Παράθυρο logo
Ο νεκρομάντης των αρχείων :Tο σινεμά του Άνταμ Κέρτις και το μοντάζ ως ιδεολογικό όπλο
Δημοσιεύθηκε 24.03.2026 09:00
Ο νεκρομάντης των αρχείων :Tο σινεμά του Άνταμ Κέρτις και το μοντάζ ως ιδεολογικό όπλο

Ένας δημιουργός κινηματογραφικών δοκιμίων (film essays) είναι πρώτιστα μετρ του μοντάζ.

Ο Άνταμ Κέρτις θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως ο νεκρομάντης του BBC, ένας σκηνοθέτης ο οποίος μονάζει στα υπόγεια θησαυροφυλάκια του τηλεοπτικού αρχείου με σκοπό να αναστήσει τα θαμμένα φαντάσματα του εικοστού αιώνα. Το να παρακολουθεί κανείς ένα ντοκιμαντέρ του Κέρτις είναι σαν να παρακολουθεί μια πανεπιστημιακή διάλεξη από έναν διορατικό μεν, αλλά και θρασύ δε λέκτορα. Πρόκειται για έναν δημιουργό κινηματογραφικών δοκιμίων (film essays), αλλά αν είμαστε πιο συγκεκριμένοι, είναι πρώτιστα μετρ του μοντάζ. Ενώ τα παραδοσιακά ντοκιμαντέρ βασίζονται σε συνεντεύξεις και περιγραφική χρονολογία γεγονότων ώστε να εξηγήσουν το παρελθόν, ο Κέρτις αξιοποιεί τη ριζοσπαστική σύγκρουση φαινομενικά άσχετων αρχειακών πλάνων, σε αντίθεση με ατμοσφαιρική ποπ μουσική και της δικής του υπνωτικής, ή και μελαγχολικής αφήγησης.

Το έργο του δεν είναι παρά η κινηματογραφική αποτύπωση της κυριαρχίας της αποξένωσης. Από μία οπτική η οποία εστιάζει τις απρόσωπες, συστημικές εμμονές με την αποδοτικότητα έναντι των ηθικών παραπτωμάτων τόσο από αξιωματούχους αλλά και πολίτες, η προσέγγιση του Κέρτις αναδεικνύεται ως η πιο προφητική μορφή ντοκιμαντέρ της εποχής μας. Οι θεματικές που επιλέγει και οι μέθοδοι ανάκρισής τους μεταδίδουν τη συνειδητοποίηση ότι δεν είναι πλέον δυνατόν να ασκηθεί επαρκής κριτική στις αόρατες, εκτεταμένες πολυπλοκότητες της σύγχρονης εξουσίας μέσω ενός γραμμικού αφηγήματος. Αντιθέτως, εφαρμόζει το φαινόμενο Κουλέσοφ σε γεωπολιτική κλίμακα. Αντιπαραθέτοντας βίαια τα τετριμμένα υπολείμματα της καταναλωτικής κουλτούρας με τις μεγάλες τραγωδίες και αποτυχίες της πολιτικής, το μοντάζ του παρακάμπτει στις διανοητικές μας άμυνες και μας προκαλεί να νιώσουμε βαθιά τον δομικό εφιάλτη των ανεπτυγμένων, καπιταλιστικών πολιτειών. Μετατρέπει τη μονότονη καταναγκαστικότητα των οικονομικών σχέσεων σε μια συναισθηματική, στοιχειωτική αισθητική.

Για να κατανοήσουμε την εξέλιξή του ως δημιουργού, πρέπει να στραφούμε στο αριστούργημά του 2002, «The Century of the Self». Εδώ, ο Κέρτις διερευνά τον τρόπο με τον οποίο οι ψυχαναλυτικές θεωρίες του Σίγκμουντ Φρόιντ αξιοποιήθηκαν από τον ανιψιό του, Έντουαρντ Μπερνέ, για να επινοήσει τις σύγχρονες δημόσιες σχέσεις. Σε αυτό το σχετικά πρώιμο έργο, το μοντάζ του Κέρτις έχει διδακτικό χαρακτήρα, λειτουργώντας ως νυστέρι που διαπερνά την επιφανειακή εικόνα του καταναλωτή του εικοστού αιώνα. Συνδυάζει αρχειακό υλικό με χαρούμενες νοικοκυρές της δεκαετίας του '50 και κομψές διαφημίσεις αυτοκινήτων με ψυχρές, κλινικές περιγραφές του ατίθασου ανθρώπινου ασυνείδητου. Πρόκειται για μία αριστοτεχνική οπτική απόδοση του φετιχισμού των προϊόντων. Ο Κέρτις δεν αρκείται στο να μας πει ότι ο καπιταλισμός εξημέρωσε τις εργατικές τάξεις μετατρέποντάς τις σε αδηφάγους καταναλωτές. Μας υποδεικνύει την ακριβή ιστορική στιγμή όπου τέθηκε σε λειτουργία η μαζική παραγωγή των ψυχικών τάσεων που εξακολουθούν να μας διέπουν. Η μεγαλοφυΐα του μοντάζ του σε αυτή τη φάση της καριέρας του έγκειται στην αιτιατική σαφήνειά του. Η διαλεκτική είναι ξεκάθαρη: τα ασύλληπτα βάθη του «εγώ» προβάλλονται στις γυαλιστερές, κούφιες όψεις των βιτρινών, αποκαλύπτοντας τον υποτιθέμενο απελευθερωμένο σύγχρονο άνθρωπο ως το απόλυτο προϊόν της κοινωνικής μηχανικής.

Όταν ο Κέρτις κυκλοφόρησε το «The Power of Nightmares» το 2004, η προσέγγισή του στο μοντάζ είχε γίνει πιο φιλόδοξη από δομική άποψη, αντανακλώντας την επιδεινωμένη παράνοια του κόσμου έπειτα από την 11η Σεπτεμβρίου. Η ταινία υποστηρίζει ότι οι πολιτικοί, έχοντας χάσει τις ουτοπικές υποσχέσεις στις οποίες στήριζαν τις εκστρατείες τους, στράφηκαν στην υιοθέτηση μιας νέας, δόλιας ρητορικής. Έτσι αναδύεται η κινδυνολογία και μαζί της οι υποσχέσεις για προστασία από μύριες νέες απειλές. Ο Κέρτις δομεί το ντοκιμαντέρ γύρω από ένα τολμηρό, συμμετρικό μοντάζ, χαρτογραφώντας την ταυτόχρονη άνοδο του αμερικανικού νεοσυντηρητισμού και του ριζοσπαστικού ισλαμισμού. Εδώ, το μοντάζ του δημιουργεί έναν κινηματογραφικό λαβύρινθο καθρεφτών. Μεταβαίνει με ευελιξία από τον αυστηρό, ιδεολογικό φανατισμό του Αιγύπτιου θεωρητικού Σαγίντ Κουτμπ στις εξίσου φανατικές, υπόγειες μηχανορραφίες του Αμερικανού πολιτικού φιλόσοφου Λέο Στράους. Παρουσιάζοντας διαδοχικά αυτές τις δύο σχολές, που υποτίθεται ότι είναι διαμετρικά αντίθετες, ο Κέρτις τις αποκαλύπτει ως συμβιωτικά δίδυμα αντιδραστικής σκέψης. Το ίδιο το μοντάζ γίνεται το επιχείρημα, αποδεικνύοντας πώς το θέαμα του «Πολέμου κατά της Τρομοκρατίας» κατασκευάστηκε και δημοσιοποιήθηκε στα ΜΜΕ από κοινού των ελίτ του πολιτικού φάσματος οι οποίοι επιθυμούσαν απεγνωσμένα να διατηρήσουν την ψευδαίσθηση της τάξης εν μέσω των σάπιων θεμελίων του πολιτικού κατεστημένου.

Σε αυτό το σημείο, ωστόσο, πρέπει να θίξουμε το προφανές πρόβλημα στη μονταζιέρα του Κέρτις. Το ιδιόμορφο στυλ του αν και έλαχε διθυράμβων, δεν έχει γλυτώσει από αυστηρή κριτική. Κατ' ακρίβεια, έχει γίνει τόσο αναγνωρίσιμο που αγγίζει τα όρια της αυτοπαρωδίας. Οι επικριτές επισημαίνουν την εξάρτησή του σε μια συγκεκριμένη αφηγηματική φόρμουλα. Υποστηρίζουν ότι τέτοια αισθητικοποίηση ενδέχεται να είναι ιστορικά περιοριστική, αντικαθιστώντας την αυθεντική, υλιστική ανάλυση με ένα συντριπτικό και συναισθηματικά χειραγωγικό κολάζ. Υποστηρίζουν ότι η ίδια η ταχύτητα των συνειρμικών του αλμάτων ισοπεδώνει τις ιδιαιτερότητες των ταξικών συνθηκών και της γεωπολιτικής βίας, μεταδίδοντάς τες ως μια γενικευμένη, αγιάτρευτη μελαγχολία, δημιουργώντας ουσιαστικά ένα κινηματογραφικό κύκλωμα συνωμοσιών που κατακλύζει τους θεατές και τους οδηγεί σε μια κατάσταση πολιτικής παράλυσης.

Τέτοια κριτική όμως θυσιάζει το ευρύτερο νόημα για κάποια μοτίβα στην προσέγγισή του και μερικούς μεμονωμένους εντυπωσιασμούς. Ο Κέρτις δεν επιχειρεί να καταγράψει μια οικουμενική, επιστημονικά αξιολογημένη ιστορία της αλλοτρίωσης. Στο αριστούργημά του του 2016, «HyperNormalisation», ακριβώς αυτή η υπερβολή για την οποία επικρίνεται αποτελεί την κεντρική του θέση. Η ταινία υποστηρίζει ότι έχουμε καταφύγει σε έναν απλοποιημένο, ψεύτικο κόσμο ο οποίος εξουσιάζεται από επιχειρήσεις και αλγόριθμους, επειδή ο πραγματικός κόσμος έγινε υπερβολικά περίπλοκος για να μπορεί οποιοσδήποτε να τον διαχειριστεί. Βομβαρδίζοντάς μας με τις ίδιες τις εικόνες που χρησιμοποιούνται για να μας κρατούν συμμορφωμένους, βραχυκυκλώνει το σύστημα. Αισθητικοποιεί την απορρόφηση της πραγματικότητας από την ακόρεστη δίψα για δημιουργία υπεραξίας, αφήνοντάς μας να νιώσουμε σωματικά τον ίλιγγο μιας κοινωνίας που έχει αντικαταστήσει την πολιτική δράση με συναλλαγές.

Εν τέλει, τα έργα του Άνταμ Κέρτις αποτελούν μία από τις πιο σημαντικές παρεμβάσεις στο σύγχρονο ντοκιμαντέρ, καθώς ο ίδιος αναγνωρίζει ότι, σε μία εποχή απόλυτου ιδεολογικού κορεσμού, τα δεδομένα και τα γεγονότα από μόνα τους είναι πολιτικά αδρανή. Για να αφυπνιστεί μια κοινωνία που βαδίζει σαν υπνοβάτης, δεν αρκεί απλώς να της δώσει κανείς ένα εγχειρίδιο το οποίο να περιγράφει λεπτομερώς τις εγγενείς αντιφάσεις της συσσώρευσης κεφαλαίου. Ο Κέρτις κατανοεί ότι η εξουσία λειτουργεί αισθητικά, μέσω των αφηγημάτων και του τσαϊτγκάιστ, και έτσι πολεμάει τη φωτιά με φωτιά. Βυθίζεται στα απέραντα, σκονισμένα αρχεία της κοινωνίας του θεάματος, ανασυνθέτοντας ντοκουμέντα της σε διαφωτιστικά μωσαϊκά. 

Μέσα από το αμείλικτο, διαλεκτικό μοντάζ του, συγκεντρώνει τις ετερόκλητες, συγκεχυμένες πτυχές της αποξένωσης και τις συνδέει σε μια συνεκτική αλλά και συναισθηματική γεωγραφία. Με αυτόν τον τρόπο, ο Κέρτις επιτυγχάνει κάτι βαθιά αναγκαίο: υπενθυμίζει στους θεατές του ότι οι δομές που μας παγιδεύουν δεν είναι φυσικές δυνάμεις, αλλά ιστορικές εφευρέσεις. Και εφόσον πλάστηκαν από ανθρώπινα χέρια, όπως αποδεικνύουν τόσο ζωντανά οι ταινίες του, τότε μπορούν εξίσου να καταρριφθούν από αυτά.

Styx Film Encounters

Τελευταία νέα