν μια φυσική τάση να φωτογραφίζουν την πόλη κάθε φορά που εμπλέκεται μια γάτα.
Πώς μεταβάλλεται η εμπειρία του επισκέπτη όταν οι εικόνες παρουσιάζονται αμοντάριστες και δίπλα-δίπλα, χωρίς το ορατό αποτύπωμα της προσωπικής «υπογραφής» ή του εγώ ενός φωτογράφου;
Η έκθεση προσκαλεί τον θεατή να εισέλθει σε αυτούς τους κοινούς ρυθμούς και να νιώσει μέρος τους. Και ακριβώς επειδή ο θεατής αποτελεί μέρος αυτής της εμπειρίας, οι συνηθισμένες τελετουργίες της καθημερινής ζωής αποκτούν σημασία. Σε αυτές τις φωτογραφίες, η παρουσία του δημιουργού εξαφανίζεται. Το όριο μεταξύ του φωτογράφου και του θεατή εξαφανίζεται. Όταν στέκεσαι μπροστά σε αυτές τις εικόνες, η κλίμακα του συνόλου είναι συντριπτική και συναισθηματικά φορτισμένη· βλέπεις τη δική σου ζωή να αντανακλάται μέσα στις ζωές των άλλων. Γι' αυτό και δεν πρέπει να υποτιμούμε το συνηθισμένο: στην ωμή, αμοντάριστη και συλλογική του μορφή, έχει τη δύναμη να συγκινεί βαθιά τον θεατή.
Ποιες είναι οι σκέψεις σας γύρω από την έννοια του «συλλογικού βλέμματος» σήμερα, σε μια εποχή όπου όλοι είμαστε ταυτόχρονα δημιουργοί εικόνων και υποκείμενά τους;
Στη σημερινή εποχή, το «συλλογικό βλέμμα» δεν είναι ένα ενιαίο μάτι που παρατηρεί την πόλη, αλλά χιλιάδες ιδιωτικά βλέμματα που αλληλεπικαλύπτονται. Όλοι είμαστε ταυτόχρονα οι δημιουργοί και τα υποκείμενα της εικόνας. Αυτό σημαίνει ότι η πόλη δεν αποτελεί πλέον κάτι μακρινό, που τεκμηριώνεται από απόσταση, αλλά κάτι που κουβαλάμε στις τσέπες μας, μέσα από τα στιγμιότυπά μας. Εφόσον όλοι παράγουμε εικόνες, το όριο ανάμεσα στην ιδιωτική μας ζωή και τη δημόσια πόλη έχει γίνει διαπερατό. Γι' αυτό και οι καθημερινές μας τελετουργίες μας συνδέουν με ένα μεγαλύτερο, ζωντανό σύνολο.
Τι είναι αυτό που δεν ενώνει αυτές τις εικόνες και γιατί αυτή η έλλειψη συνοχής είναι σημαντική για την έκθεση;
Αυτό που δεν ενώνει αυτές τις εικόνες είναι τα μεγάλα ιδεολογικά αφηγήματα, όπως ο διχασμός, η εθνοτική ταυτότητα ή η δικοινοτικότητα, τα οποία συνήθως κυριαρχούν στην αναπαράσταση της Λευκωσίας. Οι εικόνες αυτές δεν εντάσσονται σε τέτοιες κατηγορίες, γιατί το «συνηθισμένο βλέμμα» κινείται έξω από αυτές. Τα αποσπάσματα αυτά δεν επιχειρούν να αφηγηθούν μία ενιαία ιστορία ούτε να υπηρετήσουν μια συγκεκριμένη ατζέντα· είναι σημαντικά απλώς και μόνο επειδή υπάρχουν, ως συνηθισμένα ίχνη του είναι. Αποφεύγοντας μια επιβεβλημένη ενότητα, η έκθεση αφήνει χώρο για να αναδυθεί ένα πολύ πιο ειλικρινές και πολυφωνικό πορτρέτο της πόλης.

Αν οι φωτογραφίες μπορούσαν να μιλήσουν μεταξύ τους τη νύχτα, τι είδους συζήτηση φαντάζεστε ότι θα είχαν;
«Σε ξέρω;» ή «νομίζω σε είχα δει σε εκείνη τη συναυλία!». Επειδή η Κύπρος είναι μικρή, κατοικούμε ασυνείδητα στη συλλογική μνήμη ο ένας του άλλου. Συχνά βρισκόμαστε στο φόντο της ζωής των άλλων χωρίς καν να το γνωρίζουμε. Έτσι, φαντάζομαι ότι η συζήτηση θα ήταν πολύ συνηθισμένη· ένας διάλογος αναγνώρισης, που αποκαλύπτει ότι σε αυτή την πόλη δεν είμαστε ποτέ πραγματικά ξένοι. Μας συνδέουν αυτές οι ήσυχες, καθημερινές επικαλύψεις.
Αν η Λευκωσία έβρισκε τη δική της φωνή μέσα από αυτές τις εικόνες, ποιος θα ήταν ο τόνος της; Ένας ψίθυρος, μια σταθερή αφήγηση ή μια στιγμή σιωπής;
Στο «Αόρατες Πόλεις» του Ίταλο Καλβίνο υπενθυμίζεται ότι η πόλη δεν πρέπει ποτέ να συγχέεται με τις λέξεις που τη περιγράφουν. Στόχος αυτής της έκθεσης δεν ήταν ποτέ η δημιουργία ή ο ορισμός μιας ενιαίας φωνής για τη Λευκωσία· αυτό στο οποίο επιμένουν οι εικόνες δεν είναι το τι «λένε» για την πόλη. Δεν προσφέρουν μια σταθερή αφήγηση ούτε ένα ενιαίο μήνυμα. Αντίθετα, υπάρχουν σε εκείνον τον χώρο όπου η πόλη απλώς βιώνεται. Αν υπάρχει εδώ μια φωνή, είναι η αδιαμεσολάβητη παρουσία της ίδιας της ζωής. Δεν επιχειρούμε να μιλήσουμε εκ μέρους της Λευκωσίας· απλώς επιτρέπουμε σε αυτά τα ίχνη του είναι να παραμείνουν όπως είναι, χωρίς το βάρος της περιγραφής ή τον θόρυβο ενός μεγάλου αφηγήματος.
Αν κάποιος έβλεπε αυτή την έκθεση σε 50 χρόνια από σήμερα, ποια ίχνη του παρόντος θα θέλατε να αναγνωρίσει;
Η ελπίδα μου είναι να αναγνωρίσει τον εαυτό του μέσα στις «συνηθισμένες» μας στιγμές.
Πότε μια εικόνα παύει να λειτουργεί ως ντοκουμέντο και αρχίζει να λειτουργεί ως εμπειρία;
Μια εικόνα παύει να λειτουργεί ως ντοκουμέντο όταν παύει να αφορά το «τότε» και αρχίζει να αφορά το «τώρα». Το ντοκουμέντο σου λέει τι συνέβη· η εμπειρία σου επιτρέπει να βρίσκεσαι εκεί. Όταν βλέπεις μια φωτογραφία που δεν προσπαθεί να αποδείξει ένα γεγονός ή να καταγράψει μια ημερομηνία, μετατρέπεται σε έναν χώρο που μπορείς να κατοικήσεις.
Η φωτογραφία καταγράφει τον κόσμο όπως είναι ή τον αναδημιουργεί κάθε φορά που τον κοιτάμε;
Ειδικά για τις φωτογραφίες που παρουσιάζονται σε αυτή την έκθεση, η φωτογραφία καταγράφει τον κόσμο όπως είναι· όμως, επειδή πρόκειται για μια κοινή καθημερινότητα που μας αφορά και μας αγγίζει, αναδημιουργείται μέσα στον κόσμο του θεατή. Αυτή είναι και η ομορφιά της. Είναι ένα ίχνος αυτού που υπήρξε, κι όμως γίνεται μια νέα εμπειρία κάθε φορά που δημιουργείται μια σύνδεση· μια επανασύσταση της κοινής μας πραγματικότητας μέσα από τη δύναμη του συνηθισμένου.
*Η έκθεση θα διαρκέσει έως τις 23 Ιανουαρίου στο τέρμα της οδού Λήδρας, στον χώρο Λήδρας / Λοκματζί. Θα είναι ανοικτή για το κοινό από Τρίτη έως Σάββατο, μεταξύ 15:30 και 20:00.
