Ακολουθώντας βήμα βήμα τη ζωή του Τζορτζ Μάικλ

Δημοσιεύθηκε 25.11.2022
Μεταφράζοντας το βιβλίο «Η ζωή του» του Τζέιμς Γκάβιν, που μόλις κυκλοφόρησε.

Ήταν η εποχή που η μουσική των δισκογραφικών εταιρειών είχε αποκτήσει πρόσωπο μέσα από το MTV και τα χιλιάδες περιοδικά –όχι μόνο μουσικά αλλά και παντός είδους– ασχολούνταν με τα νέα ονόματα της μουσικής, τον νέο ήχο, τη νέα δεκαετία. Όλα έδειχναν ευδαιμονία και ευμάρεια, ακριβώς όπως το χτένισμα του Τζορτζ Μάικλ. Ακόμα και τα πιο dark μουσικά είδη που προτιμούσα εγώ, το νέο κύμα του rock, οι μελαγχολικοί και οι πειρατές, τα παιδιά της πόλης και τα νεο-βαμπίρ, οι industrialists και οι ψυχαναγκαστικοί, τα παγόνια και οι fashionistas, ακόμα και αυτοί είχαν σπουδαία μαλλιά, τέλεια κουρέματα, όλα και όλοι ήταν ντυμένοι «νεόπλουτοι».

Ο Τζορτζ, βέβαια, δεν έδειχνε νεόπλουτος αλλά σαν ένας κεφάτος πιτσιρικάς της γειτονιάς που μόλις είχε αποκτήσει ένα γενναίο χαρτζιλίκι και πήρε τον καλύτερό του φίλο να πάνε για μαλλί και σολάριουμ. Για την ακρίβεια, αυτό ακριβώς έκανε ο Τζορτζ όταν πήρε τα πρώτα του χρήματα ως Wham!: πήρε τον Άντριου Ρίντλεϊ και πήγαν να χτενιστούν και να μαυρίσουν. Έγιναν τα νέα φυντάνια των συνοικιακών κλαμπ που πηγαίνουν για τένις – και με αυτήν ακριβώς την περιβολή ανέβηκαν στη σκηνή για πρώτη φορά, για να δώσουν στο κοινό την πρώτη γεύση από Wham! Μαλλιά, μαύρισμα, λευκά χαμόγελα, λευκά σορτσάκια, μπαλάκια του τένις στις τσέπες τους!

Στη συνέχεια της καριέρας του, το μαλλί συνέχισε να παίζει καθοριστικό ρόλο όχι μόνο στο image του αλλά γενικά στην ψυχοσύνθεση και στη διάθεσή του. Γενικά, οι τρίχες του προσώπου του. Έχοντας σαν άγρυπνο φύλακα δίπλα του πάντα την αγαπημένη του μεγαλύτερη αδερφή Μέλανι, η οποία ήταν κομμώτρια και υπεύθυνη για τα εκάστοτε κουρέματά του, έδειχνε να προσπαθεί πάντα να δημιουργήσει μία άκαμπτη εικόνα με άψογο μαλλί και τέλεια τριμαρισμένα γένια τριών ημερών, σαν να κοκάλωνε με λακ τον χρόνο ακριβώς στην πόζα και τύπο που ήθελε να δείξει προς τον κόσμο.

Το μεγάλο του πρόβλημα: η εικόνα που θα έδειχνε στον κόσμο.

4385463965303696 087998753
Οι γονείς του Μάικλ, Κυριάκος (Τζακ) Παναγιώτου και Λέσλι Άνγκολντ Χάρισον γιορτάζουν μαζί του τα τριακοστά του γενέθλια στο Newmarket Racecourse, στο Σάφολκ, στην Αγγλία, 25 Ιουνίου 1993 © Alpha Press, Alamy

Όσο η μουσική των Wham! γινόταν όλο και περισσότερο μία αναβίωση από τα soul κομμάτια των 60s και τα χαρούμενα γκρουπ της Motown, τόσο πιο πολύ ο Τζορτζ κλεινόταν σε μία ασφυκτική εικόνα που, με άγχος, προσπαθούσε να επιβάλλει προς τα έξω. Ο gay ακτιβισμός μόλις άρχιζε να εξαπλώνεται –προερχόμενος εκ Νέας Υόρκης– και να γίνεται διεθνώς γνωστός, αλλά ο Τζορτζ ήταν ακόμα πολύ αθώος για να είναι ενημερωμένος πάνω σε αυτό. Ούτε καν τολμούσε να το σκεφτεί, μάλιστα.

Έχοντας σαν φοβιστικό τοτέμ μπροστά του την παρουσία του πατέρα του, ενός σκληρά εργαζόμενου Κύπριου που προσπαθεί να τα καταφέρει σε μια ξένη χώρα, ο Τζορτζ προσπαθούσε να κερδίσει την αγάπη του πατέρα και ταυτόχρονα να απαλλαγεί από το DNA του που τον έκανε να έχει μία πλούσια, μεσογειακή τριχοφυΐα.

Τα φρύδια του Τζορτζ, πυκνά και σχεδόν ενωμένα, τού έδιναν ένα «επιθετικό» βλέμμα το οποίο προσπαθούσε να απαλύνει μαδώντας το, κρύβοντάς το πίσω από γυαλιά ηλίου με έξυπνα διαλεγμένο σκελετό, με πόζες που έδειχναν μόνο το αριστερό προφίλ του και με υστερικό έλεγχο και του παραμικρού καρέ σε βίντεο, ταινίες, της κάθε φωτογραφίας που έβγαινε προς τη δημοσιότητα. Στην τελευταία φάση της καριέρας του είχε προσπαθήσει να αποκτήσει τον έλεγχο κάθε φωτογραφίας του και οπτικού υλικού της εικόνας του που κυκλοφορούσαν στο διαδίκτυο. Αλλά ήταν τόσο δύσκολο να το ελέγξει, όσο δύσκολο ήταν να εμποδίσει τα χιλιάδες φλας των φωτογραφικών μηχανών που είχαν γίνει πλέον ένα αντικείμενο που χωράει στην τσέπη σου και μέσα στην παλάμη σου, να τον απαθανατίζουν σε κάθε του στιγμή: όταν σάρωνε, χορεύοντας, τη σκηνή· όταν υπέγραφε, χαμογελώντας με κολγκέιτ δόντια, τα αυτόγραφα στον δρόμο· όταν έβγαινε στα κλαμπ συνοδευόμενος πάντα από τον «φερετζέ του gay» όπως τα λένε στην αργκό, τα κορίτσια που παίζουν τον ρόλο της «σχέσης» σε αγόρια που θέλουν να δείξουν straight· όταν, μεθυσμένος, τύχαινε να έχει όμορφα αγόρια στο πλευρό του· όταν, τυφλωμένος από ναρκωτικά, έριχνε το αυτοκίνητό του σε τοίχους· όταν χαμογελαστός έκανε φιλανθρωπίες στη γειτονιά του· αλλά και όταν έμπαινε σε αντρικές τουαλέτες όπου γινόταν gay ψωνιστήρι και τα αρπακτικά-παπαράτσι τύχαινε να κάνουν «περιπολίες» στις γειτονιές του Μπεβερλι Χιλς για να πιάσουν λαβράκι – και το έπιασαν.

Όσο πιο πολύ ήθελε να κρύψει την εικόνα του ο Τζορτζ Μάικλ, άλλο τόσο, άγαρμπα σχεδόν, την εξέδιδε σε ταμπλόιντ. Ανίκανος να κρατήσει το στόμα του κλειστό μπροστά στη δίνη της δημοσιότητας, έπαιζε ρόλους ή έκανε τον ανήξερο, μέχρι που, σε μία κρίσιμη καμπή της ζωής του και της καριέρας του, «βγήκε από την ντουλάπα του» με ήχο εκκωφαντικό, σαν Λάζαρος που αναστήθηκε. Η αγάπη ήταν αυτή που τον απελευθέρωσε. Αλλά και ο μεγάλος πόνος.

Ακριβώς όταν, ευτυχισμένος από τον έρωτά του για τον Ανσέλμο, άφησε για πρώτη φορά τον αέρα να ανακατέψει τα μαλλιά του και άρχισε να αποδέχεται τον εαυτό του, ο Ανσέλμο πέθανε. Ο Τζορτζ βρέθηκε σε μία απίστευτα τρομακτική θέση. Ήθελε να θρηνήσει αλλά δεν μπορούσε να το φωνάξει. Ήθελε να επουλώσει την πληγή του αλλά δεν μπορούσε ούτε ένας από τα εκατομμύρια θαυμαστές να τον αγγίξει. Η μουσική, που συνήθως ήταν το καταφύγιό του, είχε φτάσει σε έναν τοίχο γιατί ο ίδιος δεν μπορούσε να βρει τον ήχο του.

Η Βραζιλία, πατρίδα του αγαπημένου του, του χάρισε το ελαφρύ αεράκι της τζαζ και ο Τζορτζ βυθίστηκε στην ευεργετική επίδραση αυτής της μουσικής επάνω του αλλά και μέσα σε σύννεφα καπνού από μαριχουάνα που έπνιγαν όχι μόνο τον ίδιο, τη σκέψη του, την ενεργητικότητα του, αλλά και όσους έμπιστους συνεργάτες είχε δίπλα του που τον βοηθούσαν στο να σχηματίζει και να δημιουργεί τον ήχο του. Ενώ ήθελε να βγει στον αέρα, κλείστηκε στο στούντιο και ηχογράφησε τις πιο εθιστικές, ηλεκτρικές του, ζαλισμένες, θρηνητικές μουσικές. Ξόρκιζε τον θάνατο του Ανσέλμο.

Ο Τζορτζ Μάικλ είχε μία απίστευτη αίσθηση της μουσικής, την οποία ξεκλείδωνε όταν ένιωθε ελεύθερος να βγει από το σώμα του. Αυτό συνέβαινε όταν ήταν μικρός στο υπνοδωμάτιό του και, μπροστά στον καθρέφτη, υποδυόταν τα μεγάλα soul ονόματα εξασκούμενος στο τέλειο κούνημα-shake των γοφών του. Και, αργότερα, με το που πατούσε το πόδι του στη σκηνή. Ηλεκτρισμένος και γεμάτος αδρεναλίνη από τον κόσμο που τον χειροκροτούσε, εύρισκε τον τέλειο ρυθμό και όργωνε τη σκηνή, ευλύγιστος και στριφογυριστός, αλλά ξεδίπλωνε και τη γοητευτική φωνή του σε ύψη και τρυφερές αναδιπλώσεις που μάγευαν όσους τον άκουγαν.

Όσο φοβισμένος από τη δημοσιότητα ένιωθε όταν ήταν μόνος, άλλο τόσο απελευθερωνόταν μπροστά στα φώτα. Το παράδοξο, λοιπόν, συνέβη: ο Τζορτζ άρχισε να μιλάει για τον εαυτό του, τις σχέσεις του, τις επιθυμίες του. Όπου εύρισκε μικρόφωνο μιλούσε. Σε περιοδικά, σε τηλεοράσεις, σε εφημερίδες, σε ντοκιμαντέρ. Αλλά όσο αποκάλυπτε τον εαυτό του, άλλο τόσο συνέχιζε να τον ενοχλεί και εκείνη η εικόνα του.

Τα μαλλιά συνέχιζαν να παίζουν τον καθοριστικό τους ρόλο. Όταν μπήκε στα gay κλαμπ και είδε την αρρενωπή εικόνα που έβγαζε το gay πλήθος, το πόσο αγκάλιαζαν την αρρενωπότητα, την τριχοφυΐα τους, τον τρόπο που μεγάλωναν αποδεχόμενοι το σώμα και τον εαυτό τους, ο Τζορτζ κουρεύτηκε. Η πλούσια, «ηλιοφίλητη» φράντζα του έδωσε τη θέση της σε ένα «ρωμαϊκό» κούρεμα με την ψιλή μηχανή και το μούσι των τριών ημερών, τη θέση του σε ένα μεφιστοφελικό goatee.

Στα δικά μου τα λημέρια, ο Τζορτζ Μάικλ ήταν αγαπητός από τότε που αποδέχτηκε τον εαυτό του. Το «I Want Your Sex» μας έδωσε μια πρώτη εικόνα για το πού το πήγαινε – και αυτό μας άρεσε: απελευθερωμένη, pop soul, ελαφρώς κλεμμένη αλλά σαν tribute στις μεγάλες σχολές της χορευτικής μουσικής που όλοι είχαμε αγαπήσει. Ο Τζορτζ ήξερε να νιώθει τη δόνηση και τον ρυθμό. Όταν το γλεντούσε και ο ίδιος, ήταν περίφημος. Όταν προσπαθούσε να αποδείξει ότι είναι κάποιος άλλος, χανόταν σε τρελά μονοπάτια γιατί, άλλωστε, προτιμούσε να δουλεύει μόνος του επάνω σε έναν υπολογιστή. Οι μοναχικές του εμπνεύσεις, συχνά χαοτικές, εύρισκαν μία διέξοδο μόλις εμπιστευόταν έναν, κάποιον από τους συνεργάτες του. Οι μελωδίες που βούιζαν στο κεφάλι του σαν μαστουρωμένα ουρί του Παραδείσου, αποκτούσαν υπόσταση όταν κάποιος του τις μετέφραζε με ένα σαξόφωνο, ή τους έδινε ζωή με μία ηλεκτρική ντραμς.

Μεγαλώνοντας, ο Τζορτζ μελέτησε την τζαζ και τους μεγάλους crooners του παρελθόντος. Αγάπησε την κλασική μελαγχολία των στάνταρντ του μεγάλου αμερικάνικου Songbook, τα τραγούδια «του προβολέα» και τα ταίριαξε θαυμάσια με την υπέροχη φωνή του. Ένα από τα καλύτερα άλμπουμ του, που το ακούω ακόμα και σήμερα με αγάπη γιατί έγινε ακαριαία κλασικό, είναι το Songs From The Last Century. Βέβαια, δεν αρκούσε αυτό μόνο για να αγαπήσεις τον Τζορτζ Μάικλ. Έπρεπε και να τον έχεις δει live.

Και τον είχα δει. Για πρώτη φορά, σε εκείνη τη συναυλία στο Γουέμπλεϊ που, δίπλα στον Έλτον Τζον, τραγουδούσε το «Don’ t let the sun go down on me», κλέβοντας την παράσταση από τη Γηραιά Κυρία.

4385468491697041 02111
Τζορτζ Μάικλ και Έλτον Τζον

Μεταφράζοντας αυτό το βιβλίο, ακολούθησα με ένα νέο ενδιαφέρον, βήμα βήμα, τη ζωή αυτού του παιδιού. Ξανάκουσα μία μία όλες τις μουσικές του – καλό είναι να το κάνει και ο αναγνώστης του βιβλίου, εμπλουτίζει έτσι την εμπειρία, καταλαβαίνει καλύτερα τις λεπτές συνθήκες μέσα από τις οποίες προέκυψε το κάθε τραγούδι. Η αναβίωση της εποχής βάζει καλύτερα τον αναγνώστη στη ζωή του Μάικλ, είναι στιγμές που θέλεις να μπεις μέσα στις σελίδες του βιβλίου και να του φωνάξεις «όχι, δεν είναι έτσι! Μην κάνεις ανοησίες!» ή να του πεις «Κανένας δεν είναι μόνος» (αν και αυτό είναι ένα σύνθημα πολύ σημερινό). Θέλεις να ορμήξεις στο στούντιο, να αρπάξεις το τζόιντ από το χέρι του, να το σβήσεις στο τασάκι και να ανοίξεις πόρτες και παράθυρα να φύγει το ντουμάνι.

Θέλεις να αδειάσεις στη λεκάνη της τουαλέτας όλα τα χάπια, τα ναρκωτικά, τα υπνωτικά, τα αντικαταθλιπτικά, όλα όσα μετρούσαν βήμα με βήμα, μιλιγκράμ με μιλιγκράμ, αντίστροφα τη ζωή του.

Εκεί είναι η μεγάλη έκπληξη του βιβλίου αυτού: στο τέλος. Διαβάζοντάς το, μεταφράζοντάς το, σελίδα τη σελίδα, μία αγωνία έσφιγγε το στομάχι μου. Παρακολουθούσα ένα θρίλερ που ήξερα πού θα καταλήξει και αυτό το έκανε ακόμα πιο σκληρό. Ακόμα και όταν ήρθε το τέλος, ο εφιάλτης συνεχίστηκε γιατί το βιβλίο παρακολουθεί τις εξελίξεις και μετά τον θάνατο του Τζορτζ. Την γκρεμισμένη παρακαταθήκη του. Την οικογένεια. Τα υπάρχοντα και τις διαμάχες.

Σήμερα, αναρωτιέμαι τι έχει συμβεί σε όλα εκείνα που αποτελούσαν τον κόσμο του Τζορτζ Μάικλ. Αναρωτιέμαι αν ακούγονται τα τραγούδια του. Μια μέρα, μέσα στο 2022, μια φίλη μου είπε, ξεκάρφωτα, «Ξέρεις είναι ο αγαπημένος μου». Την επόμενη μέρα, διάβασα τυχαία ότι η Dua Lipa, ένα σούπερ αστέρι της σύγχρονης ποπ γεμάτο ομορφιά, ερωτισμό και ενέργεια, θα τραγουδήσει το «Freedom» για μια διαφήμιση για το άρωμα Beauté του YSL. Ήταν σαν να πατούσα το τηλεκοντρόλ στο CD player και να έμπαινε η εισαγωγή του κομματιού, με το τύμπανο και με το ντέφι.

ΠΗΓΗ:athensvoice.gr

Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων
Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας parathyro.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ
Η πολιτιστική ατζέντα του Σαββατοκύριακου

Η πολιτιστική ατζέντα του Σαββατοκύριακου

Η πολιτιστική ατζέντα του Σαββατοκύριακου

Μιχάλης Πασσιαρδής | «Ένας άνθρωπος σεμνός, βασανισμένος, μοναχικός και αφιερωμένος στην τέχνη της ποίησης»

Μιχάλης Πασσιαρδής | «Ένας άνθρωπος σεμνός, βασανισμένος, μοναχικός και αφιερωμένος στην τέχνη της ποίησης»

Μιχάλης Πασσιαρδής | «Ένας άνθρωπος σεμνός, βασανισμένος, μοναχικός και αφιερωμένος στην τέχνη της ποίησης»