Τις προσπάθειες δυο περιβόητων επιχειρηματιών της δεκαετίας του ‘90 να βρουν τρόπο λύτρωσης, όταν η απάτη τους αποκαλύφθηκε στην περίοδο του μεγάλου τεχνολογικού μπουμ στο Βέλγιο, οδηγώντας στην καταστροφή την αυτοκρατορία τους, αφηγείται στην ταινία της «Dust» («Σκόνη») η Άνκε Μπλοντέ.
Εμπνευσμένη από ένα αληθινό οικονομικό σκάνδαλο, η ταινία ξεκινάει προς τα τέλη του 1990, όταν η εταιρία του Γκερτ και του Λικ, των δύο μεσήλικων επιχειρηματιών, έγινε δημόσια κάνοντας τους πλούσιους, με αποτέλεσμα, φίλοι, συγγενείς και επιχειρηματίες να ρίξουν όλα τα λεφτά τους στην αγορά των μετοχών τους. Αντίθετα με τη θετική εικόνα της εταιρείας στις επόμενες δεκαετίες, που οι δύο τους παρουσιάζουν στο εταιρικό συνέδριο, μόνο ένας ερευνητής δημοσιογράφος τους αντιμετωπίζει για να τους αναγγείλει την προετοιμασία μιας έρευνας του, όπου αποκαλύπτει την αλήθεια, πώς δηλαδή κατασκεύαζαν κέρδη για να αυξήσουν την τιμή των μετοχών τους.
Άρθρο που όταν τη Δευτέρα δημοσιεύεται αφήνει τους δύο επιχειρηματίες και τους επενδυτές τους απένταρους, και με τον Γκερτ και τον Λικ να αντιμετωπίζουν φυλάκιση, με αποτέλεσμα ν’ αρχίσουν, ο καθένας ξεχωριστά, σε όλη τη διάρκεια της Κυριακής, να βρουν τρόπους να σωθούν: καταστρέφοντας και καίγοντας χιλιάδες ντοκουμέντα, κρύβοντας τα αποθέματα μετρητών, με τον Λικ να υποψιάζεται πως ο Γκερτ θα τον πουλήσει, ενώ παράλληλα επισκέπτονται τους δικούς τους, ο Γκερτ, ο πιο δυναμικός από τους δύο, και με κρυφή σεξουαλική σχέση με τον σοφέρ του, να επισκέπτεται την αδερφή του, που δεν γνωρίζει τίποτα για το σκάνδαλο, ο Λικ τη γυναίκα και την αποξενωμένη κόρη του και τον σε οίκο ευγηρίας πατέρα του.
Λεπτομέρειες που η Άνκε Μπλοντέ χρησιμοποιεί με χιούμορ και ειρωνεία, αν και θα περίμενα μεγαλύτερη ένταση στο ρυθμό, για να εξερευνήσει τους χαρακτήρες των δύο επιχειρηματιών που «η διάλυση της αυτοκρατορίας τους, τους αναγκάζει να ρίξουν τις μάσκες τους», οπως ανέφερε η ίδια, κι ένα κώδικα ηθικής που αντανακλά μια ορισμένη εποχή - εποχή που μεταφορικά μετατρέπει το καθε τι σε σκόνη και που δυστυχώς φαίνεται να επαναλαμβάνεται στις μέρες μας.
Στη δεύτερη αγγλόφωνη ταινία του, «Rosebush Pruning» («Κλάδεμα της τριανταφυλλιάς»), σε σενάριο του Ευθύμη Φιλίππου, τακτικού σεναριογράφου του Γιώργου Λάνθιμου, εμπνευσμένη από την εξαιρετική, προκλητική, καθαρά πολιτική ταινία, «Οι γροθιές στην τσέπη» του Μάρκο Μπελόκιο, ο εγκατεστημένος στο Βερολίνο Βραζιλιανός σκηνοθέτης Καρίμ Αϊνούζ καταπιάνεται με το προσωπικό δράμα που αναπτύσσεται ανάμεσα στα μέλη μιας πλούσιας, δυσλειτουργικής οικογένειας που ζουν σε μια έπαυλη.
Όπως και στην ταινία του Μπελόκιο, η ιστορία εκτυλίσσεται σε μια μεγάλη έπαυλη, τη φορά αυτή σ’ ένα μοντέρνο σπίτι, στην ισπανική ύπαιθρο, όπου ζει απομονωμένα (έμμεση αναφορά στον «Κυνόδοντα») η ψυχικά κατεστραμμένη οικογένεια: τα τέσσερα αδέρφια (τρεις άντρες και μια γυναίκα) και ο τυφλός πατέρας τους. Καταπιεσμένα ψυχολογικά, επιληπτικά άτομα, που σε αντίθεση με τη σοβαρότητα της ταινίας του Μπελόκιο, με την επίθεση του ενάντια στον Καθολικισμό, τον καπιταλισμό, την υποταγή και τη συμμόρφωση, ο Αϊνούζ ακολούθησε τη μορφή του weird wave των Λάνθιμου-Φιλίππου, για να στραφεί στις παραξενιές, αιμομικτικές σχέσεις και τα παιδιάστικα παιχνίδια των μελών της οικογένειας, που κάθε τόσο σχολιάζει ένα από τα μέλη της (Κάλουμ Τέρνερ).
Παρά τις εικαστικά συναρπαστικές εικόνες (η με τα εντυπωσιακά χρώματα φωτογραφία είναι της Ελέν Λουβάρτ) και το ξέσπασμα προς το φινάλε, η όλη σκηνοθετική προσέγγιση παραμένει επιφανειακή, με φτηνά, σοκαριστικά ευρήματα και σκηνές που συχνά αγγίζουν την ανοησία, εκεί που χρειαζόταν μια ανυποχώρητη, σε βάθος κατάδυση στην ανθρώπινη ψυχή.
(ΚΥΠΕ/ΝΦΜ/ΑΓΚ)
