Κατεβαίνοντας στην πρόσφατα αναπλασμένη οδό Τρικούπη στην παλιά Λευκωσία, λίγα μέτρα μετά τα κουρεία μεταναστών, τα εθνικ μπακάλικα και τα μαγαζιά παντός είδους που παραμένουν αναλλοίωτα στον χρόνο, μια νέα τοιχογραφία έρχεται να συνομιλήσει με την ιστορία και την καθημερινότητα της περιοχής. Ο εικαστικός καλλιτέχνης Twenty Three [23] προσθέτει ακόμη ένα έργο του στο τοπίο της πόλης, επιχειρώντας να αποτυπώσει τις κοινωνικές σχέσεις και τις δυναμικές που συνθέτουν τη ζωή σε αυτόν τον πολυεπίπεδο δρόμο.
Έχεις αναφέρει ότι η τοιχογραφία αντικατοπτρίζει το «κοινωνικό δίχτυ» της περιοχής. Πώς γεννήθηκε αυτή η ιδέα;
Η ιδέα γεννήθηκε μέσα από συζητήσεις με τους ανθρώπους της περιοχής. Δουλεύω εδώ και χρόνια με μεθόδους τοποθετημένων πρακτικών (situated art practice), λαμβάνοντας υπόψη τον χώρο, τους ανθρώπους και το πλαίσιο. Αυτό που με ενδιέφερε δεν ήταν μόνο τι λένε για τον δρόμο, αλλά πώς περιγράφουν τις σχέσεις τους, ποιος βοηθά ποιον, ποιος εξαρτάται από ποιον, τι τους αρέσει στη γειτονιά τους και τι τους ενοχλεί στην καθημερινότητά τους. Το παραδοσιακό κέντημα μου φάνηκε ένα κατάλληλο σύμβολο γι' αυτό, γιατί είναι κάτι φτιαγμένο συλλογικά, εύθραυστο αλλά και ανθεκτικό. Έτσι, το κέντημα γίνεται μια αλληγορία του κοινωνικού διχτυού, ενός εύθραυστου πλέγματος που κρατά τους ανθρώπους ταυτόχρονα συνδεδεμένους και αποσυνδεδεμένους. Το δίχτυ δεν λειτουργεί μόνο ως σύνδεση, αλλά ως πλέγμα σχέσεων που καθιστά τη διαφυγή αδιανόητη ή υπερβολικά δύσκολη, είτε λόγω βιοπορισμού είτε λόγω άλλης ανάγκης.
Πέρασες χρόνο μιλώντας με ανθρώπους που ζουν και εργάζονται εκεί. Σε εξέπληξε κάτι στον τρόπο που βλέπουν τη γειτονιά τους, σε σύγκριση με το πώς τη συζητούν συνήθως οι «απ' έξω»;
Μένω κι εγώ στην ίδια περιοχή και οι συζητήσεις για την παλιά πόλη συχνά μου φαίνονται υπερβολικά θεωρητικές. Για παράδειγμα, κάποιοι φοβούνται να περάσουν από την Τρικούπη, ένας φόβος που σε μεγάλο βαθμό κατασκευάζεται από τα ΜΜΕ. Με εξέπληξε και εμένα, κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου, πόσες διαφορετικές στρώσεις έχει η εικόνα «από μέσα». Οι άνθρωποι που ζουν εκεί δεν μιλούν με όρους καλό ή κακό, επικίνδυνο ή ασφαλές, ανάπτυξη ή παρακμή. Μιλούν για καθημερινότητα, για συνήθεια, για συμβίωση. Οι «απ' έξω» τείνουν να χρησιμοποιούν πιο γενικούς, πιο αφηρημένους όρους. Στην Τρικούπη, ο δρόμος δεν είναι concept· είναι ζωή, με τα καλά και τα κακά της.


Οι φιγούρες στο έργο βασίζονται σε πραγματικά πρόσωπα που γνώρισες ή είναι συνθέσεις πολλών διαφορετικών ζωών;
Είναι συνθέσεις. Δεν ήθελα να κάνω πορτρέτα, αλλά συλλογικές φιγούρες. Κάθε χαρακτήρας κουβαλά στοιχεία από διαφορετικούς ανθρώπους: μια στάση σώματος, μια χειρονομία, μια δουλειά, ένα συναίσθημα. Με ενδιέφερε περισσότερο να αποτυπώσω ρόλους και εμπειρίες, όχι συγκεκριμένες ταυτότητες.
Κάποιοι κάτοικοι λένε ότι ο δρόμος δείχνει πιο όμορφος, αλλά η καθημερινότητά τους δεν έχει αλλάξει. Όταν το ακούς αυτό, τι σκέφτεσαι ως καλλιτέχνης;
Το καταλαβαίνω απόλυτα και το θεωρώ πολύ ειλικρινές. Η τέχνη δεν μπορεί να αλλάξει άμεσα τις συνθήκες ζωής ούτε να λύσει κοινωνικά προβλήματα. Αν κάτι μπορεί να κάνει, είναι να δημιουργήσει έναν χώρο για σκέψη, για διάλογο, για ορατότητα. Το να γίνει ένας δρόμος πιο «όμορφος» δεν σημαίνει ότι γίνεται αυτόματα και πιο δίκαιος με μια τοιχογραφία.

Βλέπεις την τοιχογραφία ως μέρος μιας «αναζωογόνησης» που ενδέχεται να οδηγήσει στον εκτοπισμό υφιστάμενων κοινοτήτων; Πώς πιστεύεις ότι οι πόλεις μπορούν να διαχειριστούν αυτή την ένταση;
Νομίζω ότι η τοιχογραφία μπαίνει αναπόφευκτα μέσα σε αυτό που ονομάζουμε «αναζωογόνηση». Υπάρχει εκείνη η ειρωνική φράση στον χώρο της street art ότι πρώτα οι τοιχογραφίες ανεβάζουν τα ενοίκια και μετά οι street artists μιλούν για την αύξηση των ενοικίων, και κάπως ζούμε όλοι μέσα σε αυτή την αντίφαση. Ταυτόχρονα, δεν πιστεύω ότι η τέχνη από μόνη της προκαλεί τον εκτοπισμό. Αυτό είναι μια συστημική κρίση που αφορά τις περισσότερες σύγχρονες πόλεις και έχει να κάνει με πολιτικές αποφάσεις, επενδυτικά μοντέλα, τουριστικοποίηση και μια στεγαστική αγορά που λειτουργεί όλο και περισσότερο με όρους κέρδους. Η τοιχογραφία, όταν δεν επικοινωνεί κάτι ή δεν συμπεριλαμβάνει τις κοινότητες, μπορεί να λειτουργεί ως σύμπτωμα ή επιταχυντής, αλλά όχι ως η αιτία. Για μένα το ζητούμενο δεν είναι να «καθαρίσουμε» αυτή την ένταση, αλλά να την αναγνωρίσουμε. Πολλές σύγχρονες πόλεις ακολουθούν ένα νεοφιλελεύθερο μοντέλο ανάπτυξης που αντιμετωπίζει την πόλη ως επενδυτικό προϊόν και όχι ως κοινωνικό χώρο. Οι πόλεις μπορούν να διαχειριστούν αυτή την ένταση μόνο αν η ανάπτυξη συνοδεύεται από πραγματικές πολιτικές προστασίας των κατοίκων: έλεγχο ενοικίων, κοινωνική στέγη, συμμετοχή των ίδιων των κοινοτήτων στις αποφάσεις και προστασία ευάλωτων ομάδων. Αλλιώς, η «αναζωογόνηση» κινδυνεύει να είναι απλώς ένα πιο όμορφο όνομα για τον ίδιο παλιό μηχανισμό εκτοπισμού.
Υπήρξε κάποια στιγμή που σκέφτηκες «αυτό ίσως ενοχλήσει κάποιον»;
Θεωρώ ότι είναι μεγάλη ευθύνη να κάνω μια τοιχογραφία σε έναν ιστορικό δρόμο όπως η Τρικούπη, και το ενδεχόμενο να ενοχλήσει κάποιους αποτελεί μέρος της διαδικασίας. Αν μια δουλειά σε δημόσιο χώρο δεν ενοχλεί κανέναν, μάλλον περνά απαρατήρητη. Θεωρώ θεμιτό και αναμενόμενο να μην αρέσει σε όλους· ο δημόσιος χώρος δεν είναι ουδέτερος, ούτε και η τέχνη είναι ουδέτερη. Προσπάθησα, με μια τοποθετημένη καλλιτεχνική παρέμβαση, να ανοίξω ερωτήματα χωρίς να προκαλέσω επιθετικά ή επιφανειακά.

Πόσο αποτελεσματική θεωρείς ότι είναι η τέχνη ως εργαλείο αστικής μεταμόρφωσης, σε σύγκριση με οικονομικές ή πολιτικές παρεμβάσεις;
Η τέχνη δεν μπορεί να αντικαταστήσει τις πολιτικές ή οικονομικές παρεμβάσεις. Η δύναμή της είναι περισσότερο συμβολική: στο να αλλάζει τον τρόπο που βλέπουμε έναν χώρο, στο να κάνει ορατά πράγματα που πριν ήταν αόρατα, στο να ανοίγει διάλογο και να δημιουργεί συζητήσεις.
Πώς πιστεύεις ότι μπορούν να συνυπάρξουν η πολιτιστική ταυτότητα και η εμπορική ανάπτυξη μιας περιοχής;
Η συνύπαρξη είναι δυνατή μόνο αν οι ίδιες οι κοινότητες έχουν λόγο. Όταν η πολιτιστική ταυτότητα γίνεται απλώς εργαλείο branding, χάνει το νόημά της. Πρέπει να παραμένει κάτι ζωντανό και όχι διακοσμητικό.
Τώρα που η τοιχογραφία έχει ολοκληρωθεί, πώς τη βλέπεις;
Δεν τη βλέπω ως κάτι τελειωμένο. Από τη στιγμή που μπαίνει στον δρόμο, παύει να μου ανήκει. Την αλλάζει ο χρόνος, ο καιρός, ο κόσμος. Με ενδιαφέρει περισσότερο πώς ζει μέσα στην πόλη, παρά πώς ήταν την ημέρα που ολοκληρώθηκε.
*Το έργο χρηματοδοτήθηκε από την ΕΤΑΠ Λευκωσίας και έγινε σε συνεργασία με τον Δήμο Λευκωσίας. Φωτογραφίες:Πεππίνος Σκούλλος
