Με αρκετό κρύο και ενδιάμεσες χιονοπτώσεις συνεχίστηκε και σήμερα, 8η μέρα, το 76ο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ του Βερολίνου, με τη συνεχή παρουσία διασημοτήτων. Στο μεταξύ, σε αντίδραση στις δηλώσεις του Γερμανού σκηνοθέτη, Βιμ Βέντερς, προέδρου της κριτικής επιτροπής, που απέφυγε να πάρει θέση σχετικά με τη γενοκτονία του Παλαιστινιακού λαού από την Κυβέρνηση του Ισραήλ, περισσότερες σπό 80 προσωπικότητες του κινηματογράφου, ανάμεσά τους και οι βραβευμένοι με Όσκαρ Χαβιέρ Μπαρντέμ και Τίλντα Σουίντον, εξέδωσαν ανακοίνωση στην οποία καταγγέλλουν τη «σιωπή» της Μπερλινάλε για το θέμα της Γάζας.
Οι υπογράφοντες της ανοιχτής επιστολής, που στάλθηκε στο AFP την Τρίτη, δήλωσαν ότι ήταν «σοκαρισμένοι» από τη «θεσμική σιωπή» του φεστιβάλ και «απογοητευμένοι» από τη «συμμετοχή του στη λογοκρισία καλλιτεχνών που αντιτίθενται στη συνεχιζόμενη γενοκτονία του Ισραήλ εναντίον των Παλαιστινίων στη Γάζα».
Η δήλωσή τους ήρθε μετά την απάντηση του προέδρου της κριτικής επιτροπής του Φεστιβάλ Βερολίνου, Γερμανού σκηνοθέτη Βιμ Βέντερς, σε ερώτηση για τη Γάζα την περασμένη εβδομάδα λέγοντας: «Δεν μπορούμε πραγματικά να εισέλθουμε στον τομέα της πολιτικής».
Μεταξύ των διακεκριμένων σκηνοθετών που υπέγραψαν την επιστολή της Τρίτης, την οποία συντόνισε η συλλογικότητα Film Workers for Palestine, είναι ο Βρετανός σκηνοθέτης Μάικ Λι και ο Αμερικανός Άνταμ ΜακΚέι.
«Όπως ακριβώς το φεστιβάλ έχει κάνει σαφείς δηλώσεις στο παρελθόν σχετικά με τις φρικαλεότητες που διαπράχθηκαν εναντίον ανθρώπων στο Ιράν και την Ουκρανία, καλούμε την Μπερλινάλε να εκπληρώσει το ηθικό της καθήκον και να δηλώσει σαφώς την αντίθεσή της στη γενοκτονία του Ισραήλ», προσθέτει η επιστολή.
Η μοναξιά, ο ρόλος της τέχνης στη ζωή μας, είναι τα κύρια θέματα της ταινίας, «Νίνα Ρόζα» της Ζενεβιέβ Ντιλίντ-ντε Καλ. Κύρια πρόσωπα ο Μιχαήλ, ένας Βούλγαρος, που εδώ και 20 χρόνια ζει ως επιμελητής τέχνης με το όνομα Μισέλ, στο Μοντρεάλ, μαζί με την κόρη του, Ρόζα. Ο θάνατος της μητέρας της Ρόζας, έχει κλείσει τον καθένα τους στον εαυτό του, με τη μοναξιά τους ν’ αυξάνεται όταν ο Μισέλ δέχεται κάπως απρόθυμα την πρόταση ενός πλούσιου συλλέκτη να ταξιδέψει στη Βουλγαρία για να επαληθεύσει την ταυτότητα της ζωγραφικής από τη Νίνα, ένα οκτάχρονο κορίτσι, που το πρόσωπό της θυμίζει στον Μιχαήλ τα παιδικά χρόνια της Ρόζας.
Επιστροφή στη Βουλγαρία για τον Μιχαήλ δύσκολη, με αναμνήσεις, συχνά οδυνηρές, και τύψεις που βγαίνουν στην επιφάνεια όταν αποφασίζει να επισκεφτεί την αδερφή του με τη οποία είχε αδικαιολόγητα απομακρυνθεί - από τις πιο σημαντικές, συναισθητικά έντονες, σκηνές της ταινίας, που αρχίζει με τη θυμωμένη, απογοητευμένη αδερφή του να του επιτίθεται λεκτικά («ποιος σου είπε πως ήθελα να σε δω;», του φωνάζει με πολύ άγριο τρόπο) για να καταλήξει σταδιακά στη συμφιλίωση τους.
Ποτέ δεν μαθαίνουμε το λόγο που ο Μιχαήλ απέφευγε να επισκεφτεί τη χώρα του, άνθρωπος πια χωρίς πατρίδα, άνθρωπος στην πραγματικότητα φάντασμα, που εξακολουθεί να μιλάει γαλλικά (οι κάτοικοι τον αντιμετωπίζουν ως ξένο, αποκαλώντας τον «Καναδά). Σταδιακά όμως, με τη γνωριμία του με τη Νίνα αρχίζει να τη συμπαθεί και προσπαθεί να την υπερασπιστεί ενάντια στην εκμετάλλευση μιας καιροσκοπικής βιομηχανίας της τέχνης.
Με μια κάμερα (εξοχη η φωτογραφία του Αλεξάντρ Νουρ Ντεζαρντέν) που εξετάζει τις επιμέρους λεπτομέρειες, ακόμη και των καλλιτεχνικών μοτίων, και στέκεται όσο χρειάζεται στα πρόσωπα, εκμεταλλευόμενη ταυτόχρονα τους χώρους (ιδιαίτερα τα όμορφα τοπία της Βουλγαρίας) σε αντίστιξη με τον ψυχρό, κλεισμένο στον εαυτό του χαρακτήρα του Μιχαήλ (που ο Γκάλιν Σόεβ ερμηνεύει τέλεια με το λιγοστό διάλογο, τις σιωπές και γενικά τις εκφράσεις του), η Ντιλίλ-ντε Καλ αναπτύσσει, με λεπτότητα και μινιμαλιστικό ύφος, μια μελέτη χαρακτήρων, μέσα από το πορτρέτο ενός άντρα που τελικά καταφέρνει να συμφιλιωθεί με τον εαυτό του, τη χώρα του και τους συγγενείς του μέσα από την τέχνη.
Το έργο του πρωτοποριακού δίδυμου Νταμιέλ Ουιγιέ & Ζαν-Μαρί Στρομπ φέρνει στο νου η ταινία «Η γυναίκα μου κλαίει» της Άντζελα Σάνελεκ, που είδαμε στο διαγωνιστικό τμήμα της φετινής Μπερλινάλε.
Στο επίκεντρο η ζωή και τα προβλήματα της, ο έρωτας και οι ειλικρινείς σχέσεις του ζευγαριού, μέσα από την ιστορία του 40χρονου Τομάς, ενός χειριστή γερανού που μια μέρα του τηλεφωνεί η γυναίκα του, Κάρλα, να την πάρει από το νοσοκομείο μετά από ένα ατύχημα. Η Κάρλα του αφηγείται κλαίγοντας την ιστορία με τον σύνοδό της στο χορό, Νταβίντ, τον οποίο είχε συνοδεύσει για να δουν ένα σπίτι στην εξοχή, όπου, στο αυτοκινητικό δυστύχημα που ακολούθησε, ο Νταβίντ σκοτώθηκε.
Αποκάλυψη που ξαφνικά διαλύει τις ήρεμες σχέσεις του ζευγαριού, με τον Τομάς να λιποθυμάει και να μεταφέρεται στο νοσοκομείο. Στις συζητήσεις που ακολουθούν, γύρω από τη σχέση τους, τη ζωή και τις αξίες της, οι δύο τους θα ανακαλύψουν πως δεν υπάρχει καμία συνεννόηση ή αληθινή επαφή μεταξύ τους.
Μια φαινομενικά απλή ιστορία που παρακολουθούμε με ένα εντελώς διαφορετικό τρόπο, που φαινομενικά μοιάζει αντικινηματογραφικός: με συνεντεύξεις στην αρχή, με τον Τομάς και με άλλα μέλη του συνεργείου οικοδόμησης, με άλλοτε ακίνητα πλάνα κι άλλοτε με τα πρόσωπα εκτός πλάνου, με συνεχείς συζητήσεις, με εξωτερικά πλάνα της οικοδόμησης, που, με τις αποκαλύψεις και το τραύμα που αυτές προκαλούν, να δημιουργούν μια απόσταση, ένα κενό. Μια ταινία που μας αναγκάζει να δούμε τον κόσμο διαφορετικά, αλλά και να δούμε διαφορετικά και τον κινηματογράφο, μέσα από μια δική του ξεχωριστή μαγεία.
