«Είναι μια φρικτή χώρα! Είναι ένας φρικτός κόσμος», ακούμε τον Γερμανό Κλάους να φωνάζει από το τηλέφωνο στην αδερφή του, Έρικα, εκφράζοντας την όψη του για τη μετά τη πτώση του Χίτλερ Γερμανία του 1949, στη νέα ταινία, «Πατρίδα» του Πολωνού σκηνοθέτη Πάβελ Παβλικόφσκι, που είδαμε σήμερα στο διαγωνιστικό τμήμα των Καννών.
Ταινία που καταγράφει την επιστροφή του διάσημου Γερμανού νομπελίστα συγγραφέα, Τόμας Μαν, στη Γερμανία το 1949, συνοδευόμενου από την κόρη του Έρικα, ως καλεσμένου για να τιμηθεί τόσο από τη Δυτική (ελεγχόμενη από την Αμερική) όσο και από την Ανατολική (ελεγχόμενη από τη Σοβιετική Ένωση), πλευρά, με αφορμή τα 200 χρόνια από τη γέννηση του Γκέτε.
Ο σχολιασμός αυτός του Κλάους αφορά βέβαια μια Γερμανία, η οποία, αν και υποτίθεται ότι έχει επανέλθει στις δημοκρατικές της ρίζες, είναι στην πραγματικότητα ελεγμένη όχι μόνο από τις δύο ξένες μεγάλες δυνάμεις, αλλά και από ένα λαό, τουλάχιστον μια κυβερνώσα κάστα, που δεν έχει απαρνηθεί τη ναζιάρικη της ιδεολογία, όπως παρουσιάζει σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές σκηνές του ο Παβλικόφσκι, με τις εύπορες ήδη οικογένειες του Βερολίνου (ανάμεσά τους και ένας πρώην ναζί ηθοποιός, στενός φίλος του Γκέμπελς) να διασκεδάζουν, να χορεύουν και να αστειεύονται, στη διάρκεια της δεξίωσης για την παρουσία του Μαν. Όπως θα δούμε αργότερα και στο δεύτερο μέρος, όταν ο Μαν (πολύ καλός στο ρόλο ο Χανς Ζίσλερ) και η Έρικα (μια εξαιρετική Σάντρα Χούλερ) επισκέπτονται τη Βαϊμάρη στην Ανατολική πλευρά, με τις χορωδίες στρατιωτών και παιδιών να υποδέχονται τον πιο σημαντικό αυτό συγγραφέα του 20ου αιώνα. Πρόσωπα που εκμεταλλεύονται τη δημοσιότητα του Μαν και που σίγουρα δεν θα έχουν διαβάσει κανένα έργο του.
Στην περίοδο ακριβώς της έναρξης του ψυχρού πολέμου, ο Μαν αρχίζει την πορεία του, επισκέπτεται χώρους αγαπητούς, ανάμεσά τους και το σπίτι του Γκέτε, μιλάει στις επίσημες τελετές, όπου βρίσκει την ευκαιρία να τους εκφράσει την πίστη του στον άνθρωπο, αλλά και στη συμφιλίωση και την ενότητα, αναφέροντας, όταν του δίνεται η ευκαιρία, και αποσπάσματα από αγαπημένους συγγραφείς του (ανάμεσά τους τον Γκέτε και τον Νίτσε), απαντώντας έξυπνα σε ντόπιους και ξένους δημοσιογράφους που καλύπτουν το ταξίδι του (η ζωή και ο έρωτας είναι αυτό που με ενδιαφέρει, όπως και τον Γκέτε, είναι η απάντηση του σε ερώτηση ξένου δημοσιογράφου, γιατί οι Γερμανοί συγγραφείς ασχολούνται πάντα στα έργα τους με το θάνατο).
Βέβαια, ο Παβλικόφσκι είναι ένας σκηνοθέτης που δεν έπαψε από τις πρώτες του ταινίες να φτιάχνει ένα πολιτικό κινηματογράφο, όπως και η υποψήφια για τρία Όσκαρ (ανάμεσά τους και καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας) και βραβευμένη με τον Αργυρό Φοίνικα σκηνοθεσίας των Καννών, το 2018, «Ψυχρός πόλεμος». Η Γερμανία που μας παρουσιάζει εδώ είναι μια Γερμανία που δείχνει να έχει χάσει τον προσανατολισμό της, μια Γερμανία σε κοινωνικό και ηθικό χάος, τα σχόλια μάλιστα της Έρικα προς τον πατέρα της, πως αυτοί που κυβερνούν και τις δυο πλευρές, Αμερικανοί και Ρώσοι, είναι και έμμεση αναφορά σε όσα συμβαίνουν σήμερα, με την άνοδο της Ακροδεξιάς και τον κίνδυνο της κυριαρχίας φασιστικών καθεστώτων.
Με ωραία πλάνα, άλλοτε μεγάλης διάρκειας (όπως εκείνο στην αρχή της ταινίας με τον Κλάους καθισμένο γυμνό δίπλα στο κρεβάτι του να μιλάει στο τηλέφωνο με την αδερφή του), άλλοτε γκρο, κοντά στα πρόσωπα, για να καταγράψουν τις εκφράσεις των προσώπων σε εξαιρετικά ενδιαφέρουσες συζητήσεις που παρακολουθούμε, και άλλοτε σε ανοιχτούς χώρους (από τις καλύτερες σκηνές εκείνες της «συμφιλίωσης» μεστό νεκρό γιο, με τον Μαν και την κόρη του να κάθονται στα σπασμένα μάρμαρα μιας βομβαρδισμένης εκκλησίας και να ακούνε Μπαχ, τον αγαπημένο μουσικό του Κλάους, από το εκκλησιαστικό όργανο), με ένα σφιχτοδεμένο, γραμμένο από τον ίδιο τον σκηνοθέτη, σενάριο κι ένα ωραίο ρυθμό (η ταινία κρατάει μόλις 82 λεπτά), με μια φωτογραφία (του Λούκας Ζαλ) γυρισμένη σε μαυρόασπρο φιλμ και με προβολή σε φορμάτ (1.37:1)μ, όπως γινόταν την τότε εποχή, ο Παβλικόφσκι παραλληλίζει με τη φαινομενικά απλή του αφήγηση τα ψυχολογικά τραύματα της Γερμανίας με τα προσωπικά τραύματα της οικογένειας του Μαν (ο παραμελημένος, ναρκομανής στα τελευταία χρόνια της ζωής του Κλάους), προσφέροντας μας μια ζοφερή, ταυτόχρονα συναρπαστική, δοσμένη μέσα από ανάγλυφες, αξέχαστες εικόνες, ιδιαίτερα επίκαιρη για την εποχή μας, ταινία.

Πολυβραβευμένος σε διάφορα διεθνή φεστιβάλ, ανάμεσά τους τις Κάννες (Μέγα Βραβείο για την ταινία «Ένας ήρωας») και το Βερολίνο και στα Όσκαρ («Ένας χωρισμός», Χρυσή Άρκτος και Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας), ο Ασγκάρ Φαρχάντι επιστρέφει με μια δεύτερη ταινία γυρισμένη στη Γαλλία, τις «Παράλληλες ιστορίες». Ιστορίες που γράφει μια ηλικιωμένη συγγραφέας, που τις φαντάζεται μέσα από τα πρόσωπα που παρακολουθεί με το τηλεσκόπιο της σε διαμέρισμα στην απέναντι πολυκατοικία.
Σε αντίθεση με τη δολοφονία που παρακολουθεί ο Τζέιμς Στιούαρτ στο «Σιωπηλός μάρτυς», η συγγραφέας Σιλβί (Ιζαμπέλ Ιπέρ) παρακολουθεί από μακριά, ένα τρίο ηχοληπτών, ενός άντρα και δύο γυναικών (Βενσάν Κασέλ, Βιρζινί Εφιρά και Πιέρ Νινέ), και αρχίζει να φαντάζεται ενα ερωτικο τρίγωνο, με διάφορες αναπτύξεις. Αναπτύξεις που παρακολουθούμε παράλληλα με το γράψιμο στη γραφομηχανή. Στις ιστορίες περιπλέκεται κι ένας μικροαπατεώνας (αποφυλακισμένος κλέφτης που καταφέρνει να βρει δουλειά μεταφορέα στο διαμέρισμα της συγγραφέα η οποία ετοιμάζεται να μετακομίσει, πρόσωπο που μετατρέπεται ξανά σε κλέφτη, τη φορά αυτή των ιστοριών που γράφει η Σιλβί και που παρουσιάζει ως δικές του, μέχρι που και ο ίδιος επηρεάζεται και αρχίζει να γράφει.
Ξεκινώντας ως έμπνευση, όπως ανέφερε ο ίδιος, από το 6ο επεισόδιο, τη «Μικρή ερωτική ιστορία» του « Δεκαλόγου» του Κισλόφσκι, γύρω από τρία πρόσωπα που μπλέκονται σε έναν έρωτα, ο Φαρχάντι συνδυάζει τον ήχο, την εικόνα και το φανταστικό για να κάνει ένα σχόλιο πάνω στον ίδιο τον κινηματογράφο, μετατρέποντας τον θεατή στον «συγγραφέα» που φτιάχνει τη δική του φανταστική ιστορία. Μια ιστορία με ανατροπές, εκπλήξεις, παρεξηγήσεις, μια ταινία κάλεσμα στη φαντασία του θεατή, δοσμένη με χιούμορ κι ένα στιλ πολύ διαφορετικό από το ρεαλιστικό που μας είχε συνηθίσει στις ιρανικές ταινίες του, ο Φαρχάντι.
(ΚΥΠΕ/ΝΦΜ/ΑΓΚ)
