Με την απόκτηση από την ελληνική Πολιτεία των φωτογραφιών-ντοκουμέντων από την έκτελεση των 200 κομμουνιστών στην Καισαριανή την Πρωτομαγιά του 1944, που ήρθαν στο φως τις τελευταίες μέρες, επουλώνεται το "μετεμφυλιακό τραύμα", δικαιώνονται όσοι αγωνίστηκαν κατά των κατακτητών και μετά βρέθηκαν διωκόμενοι, και η ιστορία της ελληνικής Αριστεράς μπορεί να αποτελεί πλέον θεσμικά και πολιτισμικά αναπόσπαστο τμήμα της ιστορίας του ελληνικού έθνους, είπε στο ΚΥΠΕ ο Καθηγητής Δημόσιας Ιστορίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, Χάρης Αθανασιάδης.
Ο Καθηγητής τόνισε, επίσης, τη σημασία του μέσου, τη δύναμη της φωτογραφίας στη μετάδοση του μηνύματος, ενώ απέδωσε την ευρεία αποδοχή και διάδοση των φωτογραφιών εν μέρει στην ανάγκη ανάτασης της ελληνικής κοινωνίας με ένα ένδοξο παρελθόν που ξέφευγε από την ιδιοτέλεια, προκειμένου να σπάσει τη συνθήκη κυνισμού που επικρατεί στο παρόν της.
Η σημασία των φωτογραφιών για την ιστοριογραφία και τη συλλογική ιστορική μνήμη
Απαντώντας για τη σημασία των φωτογραφιών, αφενός για τους ιστορικούς και την ιστοριογραφία και αφετέρου για τη Δημόσια Ιστορία, τη συλλογική ιστορική μνήμη, ο κ. Αθανασιάδης είπε ότι για την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή "είχαμε πολλές αφηγήσεις, είχαμε πολλές καλλιτεχνικές μεταπλάσεις, αλλά λιγοστά υλικά τεκμήρια. Οι φωτογραφίες έρχονται να καλύψουν αυτό το κενό. Αποτυπώνουν εύγλωττα την κίνηση των φορτηγών που μετέφεραν τους κρατούμενους, την είσοδό τους στο Σκοπευτήριο, τη στιγμή της εκτέλεσης".
Σημείωσε ότι επιτρέπουν, επίσης, κάποιες ταυτοποιήσεις προσώπων, με τις πρώτες τρεις να έχουν ήδη γίνει. "Δεν αποκλείεται, ακόμα, να αποκαλύψουν λεπτομέρειες που δεν είναι ορατές σε πρώτη ματιά. Οι ιστορικοί δουλεύουμε σαν τους αρχαιολόγους, που χαίρονται όταν ξεθάβουν ένα άγαλμα, αλλά κοσκινίζουν και το γύρω χώμα, διότι γνωρίζουν πως οι πολλές πληροφορίες κρύβονται εκεί".
Όσον αφορά το ευρύτερο κοινό, είπε ότι με το που αναρτήθηκαν οι φωτογραφίες από τον Βέλγο πωλητή σε διαδικτυακή δημοπρασία, τα κοινωνικά δίκτυα πήραν φωτιά. "Η είδηση ξέφυγε γρήγορα από τα συνάφια των ιστορικών και πέρασε στο κοινωνικό σύνολο. Κόμματα, δήμοι και προσωπικότητες καλούσαν την κυβέρνηση να κινηθεί επίσημα, ώστε το σύνολο των φωτογραφιών να περιέλθει στο κράτος. Στη δημόσια σφαίρα η συγκίνηση ξεχείλιζε, αλλά δεν έλειψαν ούτε οι απαξιωτικές κρίσεις. Οι διαμάχες που ανέκυψαν αφορούσαν λιγότερο το εάν και πόσο είναι σημαντικά τεκμήρια, και περισσότερο το εάν και πόσο μπορούν να θεωρηθούν μέρος της πολιτιστικής κληρονομιάς του έθνους και όχι μόνο της Αριστεράς", σημείωσε.
Τελικώς, το ελληνικό κράτος ανταποκρίθηκε και όπως φαίνεται οι φωτογραφίες θα περιέλθουν στο Υπουργείο Πολιτισμού ή στο Ίδρυμα της Βουλής. "Η εξέλιξη αυτή συνιστά κρίσιμο βήμα", υπογράμμισε ο Καθηγητής. Όπως εξήγησε, λόγω του Εμφυλίου Πολέμου, υπήρχε διάχυτη μια αίσθηση στην Ελλάδα ότι η ιστορία της Αριστεράς δεν είναι ακριβώς μέρος της ιστορίας του έθνους. "Η ματωμένη Πρωτομαγιά του 1944, που μας ενδιαφέρει εδώ, διαπερνούσε την κοινωνία σαν αντήχηση, αλλά δεν είχε βρει μια θέση στην επίσημη αφήγηση. Το γεγονός, λοιπόν, ότι το Υπουργείο Πολιτισμού ονόμασε τις φωτογραφίες μέρος της πολιτισμικής μας κληρονομιάς, ολοκληρώνει και πολιτισμικά μια διαδικασία που είχε αρχίσει να ξεδιπλώνεται θεσμικά μετά την κατάρρευση της Δικτατορίας".
Κάνοντας μια σύντομη ιστορική αναδρομή στη θεσμική αποκατάσταση της Αντίστασης, ο κ. Αθανασιάδης ανέφερε ότι το 1974 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής νομιμοποίησε το Κομμουνιστικό Κόμμα, το οποίο ήταν στην παρανομία για 25 χρόνια, το 1982 ο Ανδρέας Παπανδρέου αναγνώρισε την Εθνική Αντίσταση και το 1989 η κυβέρνηση Τζαννετάκη ψήφισε τον νόμο για την άρση των συνεπειών του Εμφυλίου Πολέμου. "Στο θεσμικό και νομικό επίπεδο τα βήματα για την ένταξη της Αριστεράς στο κράτος και το έθνος είχαν ολοκληρωθεί. Δεν συνέβαινε όμως το ίδιο στο επίσημο πολιτισμικό πεδίο", ανέφερε, σημειώνοντας ότι η μνήμη της εκτέλεσης των 200 δεν είχε σβήσει στα χρόνια που μεσολάβησαν.
Όπως εξήγησε, η εκτέλεση των 200 γνώρισε πολλαπλές καλλιτεχνικές μεταπλάσεις. "Ήδη από την επόμενη χρονιά, το 1945, είχαμε ζωγραφικές απεικονίσεις, με πιο γνωστή το χαρακτικό του Τάσσου, ποιητικές μεταπλάσεις από τον Ρίτσο, τον Βάρναλη και άλλους. Προσωπικά πιο πολύ απ’ όλες μου αρέσει η υπαινικτική αναφορά του Καββαδία «Στον τοίχο της Καισαριανής μας φέραν από πίσω. Κι ίσα έν' αντρίκιο ανάστημα ψηλώσαν το σωρό»", καθώς, όπως είπε, στο ποίημα αυτό ο Καββαδίας παραβάλλει αριστοτεχνικά εικόνες από τη φασιστική βία του Φράνκο στην Ισπανία, κυρίως τη δολοφονία του ποιητή Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, με ομόλογες περιπτώσεις της Ελλάδας, τη ματωμένη Πρωτομαγιά και τη σφαγή στο Δίστομο. "Το ποίημα αυτό μελοποιήθηκε μυσταγωγικά από τον Θάνο Μικρούτσικο και πέρασε στο στόμα των πολλών".
Αναφέρθηκε, ακόμα και σε άλλα πολλά πασίγνωστα τραγούδια με ευθείες ή υπαινικτικές αναφορές στους 200. Για παράδειγμα, το ζεϊμπέκικο του Ξαρχάκου σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου, που ερμηνεύτηκε από τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, «ήρθαν και βασίλεψαν τα βαθιά σου μάτια, κάποιο Σαββατόβραδο στην Kαισαριανή» ή το άλλο του Χατζιδάκι, σε στίχους Νίκου Γκάτσου «Παράξενη πρωτομαγιά, μ' αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφάνια, ήρθ' ο καιρός του ‘έχε γεια’…». Αποκορύφωμα, πρόσθεσε, αποτελεί η ταινία του Παντελή Βούλγαρη «Το τελευταίο σημείωμα», που βάζει στο κέντρο, τραγικό ήρωα, τον Ναπολέοντα Σουκατζίδη, τον μεταφραστή του Χαϊδαρίου, ο οποίος "επέλεξε την περήφανη εκτέλεση από την ιδιοτελή επιβίωση".
"Όλα αυτά όμως αναδύονταν από την κοινωνία, δεν έρχονταν από την Πολιτεία", συνέχισε ο κ. Αθανασιάδης. Με αφορμή τις φωτογραφίες "η διάχυτη αυτή μνήμη υιοθετείται και επίσημα από την Πολιτεία. Μια τέτοια κίνηση είναι αναγκαία προϋπόθεση ώστε να κρυσταλλωθεί τελεσίδικα ως μέρος της πολιτισμικής μνήμης του έθνους. Συνεπώς, οκτώ δεκαετίες από το τέλος του πολέμου, μπορούμε πλέον να θεωρήσουμε ότι η ιστορία της ελληνικής Αριστεράς αποτελεί θεσμικά και πολιτισμικά αναπόσπαστο τμήμα της ιστορίας του ελληνικού έθνους", υπογράμμισε.
Ερωτηθείς αν με αυτό τον τρόπο επουλώνεται το «μετεμφυλιακό τραύμα», απάντησε "ναι, και αυτό αποτελεί μια δικαίωση για όσους και όσες, ενώ αγωνίστηκαν κατά των κατακτητών, βρέθηκαν διωκόμενοι, την ώρα που πολλοί από όσους συνεργάστηκαν, έγιναν μέρος των μηχανισμών του κράτους".
Η δύναμη των φωτογραφιών
Σύμφωνα με τον Καθηγητή Αθανασιάδη, μια από τις πιο δυνατές εικόνες που δημοσιεύτηκαν, είναι η φωτογραφία που αποτυπώνει μία ομάδα ανδρών να κινούνται προς την είσοδο του Σκοπευτηρίου. "Θα τους περιμέναμε σκυφτούς, αλλά τους βλέπουμε ευθυτενείς. Το στόμα τους φαίνεται μισάνοιχτο, που σημαίνει ότι μάλλον φωνάζουν συνθήματα ή τραγουδούσαν. Είχαμε πράγματι μαρτυρίες από εκείνη την εποχή ότι περπατούσαν έτσι λεβέντικα και ότι τραγουδούσαν τον εθνικό ύμνο. Έτσι τους αναπαρέστησε και ο Παντελής Βούλγαρης στην ταινία, αλλά πιστεύμαμε πως ήταν ηρωικές, εξιδανικευμένες αφηγήσεις. Φαίνεται όμως πως ήταν αληθινές, και είναι εντυπωσιακό ότι κάποιοι άνθρωποι βαδίζουν προς τον θάνατο άφοβα, ίσως επειδή πίστευαν πως έχουν νόημα οι επιλογές τους, η ζωή τους ήταν πλήρης νοήματος, και υπ’ αυτή την έννοια αποκτούσε νόημα και ο θάνατός τους".
Μια δεύτερη φωτογραφία, δείχνει τη στιγμή πριν την εκτέλεση. "Στέκονται όλοι όρθιοι με ανοιχτά τα μάτια. Ένας από αυτούς έχει υψωμένο το χέρι σε γροθιά, ένας στέκεται προσοχή σαν να ακούει τον εθνικό ύμνο. Μάλλον τραγουδούσαν τον εθνικό ύμνο, το ξέρουμε άλλωστε από μαρτυρίες, αλλά είναι αλλιώς να το βλέπεις", είπε.
Όπως τόνισε, η αυθεντική φωτογραφία, ακόμα και στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, "έχει μια τρομερή δύναμη, πιο ισχυρή ακόμη και από το βίντεο ή τον κινηματογράφο. Διότι η κινούμενη εικόνα σε παρασύρει, δεν έχεις τον χρόνο να εστιάσεις το βλέμμα σου στις λεπτομέρειες".
Ίσως γι’ αυτό οι φωτογραφίες προκάλεσαν τόση συγκίνηση, πρόσθεσε. Σημείωσε, ωστόσο, ότι "σίγουρα τις χρειαζόταν και η εποχή μας. Διότι η ελληνική υπερηφάνεια είχε δεχτεί πολλά πλήγματα κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, όταν όλη η Ευρώπη μας έβλεπε σαν παράσιτα. Στη συνέχεια, όταν επιτέλους βγήκαμε από την κρίση, βυθιστήκαμε σε μία συνθήκη κυνισμού, που εκφράζεται με διαφθορά και συρρίκνωση του κράτους δικαίου", είπε, αναφερόμενος στις υποθέσεις των τηλεφωνικών υποκλοπών, των Τεμπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ.
"Η ελληνική κοινωνία χρειάζεται ένα είδος ανάτασης, και επειδή δεν της το δίνει το παρόν, στρέφεται στο παρελθόν. Κάτι αξίζουμε, να! Κοιτάξτε, αυτοί ήταν οι παππούδες μας, που ξέφυγαν από την ποταπή ιδιοτέλεια", είπε.
Ερωτηθείς για τη διαχείριση που τυγχάνει η πολιτισμική κληρονομιά στην Ελλάδα, για την τήρηση αρχείων και την πρόσβασή τους στο ευρύ κοινό, είπε ότι "δεν είμαστε καλά, είμαστε όμως καλύτερα απ’ ότι παλαιότερα". Αναφέρθηκε στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, στο Ίδρυμα της Βουλής, στο Ιστορικό Μουσείο, στα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας κλπ., σημειώνοντας ότι οργανώνουν κατά καιρούς "εξαιρετικές εκθέσεις και δημόσιες δράσεις που απευθύνονται στο ευρύ κοινό".
Αναφέρθηκε, επίσης, και στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα «Δημόσια Ιστορία», που διευθύνει στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, το οποίο, όπως είπε, "επικεντρώνεται ακριβώς σε αυτό: πώς διαχέεται στην κοινωνία έγκυρη ιστορική γνώση, με τρόπο εύληπτο και ελκυστικό".
Όσον αφορά τη διαχείριση αυτών των φωτογραφιών, είπε ότι η τεχνογνωσία υπάρχει. "Οι συγκεκριμένες φωτογραφίες μπορούν να αξιοποιηθούν, ώστε, μαζί με όλα τα άλλα που διαθέτουμε από την περίοδο της Κατοχής, να καταξιωθεί η Αντίσταση στον κατακτητή ως στοιχείο της πολιτισμικής μας μνήμης, με τον ίδιο τρόπο που αποτυπώθηκε το 1821, το Έπος του '40 ή το Πολυτεχνείο".
