Παράθυρο logo
Από την Πράσινη Γραμμή στην κατανόηση της ιστορίας
Δημοσιεύθηκε 06.04.2026 14:00
Από την Πράσινη Γραμμή στην κατανόηση της ιστορίας

Μια συνομιλία με τον ιστορικό Δρ.Πέτρο Παπαπολυβίου για την Πράσινη Γραμμή, τη μνήμη της Λευκωσίας και τις προκλήσεις της ιστορίας.

Το Λεβέντειο Μουσείο πραγματοποίησε την περασμένη Δευτέρα την τρίτη διάλεξη την της σειράς διαλέξεων στο πλαίσιο της προσωρινής έκθεσης του μουσείου «Sector 2: Nicosia» με τίτλο «Οι δημόσιες αντιλήψεις για την Πράσινη Γραμμή στα πρώτα χρόνια μετά την επιβολή της (1964–1967): Απόρριψη ή σταδιακή αποδοχή;» με ομιλήτη τον ιστορικό Δρ Πέτρο Παπαπολυβίου. Με αφετηρία την Πράσινη Γραμμή και τη Λευκωσία του 1964, μιλήσαμε μαζί του για τη μνήμη, την ιστοριογραφία και τον τρόπο που διδάσκεται και κατανοείται σήμερα η ιστορία στην Κύπρο.

Πώς ξεκίνησε αυτή η έρευνα; Γιατί ασχοληθήκατε με αυτό το θέμα; 

Ο λόγος που επέλεξα το συγκεκριμένο θέμα ήταν για να απαντήσω πρώτα σε δικά μου ερωτήματα, αφού είναι ένα ειδικό κεφάλαιο που δεν έχει μελετηθεί μέχρι σήμερα. Μελέτησα τον ελληνικό κυπριακό Τύπο των ετών 1964-1967 και συγκεκριμένες εφημερίδες και περιοδικά του 1956 και του 1958, καθώς και τη βιβλιογραφία τόσο της πολιτικής ιστορίας του Κυπριακού όσο και την τοπική για τη Λευκωσία. Πολύ χρήσιμες ήταν κι οι συνεντεύξεις που πήρα για το θέμα αυτό με παλιούς Λευκωσιάτες ή ανθρώπους που έζησαν στη Λευκωσία τις δεκαετίες του 1950 και του 1960. Ποια ήταν τα κυριότερα συναισθήματα και αντιδράσεις των κατοίκων της Λευκωσίας όταν χαράχτηκε η Πράσινη Γραμμή;  

Οι εφημερίδες και η δημόσια συζήτηση της περιόδου τόνιζαν σχεδόν ομόφωνα ότι η γραμμή ήταν κάτι αρνητικό, ένα βίαιο και προσωρινό μέτρο που έπρεπε να αρθεί. Επικρατούσε έντονα η αντίληψη ότι επιβλήθηκε από τους Βρετανούς ως μέσο διαχωρισμού, ένα αφήγημα που, αν και επιβιώνει μέχρι σήμερα, τότε είχε σχεδόν καθολική απήχηση. Συγκεκριμένα, προβαλλόταν έντονα η καταστροφή ενός σημαντικού τμήματος μικρών επιχειρήσεων, κυρίως στην Οδό Ερμού και στην Οδό Πάφου, αλλά και οι επιπτώσεις σε μεγαλύτερες επιχειρηματικές μονάδες. Αναφέρονταν, για παράδειγμα, περιπτώσεις όπως το καπνεργοστάσιο του Διανέλου Βεργόπουλου, καθώς και άλλες μεγάλες επιχειρήσεις που έχασαν περιουσιακά στοιχεία, όπως οχήματα και εγκαταστάσεις που έμειναν στον τουρκικό τομέα. Αντίθετα, δινόταν σαφώς μικρότερη έμφαση στις οικογένειες που προσφυγοποιήθηκαν. Το βάρος της αφήγησης έπεφτε κυρίως σε όσους έχασαν τα καταστήματά τους ή βρέθηκαν πάνω στη γραμμή. Υπήρχαν περιπτώσεις όπου, κυριολεκτικά, πίσω ή απέναντι από ένα μαγαζί βρισκόταν μια οπλισμένη θέση, γεγονός που δημιουργούσε έντονο φόβο και απέτρεπε τον κόσμο από το να κατεβαίνει στην περιοχή. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την πλήρη πτώση του τζίρου για μήνες, οι δρόμοι έμεναν έρημοι. Δεν επηρεάστηκαν μόνο τα καταστήματα που βρέθηκαν ακριβώς πάνω στη γραμμή και εγκαταλείφθηκαν ή δεν ήταν προσβάσιμα. Υπήρχε γενικευμένο κλίμα φόβου: ένα μικρό λάθος, μια απόσταση λίγων μέτρων, μπορούσε να οδηγήσει σε σύλληψη, ομηρία ή και εξαφάνιση. Αυτή η αβεβαιότητα διαμόρφωνε την καθημερινότητα. Είναι χαρακτηριστικό ότι μόλις στις 2 Ιανουαρίου τα Χριστούγεννα του 1964, δηλαδή μόνο μερικές έναν χρόνο μετά τα γεγονότα, ο Μακάριος επισκέφθηκε την Οδό Λήδρας και την Οδό Ερμού, επιχειρώντας με την παρουσία του να στείλει ένα μήνυμα στον κόσμο: να μην φοβάται. Υπήρχαν διαφορές μεταξύ ε/κ και τ/κ; 

Πρόκειται για ένα σύνθετο και ιδιαίτερα σημαντικό ζήτημα. Σε ό,τι αφορά τις τουρκοκυπριακές θέσεις, η πρόσβαση είναι κυρίως έμμεση: βασίζεται σε δευτερογενείς πηγές, όπως μεταφρασμένα κείμενα στα ελληνικά ή στα αγγλικά, αναφορές στον ελληνοκυπριακό Τύπο και μελέτες άλλων ερευνητών. Σε γενικές γραμμές, η τουρκοκυπριακή αφήγηση εστιάζει στην ανάγκη απομάκρυνσης για λόγους ασφάλειας. Προβάλλεται η θέση ότι η αποχώρηση ήταν αναγκαία για να αποφευχθεί ο κίνδυνος βίας, ακόμη και εξόντωσης. Πρόκειται, ουσιαστικά, για μια δικαιολόγηση της στάσης της ηγεσίας, η οποία υποστηρίζει ότι η παραμονή τους στην κυβέρνηση και στο κοινό κράτος θα έθετε σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή των Τουρκοκυπρίων.  Από την άλλη πλευρά, οι ελληνοκυπριακές εφημερίδες συχνά προβάλλουν διαφορετικές εικόνες. Αναφέρονται, για παράδειγμα, περιπτώσεις Τουρκοκυπρίων καταστηματαρχών που παρέμειναν σε ελληνοκυπριακές περιοχές χωρίς να υποστούν ζημιές, προβάλλοντας μια εικόνα ειρηνικής συνύπαρξης. Τονίζεται ότι οι σχέσεις μεταξύ «απλών ανθρώπων» ήταν καλές και ότι δεν υπήρχαν ουσιαστικές διαφορές σε κοινωνικό επίπεδο. Ωστόσο, και αυτή η προσέγγιση μπορεί να ιδωθεί ως ένα είδος στερεοτύπου, που απλουστεύει μια πολύ πιο σύνθετη και συχνά αντιφατική πραγματικότητα. Υπάρχει ερευνητικό κενό γύρω από αυτή την περίοδο; Θα μπορούσε να υπάρχει κάτι περισσότερο, ώστε να αναγνωστεί καλύτερα η εποχή; 

Ναι, κυρίως για δύο λόγους.Ο πρώτος έχει να κάνει με το πού έχει δοθεί μέχρι σήμερα το βάρος της ιστοριογραφίας. Η προσοχή έχει επικεντρωθεί κυρίως στα πολιτικά και διπλωματικά γεγονότα: στην εσωτερική κατάσταση, στην άφιξη του Γρίβα στην Κύπρο τον Ιούνιο του 1964, στη δημιουργία της Εθνικής Φρουράς, στους βομβαρδισμούς της Τηλλυρίας τον Αύγουστο, αλλά και στις διεθνείς πρωτοβουλίες, όπως το Σχέδιο Άτσεσον και οι συνομιλίες στη Γενεύη. Παράλληλα, εξετάζεται η δυναμική των σχέσεων μεταξύ Αθήνας και Λευκωσίας, το ζήτημα του ελέγχου και της πρωτοβουλίας κινήσεων, καθώς και η δράση των ένοπλων ομάδων και από τις δύο κοινότητες. Η βιβλιογραφία, επομένως, εστιάζει κυρίως στα «μεγάλα» γεγονότα, τη διπλωματική ιστορία, τις διασκέψεις ,όπως εκείνη του Λονδίνου, και τα ερωτήματα γύρω από τη μορφή της ειρηνευτικής δύναμης (αν θα ήταν νατοϊκή ή υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, όπως τελικά συνέβη με τη συμμετοχή χωρών όπως ο Καναδάς και η Δανία). Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, έχει μείνει στο περιθώριο η εμπειρία της καθημερινότητας, τι σκεφτόταν και τι βίωνε ο απλός άνθρωπος. Βέβαια, τίθεται και το ερώτημα κατά πόσο αυτή η φωνή θα μπορούσε να αποτυπωθεί εύκολα σε συνθήκες έντασης. Σε περιόδους όπου καταγράφονται δολοφονίες αμάχων, συχνά τυφλές, και επικρατεί ένα γενικευμένο κλίμα φόβου, η δημόσια έκφραση περιορίζεται δραστικά. 

Ο δεύτερος λόγος είναι πιο δομικός, η έλλειψη πηγών. Δεν υπάρχει ένα συγκροτημένο σώμα μαρτυριών ή τεκμηρίων που να επιτρέπει σε έναν νέο ερευνητή να προσεγγίσει συστηματικά το ερώτημα του πώς βίωσε ο απλός Λευκωσιάτης αυτά τα καθοριστικά γεγονότα για την ιστορία της πόλης. Μπορεί να βοηθήσει η λογοτεχνία ή η φωτογραφία, αλλά κι αυτές έχουν όρια. Και αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον αν λάβουμε υπόψη ότι οι ρίζες αυτών των εξελίξεων δεν βρίσκονται μόνο στο 1963–64, αλλά ανάγονται ήδη στην περίοδο 1956–1958, στα χρόνια του αγώνα της ΕΟΚΑ. Ήδη τότε εμφανίζονται φαινόμενα όπως τα συρματοπλέγματα, ο διαχωρισμός των περιοχών, οι καταστροφές και οι πυρπολήσεις εκκλησιών και κατοικιών , στοιχεία που προϊδεάζουν για όσα θα ακολουθήσουν. 

Υπάρχει διαφορά στο πώς ο κόσμος το βίωσε τότε, πώς το ερμήνευσε αργότερα και πώς το θυμάται σήμερα; Ναι, χωρίς αμφιβολία. Ένα κομβικό στοιχείο εδώ είναι ο ρόλος των συμβόλων. Αν σκεφτούμε, για παράδειγμα, το φυλάκιο της Οδού Λήδρας, μπορούμε να καταλάβουμε το βάρος που είχε ως σύμβολο. Τι σήμαινε για τον απλό Λευκωσιάτη που το έβλεπε καθημερινά; Τι σήμαινε για έναν επισκέπτη, έναν ξένο; Ήταν ένα ισχυρό ορατό σημάδι διαχωρισμού, φόβου και αβεβαιότητας. Σήμερα, όμως, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Περνάς από το ίδιο σημείο, κάθεσαι για φαγητό ή καφέ, κινείσαι ελεύθερα, διασχίζεις τη γραμμή. Ο χώρος έχει αλλάξει χρήση, αίσθηση και νόημα. Αυτό από μόνο του δείχνει πόσο μεταβάλλεται η εμπειρία του τόπου μέσα στον χρόνο. Αν τα βιώματα και τα συναισθήματα μιας εποχής δεν καταγραφούν τη στιγμή που συμβαίνουν, τότε η μνήμη ανακατασκευάζεται εκ των υστέρων. Κάποιος που προσπαθεί να θυμηθεί μετά από 20 ή 30 χρόνια είναι πολύ πιθανό να «επιστρατεύσει» τα σημερινά του βιώματα και όχι εκείνα που είχε πραγματικά τότε. Και εδώ προκύπτει ένα ακόμη ζήτημα: μπορούμε πράγματι να ζητήσουμε από έναν Λευκωσιάτη, που έζησε διαδοχικές, βαθιές και συχνά τραυματικές αλλαγές στο Κυπριακό και στην ιστορία της πόλης του από το 19564 μέχρι σήμερα, να τις βάλει σε μια καθαρή σειρά και να ανακαλέσει με ακρίβεια τα συναισθήματά του; Γι’ αυτό οι σύγχρονες πηγές της εποχής, όπως προσωπική αλληλογραφία, μαρτυρίες ή συνεντεύξεις, είναι εξαιρετικά πολύτιμες. Ωστόσο, τέτοιου είδους τεκμήρια είναι σπάνια, γεγονός που καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την ανασύνθεση της εμπειρίας εκείνης της περιόδου. Υπάρχει ενδιαφέρον από τους νέους στην Κύπρο για τη μελέτη της ιστορίας; Διδάσκω κάθε χρόνο στο Πανεπιστήμιο ένα προπτυχιακό μάθημα για την ιστορία της Κύπρου, το οποίο είναι ανοιχτό και σε φοιτητές από άλλα τμήματα. Εκεί διαπιστώνεται έντονο ενδιαφέρον, ιδιαίτερα από νέους που δεν ανήκουν καν στη Φιλοσοφική Σχολήστον χώρο της ιστορίας. Αυτό είναι πολύ ενθαρρυντικό και δίνει μια αίσθηση ικανοποίηση, γιατί φαίνεται ότι υπάρχει διάθεση για γνώση. Ταυτόχρονα, όμως, πολλοί νέοι που ολοκληρώνουν το σχολείο δεν έχουν κατακτήσει ούτε τις βασικές γνώσεις για την ιστορία της Κύπρου και το Κυπριακό. Δεν είναι απαραίτητο ένας μαθητής 17–18 ετών να γνωρίζει σε βάθος όλα τα ζητήματα, αλλά είναι σημαντικό να έχει κατανοήσει τα βασικά. Η έλλειψη αυτής της γνώσης μπορεί να τον καταστήσει ευάλωτο: να επηρεαστεί από αμφιλεγόμενες ή υποκινούμενες αφηγήσεις στο διαδίκτυο, να υιοθετήσει ανακριβείς θέσεις και ακόμη και να οδηγηθεί σε φανατισμό γύρω από ζητήματα που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Και αυτό είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό. Γενικά είναι πολύ στενάχωρο το ότι η ιστορία αντιμετωπίζεται ως ένα μάθημα το οποίο πρέπει να μάθεις παπαγαλία κάποιες σελίδες για να περάσεις στις Παγκύπριες εξετάσεις. Ενώ η ιστορία του τόπου σου θα έπρεπε να ήταν ένα από τα πιο σημαντικά μαθήματα. Θεωρώ εξίσου προβληματική και την αδυναμία των νέων στη γεωγραφία. Είναι απογοητευτικό να μην γνωρίζουν βασικά στοιχεία της γεωγραφίας της Κύπρου. Διαπιστώνω συχνά, ακόμη και σε αποφοίτους του Πανεπιστημίου ή φοιτητές, σημαντικά κενά, να μην μπορούν, για παράδειγμα, να εντοπίσουν βασικές περιοχές της Κύπρου. Αυτό δείχνει μια συνολικότερη αποτυχία. Και βέβαια, χωρίς γεωγραφική γνώση, είναι δύσκολο να κατανοηθεί και η ιστορία. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί νέοι δεν γνωρίζουν ούτε βασικές τοποθεσίες, όπως για παράδειγμα ποιες περιοχές εμπίπτουν στις Βρετανικές Βάσεις. Πιστεύετε ότι θα μπορούσε να υπήρχε ένας άλλος τρόπος για τη διδασκαλία της ιστορίας; Βεβαίως, χρειάζεται να αλλάξει και ο τρόπος διδασκαλίας, αλλά και επιτέλους τα σχολικά βιβλία. Το βιβλίο ιστορίας που χρησιμοποιείται σήμερα είναι ουσιαστικά το ίδιο με εκείνο που διδασκόταν πριν από 30 χρόνια. Πρόκειται για ένα ζήτημα που με απασχολεί έντονα εδώ και δεκαετίες. Τοαυλάχιστον, τόχρονα, υπάρχει πλέον διάθεση για αλλαγή. Το γνωρίζει η πολιτική ηγεσία, το γνωρίζουν οι εκάστοτε υπουργοί, όπως και οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί. Υπάρχουν πολλοί νέοι επιστήμονες, με διδακτορικά και μεταπτυχιακές σπουδές, που θα μπορούσαν μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα να συμβάλουν στη συγγραφή σύγχρονου βιβλίου ιστορίας. Υπάρχουν επίσης εξαιρετικοί δάσκαλοι και καθηγητές, καλά ενημερωμένοι και με πρόσβαση σε πλούσιο υλικό.  Ωστόσο, παρά αυτές τις δυνατότητες, το εκπαιδευτικό σύστημα φαίνεται να διστάζει να αγγίξει το βιβλίο της ιστορίας.   Παρατηρώ επίσης ότι, κατά καιρούς, αναβιώνουνται ζητήματα του παρελθόντος με έντονο φανατισμό, θυμίζοντας περιόδους όπως το 1971–1974, ότανπου απουσίαζαν η ωριμότητα, η ψυχραιμία και ο σεβασμός στην αντίθετη άποψη. Μια εύλογη εξήγηση είναι το τραύμα: απώλειες, αγνοούμενοι, προσφυγιά. Ωστόσο, δεν είναι ο μόνος παράγοντας. Υπάρχουν και φορείς και παράγοντες που συντηρούν αυτές τις αντιπαραθέσεις για ιδεολογικούς ή πολιτικούς λόγους, ιδιαίτερα σε προεκλογικές περιόδους. Το αποτέλεσμα είναι ότι ακόμη και γεγονότα όπως το 1955 εξακολουθούν να προκαλούν έντονες συγκρούσεις, κάτι που για έναν ιστορικό είναι απογοητευτικό. Παράλληλα, αυτή η κατάσταση δυσκολεύει και το έργο του εκπαιδευτικού: ένας νεότερος δάσκαλος μπορεί να διστάσει να ακουμπίσει νοίξει ευαίσθητα ζητήματα στην τάξη, φοβούμενος τις αντιδράσεις. Σε τελική ανάλυση, η ίδια η κοινωνία δεν έχει ακόμη συμφιλιωθεί πλήρως με το παρελθόν της και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό. 

Πώς φαντάζεστε τους ιστορικούς του μέλλοντος; Η πληθώρα πληροφοριών σήμερα δυσκολεύει την αντικειμενική προσέγγιση της επιστήμης της ιστορίας; 

Κανείς δεν ξέρει πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα, αλλά σίγουρα υπάρχουν και θετικά και ανησυχητικά στοιχεία. Από τη μία, το ότι ανοίγουν συνεχώς αρχεία είναι εξαιρετικό. Από την άλλη, το υλικό είναι πλέον τόσο τεράστιο που κανείς δεν μπορεί να τα μελετήσει όλα. Γι’ αυτό και οδηγούμαστε σε όλο και μεγαλύτερη εξειδίκευση. Παλιά οι ιστορικοί μελετούσαν ολόκληρους αιώνες· σήμερα μπορεί να είναι ειδικοί σε μια δεκαετία ή και σε ένα συγκεκριμένο γεγονός. Το πιο ανησυχητικό, όμως, είναι η τεχνητή νοημοσύνη. Εκεί που ένα καλό διδακτορικό ήθελε χρόνια δουλειάς, τώρα μπορείς θεωρητικά με ένα «κλικ» να παράγεις εκατοντάδες σελίδες. Το θέμα είναι: ποιος ελέγχει αυτό το υλικό; ποιος επιλέγει τις πηγές; και πόσο αξιόπιστο είναι το αποτέλεσμα; Άρα, ναι, οι δυνατότητες είναι τεράστιες αλλά μαζί τους μεγαλώνουν και οι προκλήσεις. Και αυτό κάνει το μέλλον της ιστορίας ταυτόχρονα συναρπαστικό και συνάμα λίγο ανησυχητικό. 

Η ιστορία μπορεί να αποδώσει δικαιοσύνη; 

Όχι. Και δεν είναι αυτή η δουλειά της. Υπάρχει το στερεότυπο ότι «θα μας δικαιώσει η ιστορία». Δεν το πιστεύω. Η δουλειά του ιστορικού είναι να ερμηνεύσει, να θέσει ερωτήματα, να κατανοήσει πώς σκέφτονταν οι άνθρωποι.  

Βλέποντας το προηγούμενο του Βερολίνου, θα μπορούσε η Λευκωσία να ζήσει κάτι αντίστοιχο με την Πράσινη Γραμμή, μέσα από τη δυναμική της ίδιας της κοινωνίας; Το βασικό ζήτημα είναι η ασφάλεια. Όσο υπάρχουν στρατοί και όπλα, είτε τα βλέπεις είτε όχι, υπάρχει και ο φόβος. Από τη μια τίθεται το ζήτημα της αποχώρησης του τουρκικού στρατού· από την άλλη, ένας Τουρκοκύπριος θα μιλήσει για τη δική του ανασφάλεια. Όλα αυτά συνδέονται με τα βιώματα της κάθε πλευράς. Κοιτάζω το θέμα με σκεπτικισμό. Μεγάλωσαν ολόκληρες γενιές χωρίς επαφή με την άλλη κοινότητα και χωρίς να γνωρίζουν ολόκληρη την Κύπρο. Ακόμη κι εγώ που γεννήθηκα το 1960, όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα, η πρώτη φορά που τα πέρασα  δεν πήγα στο σπίτι μου στη Λάπηθο, ήθελα να πάω να δω την παλιά Λευκωσία, επειδηλαδή δεν την είχα δει ποτέ. Δεν είχα δει τον δρόμο που πάει από Λευκωσία στην Κερύνεια μέσω του Αγίου Ιλαρίωνος γιατί έπρεπε να πηγαίνουμε στη Λάπηθο μέσω της Μύρτου. Μεγάλωσε μια ολόκληρη γενιά Κυπρίων τη δεκαετία του 1960 χωρίς τουρκοκύπριους γείτονες και χωρίς να γνωρίσει την Κύπρο που ήταν μέσα στους θύλακες. Θέλω να πω ότι, είχανε ουσιαστικά αποκοπεί από ένα κομμάτι της Κύπρου, ασχέτως ότι που δεν ήταν τόσο μεγάλο όπως το αυτό της κατοχής. Δεν ξέρω πώως ένιωθαν οι μεγαλύτεροι από μένα που έζησαν μια Λευκωσία ενιαία, που έζησαν δουλεύοντας δίπλα από τους τουρκοκύπριους. Αυτό θεωρώ αυξάνει τη δυσκολία, πόσο μάλλον για τα παιδιά που γεννήθηκαν πριν είκοσι χρόνια και μεγάλωσαν με αυτό το τείχος. Είναι ένα τείχος, κυριολεκτικά και μεταφορικά.

 

Τελευταία νέα