Η φετινή Μπερλινάλε μόνο ανέφελη δεν ήταν: το φεστιβάλ βρέθηκε στο επίκεντρο μιας, όπως την αποκάλεσε, «θύελλας στα μέσα ενημέρωσης» για τον φερόμενο παραγκωνισμό της πολιτικής συζήτησης στη διοργάνωση.
Το φεστιβάλ, γνωστό ως το πιο πολιτικοποιημένο από τα τρία μεγάλα ευρωπαϊκά φεστιβάλ (Βερολίνο, Κάννες, Βενετία), ξεκίνησε με αντιπαραθέσεις την περασμένη εβδομάδα, όταν οι δημοσιογράφοι ρώτησαν την κριτική επιτροπή του διαγωνιστικού τμήματος, με επικεφαλής τον καταξιωμένο Γερμανό σκηνοθέτη Βιμ Βέντερς, για την τρέχουσα κατάσταση του κόσμου – συμπεριλαμβανομένου του πολέμου στη Γάζα.
Όταν ρωτήθηκε αν οι ταινίες μπορούν να φέρουν αλλαγές στο πολιτικό πεδίο, ο Βέντερς απάντησε ότι «οι ταινίες μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο», αλλά «όχι με πολιτικό τρόπο».
«Καμία ταινία δεν έχει πραγματικά αλλάξει τις ιδέες κανενός πολιτικού. Αλλά μπορούμε να αλλάξουμε την ιδέα που έχουν οι άνθρωποι για το πώς πρέπει να ζουν», είπε. «Υπάρχει μια μεγάλη απόκλιση σε αυτόν τον πλανήτη ανάμεσα στους ανθρώπους που θέλουν απλώς να ζήσουν τη ζωή τους και τις κυβερνήσεις που έχουν άλλες ιδέες. Νομίζω πως οι ταινίες παρεμβαίνουν ακριβώς μέσα σε αυτή την απόκλιση».
Όταν η συζήτηση στράφηκε στη συνεχιζόμενη σύγκρουση στη Γάζα και στον τρόπο με τον οποίο η γερμανική κυβέρνηση (που χρηματοδοτεί μέρος του φεστιβάλ) συνεχίζει να στηρίζει το Ισραήλ, η κριτικός επιτροπής Έβα Πουστσίνσκα αντέδρασε.
«Υπάρχουν πολλοί άλλοι πόλεμοι στους οποίους διαπράττεται γενοκτονία και γι’ αυτούς δεν μιλάμε», είπε. «Είναι λοιπόν ένα πολύ περίπλοκο ερώτημα και νομίζω ότι είναι κάπως άδικο να μας ρωτάτε τι πιστεύουμε, πώς στηρίζουμε ή δεν στηρίζουμε, αν μιλάμε ή όχι με τις κυβερνήσεις μας».
Ο Βέντερς πρόσθεσε: «Πρέπει να μείνουμε έξω από την πολιτική, γιατί αν κάνουμε ταινίες που είναι εξαρχής πολιτικές, μπαίνουμε στο πεδίο της πολιτικής. Όμως εμείς είμαστε το αντίβαρο της πολιτικής, το αντίθετο της πολιτικής. Πρέπει να κάνουμε τη δουλειά των ανθρώπων, όχι τη δουλειά των πολιτικών».
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, η ζωντανή μετάδοση της συνέντευξης Τύπου παρουσίασε τεχνικά προβλήματα και άρχισαν να κυκλοφορούν φήμες ότι η ροή διακόπηκε επίτηδες.
Η Μπερλινάλε απάντησε με ανακοίνωση: «Αντιμετωπίσαμε τεχνικά προβλήματα με τη διαδικτυακή μετάδοση της συνέντευξης Τύπου με τη Διεθνή Κριτική Επιτροπή σήμερα το πρωί. Θα θέλαμε να εκφράσουμε τη βαθιά μας συγγνώμη».
Κύμα αντιδράσεων και αντεπίθεση
Οι αντιδράσεις ήταν άμεσες και η αγανάκτηση διαρκής, με πολλούς να υποστηρίζουν ότι το φεστιβάλ έχει απονευρωθεί και απομακρύνεται από τα επίκαιρα ζητήματα – κάτι ιδιαιτέρως προσβλητικό για τη Μπερλινάλε, η οποία στο παρελθόν δεν δίσταζε να παίρνει θέση, πιο πρόσφατα για την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Έφτασε μάλιστα στο σημείο να ντύσει με τα χρώματα της ουκρανικής σημαίας το χαρακτηριστικό της καρφιτσάκι με το αρκουδάκι της Μπερλινάλε.
Ένα ακόμη πρόσφατο παράδειγμα ήρθε το 2024, όταν το βραβείο ντοκιμαντέρ του φεστιβάλ απονεμήθηκε στο No Other Land, που καταγράφει την εκτόπιση παλαιστινιακών κοινοτήτων στη Δυτική Όχθη, η οποία βρίσκεται υπό ισραηλινή κατοχή. Υπήρξε σφοδρή αντιπαράθεση μετά τη βράβευση, και το φεστιβάλ στάθηκε στο πλευρό της ταινίας και όσων μίλησαν δημόσια, ακόμη κι όταν Γερμανοί κυβερνητικοί αξιωματούχοι επέκριναν τις «μονομερείς» αναφορές στη Γάζα από τους σκηνοθέτες στην τελετή απονομής.
Και οι δύο καλεσμένοι της Μπερλινάλε 2026, η Μισέλ Γιο και ο Νιλ Πάτρικ Χάρις, βρέθηκαν στο στόχαστρο επικρίσεων στα κοινωνικά δίκτυα επειδή απέφυγαν να απαντήσουν σε ερωτήσεις για τις εφόδους της υπηρεσίας ICE (Υπηρεσία Μετανάστευσης και Τελωνείων) στις ΗΠΑ και την άνοδο του φασισμού – ιδίως ο Χάρις, ο οποίος υποστήριξε ότι τον ενδιαφέρει να κάνει πράγματα «απολιτικά».
Μια από τις πιο ηχηρές αντιδράσεις ήρθε από τη γνωστή Ινδή συγγραφέα Αρουντάτι Ρόι, η οποία επρόκειτο να παρουσιάσει την κωμωδία της του 1989 «In Which Annie Give It Those Ones» στο τμήμα Classics του φεστιβάλ.
Ανακοίνωσε ότι αποσύρεται από το φεστιβάλ, επικαλούμενη τις «απαράδεκτες δηλώσεις» της κριτικής επιτροπής και λέγοντας ότι το να τους ακούει να λένε πως η τέχνη δεν πρέπει να είναι πολιτική «σου κόβει την ανάσα».
«Παρότι με έχουν βαθιά ταράξει οι θέσεις της γερμανικής κυβέρνησης και διαφόρων γερμανικών πολιτιστικών θεσμών για την Παλαιστίνη, πάντα συναντούσα πολιτική αλληλεγγύη όταν μιλούσα σε γερμανικό κοινό για τις απόψεις μου σχετικά με τη γενοκτονία στη Γάζα», ανέφερε στην ανακοίνωσή της η Ρόι. «Αυτό ήταν που μου επέτρεψε να σκεφτώ ότι θα μπορούσα να παραστώ στην προβολή της Annie στη Μπερλινάλε».
Συνέχισε, αναφερόμενη στην επιτροπή: «Το να τους ακούς να λένε ότι η τέχνη δεν πρέπει να είναι πολιτική είναι κάτι που σου κόβει την ανάσα. Είναι ένας τρόπος να μπει φρένο σε μια συζήτηση για ένα έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, την ώρα που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας σε πραγματικό χρόνο – όταν οι καλλιτέχνες, οι συγγραφείς και οι κινηματογραφιστές θα έπρεπε να κάνουν ό,τι περνά από το χέρι τους για να το σταματήσουν. Ας το πω ξεκάθαρα: αυτό που συνέβη στη Γάζα, αυτό που συνεχίζει να συμβαίνει, είναι μια γενοκτονία του παλαιστινιακού λαού από το κράτος του Ισραήλ. Στηρίζεται και χρηματοδοτείται από τις κυβερνήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών και της Γερμανίας, καθώς και από αρκετές άλλες χώρες της Ευρώπης, γεγονός που τις καθιστά συνένοχες σε αυτό το έγκλημα».
Κατέληξε λέγοντας: «Αν οι σπουδαιότεροι κινηματογραφιστές και καλλιτέχνες της εποχής μας δεν μπορούν να σταθούν και να το πουν, θα πρέπει να ξέρουν ότι η ιστορία θα τους κρίνει. Είμαι σοκαρισμένη και αηδιασμένη».
Η Μπερλινάλε αμύνεται απέναντι στη «θύελλα των μέσων»
Βλέποντας τη δυσαρέσκεια να μεγαλώνει, το φεστιβάλ εξέδωσε μια εκτενή ανακοίνωση της διευθύντριας της Μπερλινάλε, Τρίσια Τάτλ.
Στην ανακοίνωση αναφέρεται: «Πολλοί ζητούν ελευθερία λόγου στη Μπερλινάλε. Ελευθερία λόγου υπάρχει στη Μπερλινάλε. Όλο και περισσότερο, όμως, από τους δημιουργούς αναμένεται να απαντούν σε οποιαδήποτε ερώτηση τους τίθεται. Τους επικρίνουν αν δεν απαντήσουν. Τους επικρίνουν αν απαντήσουν και δεν μας αρέσει αυτό που λένε. Τους επικρίνουν αν δεν μπορούν να συμπυκνώσουν σύνθετες σκέψεις σε μια σύντομη ατάκα, όταν ένα μικρόφωνο μπαίνει μπροστά τους ενώ εκείνοι πίστευαν ότι θα μιλούσαν για κάτι άλλο».
Η Τάτλ συνέχισε, σημειώνοντας ότι στο φετινό πρόγραμμα υπάρχουν 278 ταινίες, ορισμένες από τις οποίες «αφορούν τη γενοκτονία, τη σεξουαλική βία στον πόλεμο, τη διαφθορά, την πατριαρχική βία, την αποικιοκρατία ή την καταχρηστική κρατική εξουσία».
Πρόσθεσε: «Σε ένα μιντιακό τοπίο που κυριαρχείται από την κρίση, απομένει όλο και λιγότερος χώρος για σοβαρή συζήτηση γύρω από τον κινηματογράφο ή τον πολιτισμό γενικότερα, εκτός αν μπορεί κι αυτή να ενταχθεί στην ειδησεογραφική ατζέντα. Κάποιες ταινίες εκφράζουν μια πολιτική με μικρό “π”: εξετάζουν την εξουσία στην καθημερινή ζωή, ποιοι και τι φαίνονται ή δεν φαίνονται, ποιοι συμπεριλαμβάνονται ή αποκλείονται. Άλλες ασχολούνται με την Πολιτική με κεφαλαίο “Π”: κυβερνήσεις, κρατική πολιτική, θεσμούς εξουσίας και δικαιοσύνης. Πρόκειται για επιλογή. Η αντιπαράθεση με την εξουσία γίνεται με εμφανείς τρόπους, και μερικές φορές με πιο ήσυχους, προσωπικούς».
«Οι καλλιτέχνες είναι ελεύθεροι να ασκήσουν το δικαίωμά τους στην ελευθερία λόγου όπως εκείνοι επιλέγουν. Δεν θα έπρεπε να αναμένεται από αυτούς να τοποθετούνται για όλες τις ευρύτερες συζητήσεις σχετικά με τις προηγούμενες ή τρέχουσες πρακτικές ενός φεστιβάλ, πάνω στις οποίες δεν έχουν κανέναν έλεγχο. Ούτε θα έπρεπε να αναμένεται να μιλούν για κάθε πολιτικό ζήτημα που τους τίθεται, αν δεν το επιθυμούν».
Κλιμάκωση με ονόματα πρώτης γραμμής
Η ανακοίνωση της Τάτλ δεν κατεύνασε τις ανησυχίες· πάνω από 80 πρόσωπα της κινηματογραφικής βιομηχανίας επέκριναν με σφοδρότητα τη Μπερλινάλε σε επιστολή που δημοσιεύτηκε χθες (Τρίτη 17 Φεβρουαρίου), δηλώνοντας ότι είναι «αποτροπιασμένοι» από τη «θεσμική σιωπή» του φεστιβάλ για τη Γάζα.
Ανάμεσα στους υπογράφοντες βρίσκονται ο βραβευμένος με Όσκαρ Χαβιέ Μπαρδέμ, ο ηθοποιός Μπράιαν Κοξ, ο Βρετανός σκηνοθέτης Μάικ Λι, ο Βέλγος δημιουργός Λούκας Ντοντ, ο Αμερικανός σκηνοθέτης Άνταμ ΜακΚέι, η καταξιωμένη φωτογράφος Ναν Γκόλντιν και η Τίλντα Σουίντον, χρόνια φίλη και υποστηρίκτρια της Μπερλινάλε – η οποία τιμήθηκε πέρυσι με την υψηλού κύρους Τιμητική Χρυσή Άρκτο.

Δηλώνουν ότι «διαφωνούν σφόδρα» με τις δηλώσεις του Βέντερς, υποστηρίζουν ότι ο κινηματογράφος και η πολιτική δεν μπορούν να διαχωριστούν, και καταγγέλλουν τόσο τη στάση της Μπερλινάλε για τη Γάζα όσο και τον «καθοριστικό ρόλο του γερμανικού κράτους» στη διευκόλυνση των ενεργειών του Ισραήλ.
«Γράφουμε ως εργαζόμενοι στον κινηματογράφο, όλοι μας πρώην και νυν συμμετέχοντες στη Μπερλινάλε, που περιμένουμε από τους θεσμούς του κλάδου μας να αρνηθούν τη συνενοχή στη φρικτή βία που εξακολουθεί να ασκείται εναντίον των Παλαιστινίων», αναφέρει η επιστολή. «Είμαστε αγανακτισμένοι από την εμπλοκή της Μπερλινάλε στη λογοκρισία καλλιτεχνών που αντιτίθενται στη συνεχιζόμενη γενοκτονία που διαπράττει το Ισραήλ κατά των Παλαιστινίων στη Γάζα και από τον καθοριστικό ρόλο του γερμανικού κράτους στη διευκόλυνσή της. Όπως έχει επισημάνει το Palestine Film Institute, το φεστιβάλ “αστυνομεύει τους δημιουργούς, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί τη δέσμευσή του να συνεργάζεται με την ομοσπονδιακή αστυνομία στις έρευνές της”».
Η επιστολή συνεχίζει: «Διαφωνούμε σφόδρα με τη δήλωση του προέδρου της κριτικής επιτροπής της Μπερλινάλε 2026, Βιμ Βέντερς, ότι ο κινηματογράφος είναι “το αντίθετο της πολιτικής”. Δεν μπορείς να διαχωρίσεις το ένα από το άλλο. Μας ανησυχεί βαθιά το γεγονός ότι η Μπερλινάλε, η οποία χρηματοδοτείται από το γερμανικό κράτος, συμβάλλει στην εφαρμογή αυτού που η Ιρίν Χαν, ειδική εισηγήτρια του ΟΗΕ για την ελευθερία της έκφρασης και της γνώμης, κατήγγειλε πρόσφατα ως κατάχρηση από τη Γερμανία δρακόντειας νομοθεσίας “για τον περιορισμό της υπεράσπισης των παλαιστινιακών δικαιωμάτων, εκφοβίζοντας τη δημόσια συμμετοχή και συρρικνώνοντας τον διάλογο στην ακαδημαϊκή και καλλιτεχνική σφαίρα”. Αυτό είναι επίσης αυτό που ο Άι Γουέι Γουέι περιέγραψε πρόσφατα ως τη Γερμανία “να κάνει ό,τι έκανε τη δεκαετία του 1930” (συμφωνώντας με τον δημοσιογράφο που του επισήμανε ότι “είναι η ίδια φασιστική παρόρμηση, απλώς με διαφορετικό στόχο”)».
Η επιστολή επισημαίνει ότι η Μπερλινάλε έχει στο παρελθόν κάνει «ξεκάθαρες δηλώσεις» για τις «θηριωδίες» που διαπράχθηκαν εις βάρος των ανθρώπων στο Ιράν και στην Ουκρανία, και τονίζει ότι πολλά διεθνή φεστιβάλ κινηματογράφου, όπως το International Documentary Festival Amsterdam και το μεγαλύτερο βελγικό φεστιβάλ, το Film Fest Gent, έχουν «υιοθετήσει τον πολιτιστικό μποϊκοτάζ εναντίον του απαρτχάιντ στο Ισραήλ».
Οι υπογράφοντες προσθέτουν: «Περισσότεροι από 5.000 εργαζόμενοι στον κινηματογράφο, ανάμεσά τους κορυφαίες μορφές του Χόλιγουντ και της διεθνούς σκηνής, έχουν επίσης ανακοινώσει ότι αρνούνται να συνεργαστούν με συνένοχες ισραηλινές εταιρείες παραγωγής και θεσμούς» - διαβάστε περισσότερα σχετικά εδώ.
Η επιστολή καταλήγει: «Καλούμε τη Μπερλινάλε να εκπληρώσει το ηθικό της καθήκον και να δηλώσει με σαφήνεια την αντίθεσή της στη γενοκτονία, στα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και στα εγκλήματα πολέμου που διαπράττει το Ισραήλ εναντίον των Παλαιστινίων, και να τερματίσει πλήρως κάθε εμπλοκή της στην προστασία του Ισραήλ από την κριτική και τα αιτήματα λογοδοσίας».
Να μιλήσεις ή να μη μιλήσεις;
Πότε γίνεται ευθύνη ενός καλλιτέχνη που συμμετέχει σε ένα φεστιβάλ να πάρει δημόσια θέση – ειδικά όταν πρόκειται για την άνοδο του φασισμού, που στρέφεται ευθέως κατά της καλλιτεχνικής ελευθερίας;
Πάντα, ιδίως αν συμμερίζεται κανείς τη θέση του Τζορτζ Όργουελ, ο οποίος έγραψε: «Η άποψη ότι η τέχνη δεν πρέπει να έχει καμία σχέση με την πολιτική είναι από μόνη της μια πολιτική στάση».
Οι καλλιτέχνες που δίνουν το «παρών» σε μια διοργάνωση όπου ιστορικά η πολιτική βρίσκεται στο επίκεντρο, τόσο στην οθόνη όσο και εκτός αυτής, έχουν καθήκον να αξιοποιούν το βήμα τους για να μιλούν – ιδίως σε ταραγμένες, θα έλεγε κανείς και οργουελικές, εποχές.
Μπορεί να είναι όντως αφελές να πιστεύει κανείς ότι μια ταινία μπορεί να αλλάξει τις ιδέες ενός πολιτικού, και είναι παράλογο να περιμένουμε από κάθε καλλιτέχνη να βρίσκει ένα ευφυές σύντομο σχόλιο για οποιοδήποτε ζήτημα· ωστόσο, κανένας καλλιτέχνης δεν θα έπρεπε να φοβάται να μιλήσει. Αν φοβάται, ίσως τα διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ να μην είναι αυτή τη στιγμή ο κατάλληλος χώρος. Σίγουρα όχι η Μπερλινάλε, όπου η πολιτική ποτέ δεν ήταν «απαγορευμένη ζώνη».
Ο υποψήφιος για Όσκαρ Ίθαν Χοκ κινήθηκε φέτος στη Μπερλινάλε με αρκετή ισορροπία (και χιούμορ) πάνω σε αυτή τη λεπτή γραμμή.
Στη συνέντευξη Τύπου για το νέο του ιστορικό δράμα The Weight, ο ηθοποιός ρωτήθηκε για την ευθύνη που έχουν τα μεγάλα ονόματα να τοποθετούνται δημόσια.
«Το τελευταίο μέρος όπου θα έπρεπε μάλλον να αναζητήσει κανείς πνευματική καθοδήγηση είναι μια παρέα κουρασμένων από τα ταξίδια, μεθυσμένων καλλιτεχνών που μιλούν για τις ταινίες τους», είπε, πριν προσθέσει: «Πιστεύω στη δύναμη του κινηματογράφου να επηρεάζει… Ξέρετε πώς κάθε βράδυ όλοι ονειρευόμαστε και αυτά τα όνειρα κάπως μας θεραπεύουν και μας προετοιμάζουν για την επόμενη μέρα; Νιώθω ότι, συλλογικά, όλο το φεστιβάλ – όλοι εσείς, όλοι εμείς εδώ – είμαστε υπεύθυνοι για τη δημιουργία μιας διεθνούς ζωής ονείρων. Τι είναι αυτή; Ποια είναι τα όνειρά μας; Για τι μιλάμε; Τι σκεφτόμαστε;»
Ο Χοκ κατέληξε με μια πιο άμεση απάντηση στο ερώτημα: «Οτιδήποτε πολεμά τον φασισμό, με βρίσκει σύμφωνο».
Αργότερα, ο Χοκ ρωτήθηκε εκ νέου για την ανοιχτή επιστολή που υπέγραψαν συνάδελφοί του καλλιτέχνες.
«Την τελευταία φορά που μίλησα δημόσια για όλα αυτά, πραγματικά σοκαρίστηκα από το πόση εχθρότητα συνάντησα», απάντησε με ειλικρίνεια ο Χοκ. «Ξέρετε, άνθρωποι που λένε “οι ηθοποιοί δεν πρέπει να μιλούν για την πολιτική” και τέτοια. Κι εγώ νιώθω πραγματικά ότι ισχύει ακριβώς το αντίθετο, ότι πρέπει να μιλούν όλοι. Είμαστε όλοι πολίτες του κόσμου και όλοι μετράμε, όλοι έχουμε φωνή και ο καθένας είναι καλοδεχούμενος να διαφωνήσει. Αυτό είναι μέρος των πλεονεκτημάτων του να ζεις σε μια ελεύθερη κοινωνία».
Ο Χοκ πρόσθεσε ότι οι διάσημοι «βλέπουμε συχνά μικρόφωνα να μας στρέφονται κατάμουτρα, αλλά όχι επειδή λέμε στους ανθρώπους τι να κάνουν. Απλώς μοιραζόμαστε την τέχνη μας».
«Δεν είμαστε κάποιοι από τα μεγαλύτερα μυαλά του κόσμου που προσπαθούν να φέρουν την ειρήνη στον πλανήτη», συνέχισε, κλείνοντας την απάντησή του απευθυνόμενος στη δημοσιογράφο που έκανε την ερώτηση. «Νιώθω ότι πίσω από την ερώτησή σας υπάρχει μια μικρή ατζέντα διαφορετική από τη δική μου. Αλλά σας σέβομαι και σέβομαι την ερώτηση».
Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βερολίνου ολοκληρώνεται την Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026.
Με πληροφορίες από euronews.com
