Ο Ούγγρος σκηνοθέτης Λάζλο Νέμες, βραβευμένος το 2015 με το ξενόγλωσσο Όσκαρ και το Μέγα Βραβείο του Φεστιβάλ των Καννών για την ταινία του, «Ο γιος του Σαούλ», επιστρέφει στο 79ο Φεστιβάλ των Καννών με τη γυρισμένη στη Γαλλία ταινία «Μουλέν», γύρω από τη σύγκρουση στη φυλακή του αρχηγού της Γαλλικής Αντίστασης, Ζαν Μουλέν, ίσως του πιο διάσημου Γάλλου ήρωα, με τον αρχηγό της Γκεστάπο Μπάρμπι, στη Λυών.
Απεσταλμένος του Σαρλ ντε Γκόλ στην υπό ναζιάρικη κατοχή Λυών, για να συνενώσει τις διάφορες αντιστασιακές ομάδες, ο Μουλέν συλλαμβάνεται κι αρχίζει η ανατριχιαστική του αντιπαράθεση με τον διαβόητο ναζί αξιωματικό, Κλάους Μπάρμπι, γνωστό ως ο «χασάπης της Λυών».
Από μια αρχικά ευγενική αντιπαράθεση, με τον Μπάρμπι να προσφέρει τσιγάρο στον Μουλέν και να τον εξετάζει σχετικά με το δηλωθέν του επάγγελμα (αυτό του διακοσμητή), ο Μπάρμπι στρέφεται στα πιο βίαια και ανατριχιαστικά βασανιστήρια, κι αυτά όχι αρχικά στον Μουλέν αλλά σε άλλους κρατούμενους, αναγκάζοντας τον Μουλέν να τα παρακολουθεί, φτάνοντας σε εικονική εκτέλεση του ίδιου, ενώ αργότερα, έχοντας βασανίσει φρικτά την πιο στενή του συνεργάτιδα και, βλέποντας πως ο Μουλέν δεν υποχωρεί, την εκτελεί μπροστά του.
Ανάμεσα στα θηριώδη «παιχνίδια» του γκεσταπίτη είναι και η πονηρή χρησιμοποίηση μιας κόμισσας, πελάτισσας του Μουλέν, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα, που εξαγριώνει ολοένα και περισσότερο τον Μπάρμπι, που έχει βάλει αποκλειστικό στόχο του να κερδίσει το απάνθρωπο αυτό «παιχνίδι», που, προς το τέλος, θεωρήθηκε πως στοίχισε στον Φύρερ και τον στρατό του υπέρογκα ποσά.
Αποφεύγοντας τη συνηθισμένη βιογραφική ταινία, ο Νέμες προτίμησε να περιοριστεί στις 10 τελευταίες μέρες της ζωής του Μουλέν, εστιάζοντας την κάμερα του στα δύο αυτά πρόσωπα και να αναπτύξει τους χαρακτήρες τους, εκμεταλλευόμενος το πρώτο μέρος της ταινίας (με τις νυχτερινές σκηνές της πορείας του Μουλέν στη Λυών να μοιάζουν να βγήκαν από κάποιο φιλμ νουάρ), για να δημιουργήσει την ατμόσφαιρα του σασπένς που συναντάμε στις κατασκοπευτικές περιπέτειες.
«Υπάρχουν σ’ αυτήν στοιχεία κατασκοπευτικής ταινίας», παραδέχτηκε ο ίδιος ο Νέμες, «στοιχεία περιπέτειας ακόμη και κάποια επική μορφή. Είναι μια συγκρουσιακή ταινία και η ένταση αυτής της σύγκρουσης ανάμεσα στον Μπάρμπι και τον Μουλέν είναι στην καρδιά της», ανέφερε. Με τον Ζιλ Λελούς τέλειο στον ρόλο του ήρεμου και πάντα αποφασιστικού, Μουλέν και έναν πέρα για πέρα πειστικό Λαρς Έιντινγκερ στο ρόλο του «χασάπη της Λυών».
Μια ταινία με ξεκάθαρο στόχο, εκείνο του αγώνα των δημοκρατικών λαών ενάντια στο ναζισμό, σε μια περίοδο κατά την οποία μόνο μια και μοναδική λύση υπάρχει, «είτε αντιστέκεσαι είτε συνεργάζεσαι με τους ναζί», όπως λέει κάποια στιγμή ο Μουλέν. Μήνυμα επίκαιρο σε ένα κόσμο όπου η άνοδος της ακροδεξιάς γίνεται ολοένα και πιο επικίνδυνη, όπου ο πατριωτισμός συγκρούεται με τον εθνικισμό και όπου η Ουκρανία και η Γάζα βάζουν σε κίνδυνο την ειρήνη.

Το άπιαστο αμερικανικό όνειρο είναι το βασικό θέμα της ταινίας «Χάρτινος τίγρης» του Τζέιμς Γκρέι, γύρω από ένα σύμβουλο ασφαλείας και πρώην αστυνομικό και τον μηχανικό αδερφό του που, στη δεκαετία του ‘80, μπλέκουν με τη ρωσική μαφία στην περιοχή του Κουίνς της Νέας Υόρκης, περιοχή όπου μεγάλωσε ο σκηνοθέτης και που ήταν το φόντο και σε δύο προηγούμενες ταινίες του, «Armageddon Time» και «Μικρή Οδησσός».
Βρισκόμαστε στη διάρκεια της προεδρίας του Ρίγκαν, εποχή ενός φιλελευθερισμού που βοήθησε οικονομικά την ανώτερη τάξη. Την εποχή εκείνη το κανάλι Gowanous του Μπρούκλιν ήταν ανάμεσα στα πιο μολυσμένα κανάλια του κόσμου κατακλύζοντας τη θαλάσσια περιοχή με τόνους τοξικών αποβλήτων. Τον Σεπτέμβρη του 1986, ο πρώην αστυνομικός Γκάρι (ο Άνταμ Ντράιβερ, σε μια από τις καλύτερες ερμηνείες του) πείθει τον αδερφό του, Έργουιν (Μάιλς Τέλερ) να συνεργαστεί μαζί του σε μια κερδοφόρα επιχείρηση για την ανάπτυξη του καναλιού που έχει αναλάβει μια τοπική εταιρεία η οποία συνδέεται με Ρώσους μετανάστες.
Ο Έργουιν, παντρεμένος με την Έστερ (μια αγνώριστη Σκάρλετ Γιόχανσον που δίνει την αναγκαία απόχρωση στο ρόλο της), μια πιστή με δική της όμως, όπως θα ανακαλύψουμε προσωπικότητα (όταν ο γιατρός της την πληροφορεί πως πάσχει από μια ανίατη αρρώστια, με λίγους μόνο μήνες ζωής) και με δύο γιους, δέχεται πιστεύοντας πως αυτό θα βοηθήσει οικονομικά την οικογένεια του και ιδιαίτερα το μεγαλύτερο από τα δύο του παιδιά που ετοιμάζεται να ακολουθήσει σπουδές σε πανεπιστήμιο.
Μόνο που πολύ σύντομα και με πολύ άγριο τρόπο, σε μια νυχτερινή επίσκεψη με τα δύο αγόρια του για να εξέτασει την περιοχή, θα τον αρπάξουν και θα τον κακοποιήσουν και θα τρομοκρατήσουν τα δύο παιδιά, ενώ, στη συνέχεια θα μπουν κρυφά στο σπίτι του και θα τραβήξουν φωτογραφίες της οικογένειας ενώ κοιμάται, θ’ ανακαλύψει πως οι Ρώσοι δεν είναι απλοι μετανάστες αλλά μέλη μιας πανίσχυρης μαφίας, και συνεργάζονται και με την Αστυνομία για να συντηρήσουν την πανίσχυρη «εταιρεία» τους που δρα σε μερικές από τις πιο σημαντικές πόλεις της Αμερικής.
Παρά τον τολμηρό, αν και απρόσεκτο, τρόπο με τον οποίο αντιδρά ο Γκάρι, πιστεύοντας πως έχει απλά να κάνει με έναν «χάρτινο τίγρη», ο Έργουιν είναι πιο επιφυλακτικός, βάζοντας πάντα πάνω απ’ όλα την οικογένειά του. Ο Γκρέι δίνει έμφαση στις σχέσεις και τις αντιδράσεις των δυο αδερφών με το στιλ των κλασικών αστυνομικών/γκανγκστερικών ταινιών (στον νου έρχονται ταινίες των Ηλία Καζάν, Σίντνεϊ Πόλακ, Μάρτιν Σκορσέζε), από το οποίο δεν λείπει και η ατμόσφαιρα του νουάρ, με το δράμα να αγγίζει τα όρια της αρχαίας τραγωδίας, που ο Γκρέι αναφέρει χαρακτηριστικά σε απόσπασμα στους αρχικούς τίτλους της ταινίας.
Με το απαιτούμενο σασπένς να καθορίζει την όλη πορεία για να μας οδηγήσει σταδιακά και με απόλυτη σιγουριά στις αλλαγές και την τελική σύγκρουση - ανάμεσα στις πιο πετυχημένες σκηνές εκείνη με την Έστερ να πληροφορείται από τον γιατρό την επικίνδυνη κατάσταση της υγείας της, καθώς κι εκείνη της καταδίωξης και της ανταλλαγής πυροβολισμών σε ένα χωράφι από καλαμπόκι - σε μια ατμόσφαιρα που τονίζεται ακριβώς όσο πρέπει από τη μουσική του Κρίστοφερ Σπέλμαν.

Η γεωπολιτική κατάσταση και οι επιδημιολογικές απειλές του πλανήτη μας είναι στο επίκεντρο της περιπέτειας επιστημονικής φαντασίας «Hope» του Νοτιοκορεάτη, Να Χονγκ-τζιν, γνωστού μας για τις ταινίες του «Ο θρήνος» και «Ο κυνηγός», που είχαμε δει παλιότερα στις Κάννες.
Σε ένα παραθαλάσσιο χωριό, κοντά στο Λιμάνι Ελπίδα (το Hope του τίτλου, με τη διπλή του έννοια), στην αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη που χωρίζει τις δύο Κορέες, εμφανίζονται εξωγήινα όντα που αρχίζουν να έρχονται σε σύγκρουση με τους κατοίκους.
Ταινία βασικά καταστροφής, που φαίνεται να κόστισε πολλά και που ο Να Χονγκ-τζιν διευθύνει με εξαιρετική δεξιοτεχνία, διανθίζοντας την με μπόλικο χιούμορ, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα μυστηρίου, στο πρώτο μέρος της ταινίας, αποφεύγοντας να δείξει τα τέρατα (ακούμε μόνο φωνές που μοιάζουν με βρυχηθμούς), παρουσιάζοντας απλά τις τεράστιες καταστροφές και τα πολλά πτώματα που ο αστυνομικός και οι άλλοι κυνηγοί βρίσκουν στο δρόμο τους.
Με γρήγορο ρυθμό και ένα ενδιάμεσα ειρωνικό, μαύρο χιούμορ, σε σκηνές όπως εκείνη με τον άτυχο ετοιμοθάνατο άντρα, με πολλές τρύπες στο σώμα από πυροβολισμούς από τον αστυνομικό και τον συνοδό του, να μιλάει για την αίσθηση αέρα που αισθάνεται στο σώμα του, ή εκείνη με έναν χωρικό που προσπαθεί να εξηγήσει στον αστυνομικό ότι έχει σκοτώσει και κρατάει φυλαγμένο στο ψυγείο το σώμα ενός εξωγήινου τέρατος, και με διάσημους ξένους ηθοποιούς στους ρόλους των εξωγήινων (Μάικλ Φασμπέντερ, Αλίσια Βίκαντερ, Τέιλορ Ράσελ, Κάμερον Μπρίτον) ο σκηνοθέτης ξεκινά από μια περιπέτεια επιστημονικής φαντασίας για να μας οδηγήσει τελικά σε ένα άλλο διεθνών διαστάσεων δράμα που δεν αφορά μόνο τη διχασμένη Κορέα αλλά και τον υπόλοιπο πλανήτη.
