Στην πρώτη του ταινία, «Μινώταυρος», που γύρισε από το 2023 όταν εγκατέλειψε τη Μόσχα για να ζήσει στο Παρίσι, ο βραβευμένος τόσο στις Κάννες όσο και στη Βενετία και με δύο υποψηφιότητες για Όσκαρ, Ρώσος σκηνοθέτης Αντρέι Ζβιαγκίντσεβ, σκηνοθέτης για τις ταινίες του, «Χωρίς αγάπη», «Λεβιάθαν» και «Η επιστροφή», εμπνέεται από το γυρισμένο το 1969 γαλλικό ερωτικό θρίλερ «Η άπιστη γυναίκα» του Κλοντ Σαμπρόλ για να φτιάξει το μεταφερμένο στη σύγχρονη Ρωσία, αν και γυρισμένο στη Λετονία, σκοτεινό αυτό συγκλονιστικό, καθηλωτικό δράμα του. Πρωταγωνιστής ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας, που ξαφνικά, με φόντο ένα έθνος βουτηγμένο στην πολεμική προπαγάνδα και τον φόβο, η επιχείρηση και η συζυγική ζωή κινδυνεύουν να τιναχτούν στον αέρα.
Σε μια κοινωνία όπου κυριαρχούν η διαφθορά, ο εκφοβισμός και η καταπίεση, με την εξουσία στα χέρια του Πούτιν και των ολιγαρχών του, ο Γκλεμπ, που για χάρη της επιτυχίας έχει εγκαταλείψει κάθε ηθική αξία, περνάει τη ζωή του με την απογοητευμένη από την έλλειψη σχέσεων ανάμεσα τους, τη γυναίκα του, Γκαλίνα (Ίρις Λεμπέντεβα), τη μητέρα του και τον έφηβο γιο τους, στο υπερμοντέρνο σπίτι τους σε μια απομακρυσμένη από τη Μόσχα πόλη.
Βρισκόμαστε στο 2022, εποχή της έναρξης του πολέμου με την Ουκρανία, ενός πολέμου που έχει ήδη προκαλέσει οικονομικά προβλήματα στην εταιρεία του. Προβλήματα που αυξάνονται όταν ο δήμαρχος της πόλης, ύστερα από αίτημα του Πούτιν, αναγκάζει τις διάφορες εταιρείες να προσφέρουν «εθελοντές» από τους υπαλλήλους τους, με τον Γκλεμπ, που είναι υποχρεωμένος να προσφέρει στον πόλεμο τουλάχιστον 14 άτομα, να σκαρφίζεται την απάνθρωπη λύση εξεύρεσης δήθεν 14 νέων οδηγών φορτηγών, προσφέροντας τους ακόμη και χοντρό μισθό, ενώ αμέσως μετά τους αποστέλλει για να σκοτωθούν στο μέτωπο.
Σ’ αυτά, προστίθεται και η υποψία του Γκλεμπ πως η γυναίκα του τον απατά, κάτι που τελικά ο ίδιος ανακαλύπτει ξαφνικά, όταν ο εραστής της του ζητά χρήματα, εκβιάζοντας τον με τολμηρές, ερωτικές φωτογραφίες τους. Προβλήματα στα οποία ο Γκλεμπ για να δώσει λύσεις στρέφεται στην ωμότητα, τον μόνο τρόπο που ξέρει - όπως πιο πριν είχε δείξει στο γιο του πώς να αντιμετωπίσει το bullying από συμμαθητή του στο σχολείο.
Ο Ζβιαγκίντσεβ τοποθετεί τα πρόσωπα του σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό χώρο, που η πολιτική και ο πόλεμος έχουν το δικό τους ρόλο.
Κι αν τελικά δώσει τις λύσεις που επέλεξε, τίποτα βασικά δεν δείχνει να έχει αλλάξει γύρω τους (ακόμη και η Αστυνομία κάνει τα στραβά μάτια όταν υπάρχει ανώτερη παρέμβαση), με τον ίδιο, τη φορά αυτή και η γυναίκα του, να βρίσκουν τον τρόπο ένα υποτιθέμενο πιο ειρηνικό τρόπο επιβίωσης μ’ ένα σύντομο ταξίδι αναψυχής (αναψυχής για να συνεχίσουν τη ζωή που επέλεξαν) στη Μεσόγειο, και συγκεκριμένα την Κρήτη - συμβολική είναι η σκηνή του φινάλε με τα σύννεφα, γυρισμένα σε μαυρόασπρο φιλμ, με ήχους όχι κάποιας θάλασσας αλλά εκείνων των βομβαρδισμών του πολέμου.
Με την κάμερα του τακτικού του διευθυντή φωτογραφίας Μιχαήλ Κρίτσμαν είτε ακίνητη είτε να περιφέρεται στους διάφορους χώρους (ανάμεσά τους και μια με την κάμερα να κάνει ένα κύκλο 360 μοιρών, γύρω από την Γκαλίνα αγκαλιά με τον εραστή της), ο Ζβιαγκίντσεβ αναπτύσσει τις διάφορες καταστάσεις, άλλοτε με έντονο ρεαλισμό, όπως στις σκηνές των ανθρώπων που φεύγουν μέσα στα λεωφορεία για το μέτωπο, με τους δικούς τους να τους αποχαιρετούν, και άλλοτε με ειρωνικό, συχνά μαύρο, χιούμορ, όπως τις σκηνές του δείπνου των νεόπλουτων οικογενειών, φίλων του Γκλεμπ, με τα σέξι αστεία τους, ή εκείνη της δολοφονίας, που ο Ζβιαγκίντσεβ καταγράφει με την παραμικρή λεπτομέρεια, με ένα ψυχρό, αλά-Μπάστερ Κίτον, χιούμορ, με τον Γκλεμπ να προσπαθεί να καθαρίσει το πάτωμα, να δέσει και να κουβαλήσει το πτώμα και να βρει το κατάλληλο μέρος να το πετάξει.
Τέχνη και κινηματογράφος συγκρούονται στην όμορφη ταινία του Αλμοδόβαρ
Από τότε που το Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας που κέρδισε η ταινία του, «Γυναίκες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης», το 1988, ο Πέδρο Αλμοδόβαρ έχει κατακτήσει τη θέση του πιο διάσημου Ισπανού σκηνοθέτη από την εποχή του Λουίς Μπουνιουέλ, μια πλούσια, γεμάτη επίκαιρα, συχνά προκλητικά, θέματα, παραγωγή, με ταινίες όπως το «Μανταντόρ», «Δέσε με», «Γυναίκες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης» (υποψήφια για Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας»), «Ψηλά τακούνια», «Το μυστικό λουλούδι», «Όλα για τη μητέρα μου» (Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας και βραβείο σκηνοθεσίας στις Κάννες), «Μίλα της» (Όσκαρ σεναρίου και βραβείο Ευρωπαϊκής Ακαδημίας), «Το δέρμα που κατοικώ», «Πόνος και δόξα» (υποψήφιο για 2, Όσκαρ, βραβείο ανδρικής ερμηνείας στις Κάννες), «Παράξενες μητέρες», «Το διπλανό δωμάτιο», αν και, περιέργως ποτέ μέχρι σήμερα καμία ταινία του δεν έχει κερδίσει τον Χρυσό Φοίνικα του φεστιβάλ, παρόλο που άλλες, συχνά κατώτερες, τον έχουν κερδίσει.

Στη νέα του ταινία, «Πικρά Χριστούγεννα», που συμμετείχε στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα του 79ου φεστιβάλ των Καννών, ο Αλμοδόβαρ επιστρέφει στο θέμα του κινηματογράφου, με το οποίο είχε καταπιαστεί το 2019 και στην ταινία του «Πόνος και δόξα». Εδώ στρέφεται στο ρόλο της τέχνης και της σχέσης της με τη ζωή και ποια κλέβει από την άλλη, μέσα από δύο διαφορετικές ιστορίες, εκείνη ενός σκηνοθέτη που γράφει ένα σενάριο κι εκείνη του σεναρίου που αυτός γράφει για άλλον σκηνοθέτη.
Ευκαιρία για τον Αλμοδόβαρ να φτιάξει δύο διαφορετικά alter ego, το ένα με τον σκηνοθέτη Ραούλ (Λεονάρντο Σμπαράλια), που αγωνίζεται να βρει άκρη (μαζί και λύση) σ’ ένα σενάριο, από το οποίο βλέπουμε κάθε τόσο αποσπάσματα, και το δεύτερο με την ηθοποιό και σκηνοθέτιδα ταινιών «καλτ», Έλσα (Μπάρμπαρα Λένι), πρωταγωνίστρια στο σενάριο που γράφει ο Ραούλ και που τώρα περνάει κρίση εξαιτίας έντονων ημικρανιών.
Ο θάνατος, η απώλεια, η απιστία και η μοναξιά, είναι μερικά ακόμη από τα θέματα που εξετάζει στην πολυεπίπεδη αυτή, δοσμένη με συγκίνηση, που συχνά φτάνει στα όρια του μελοδράματος (όπως την πολύ όμορφη, δοσμένη με αληθινή συγκίνηση σκηνή, όπου η Έλσα ακούει στο σπίτι της Πατρίτσια θλιμμένα τραγούδια από τον Μεξικανό τραγουδιστή φίλο του Αλμοδόβαρ, Τζαβέλα Βάραγκας), βουτηγμένη σε μια μελαγχολική ατμόσφαιρα, ταινία.
Θέματα που ο Αλμοδόβαρ, μέσα από τη γνωστή, στυλιζαρισμένη, με εξαιρετικά στημένα πλάνα σκηνοθεσία του (φτάνει να αναφέρω τις εκπληκτικά εντυπωσιακές, απόκοσμες, σαν από ταινία επιστημονικής φαντασίας, εικόνες του νησιού Λανζαρότε, που επισκέπτονται η Μόνικα και η Ναταλία), δεν παύει να παρουσιάζει μέσα από τον ίδιο τον κινηματογράφο, με τα πρόσωπα του να συζητούν, να προτείνουν, να αλλάζουν, να επιστρέφουν πίσω, αλλά και να αντιτίθενται, στις προτάσεις των σκηνοθετών τους, ανοίγοντας, μέσα από αυτές, δρόμους για πιθανές λύσεις, αποκαλύπτοντάς μας τη στενή σύνδεση της τέχνης με τη ζωή, όχι απλά το πώς η τέχνη αντιγράφει τη ζωή αλλά και πώς η ζωή αντιγράφει συχνά την τέχνη, η οποία, πιο ρεαλιστική από αυτήν, μπορεί να προχωρήσει σε λύσεις πιο τολμηρές.
(ΚΥΠΕ/ΝΦΜ/ΓΒΑ)
