«Μια φριχτή διπλή ζωή»

ΠΑΡΑΘΥΡΟ Δημοσιεύθηκε 5.9.2023
Franz Kafka, Illusion Art Museum, Czechia. Φωτο.: Χριστοθέα Ιακώβου
Συμπληρώνονται 100 χρόνια από την τελευταία εγγραφή στο ημερολόγιο του Φραντς Κάφκα

Στις 9 Οκτωβρίου 1911 ο Φραντς Κάφκα γράφει στο ημερολόγιό του: «Αν φτάσω τον τεσσαρακοστό χρόνο της ζωής μου, θα παντρευτώ πιθανώς μια γεροντοκόρη με πεταχτά τα πάνω δόντια… Σαράντα χρονών μάλλον δεν πρόκειται να φτάσω, το δείχνει π.χ. η ένταση που συχνά εγκαθίσταται στην αριστερή επάνω πλευρά του κρανίου μου. Τη νιώθω σαν ένα εξωτερικό εξάνθημα… όπως μια σχεδόν ανώδυνη ανάτμηση πάνω σε ζωντανό σώμα, όπου το μαχαίρι, λίγο δροσιστικό, προσεχτικό, σταματά συχνά και ξαναξεκινά…» (εδώ από «Τα ημερολόγια, Α’», 1910-1913, εκδ. Εξάντας, 1978, μτφ. Αγγέλα Βερυκοκάκη, όπως και όλα τα αποσπάσματα).

Ο συγγραφέας που θα γινόταν μόνιμη επιρροή για τους επιγόνους του δεν υπέφερε ακόμη από τη φυματίωση που τελικά τον σκότωσε το 1924, στην ηλικία των 41 ετών. Υπέφερε από την εξοντωτική ανάλυση στην οποία υπέβαλε τον εαυτό και τα όνειρά του αντλώντας από εκεί την «ποιητική της σωματικότητας», σήμα κατατεθέν για τα έργα του.

Η πλήρης επανέκδοση των ημερολογίων του στην αγγλική γλώσσα με μεταφραστή τον Ross Benjamin (Schocken, New York) λειτούργησε σαν υπενθύμιση για τους μελετητές του Κάφκα, καθώς φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από την τελευταία εγγραφή στο ημερολόγιό του (22 Ιουλίου 1923). Σ’ αυτό το παράλληλο «έργο» καταγράφεται η μεταμόρφωση του ανθρώπου που θα γινόταν ένας «κατά λάθος μοντερνιστής», σύμφωνα με την παρατήρηση του Πίτερ Γκέι:

«Αυτό το διήγημα, «Η κρίση», το έγραψα τη νύχτα της 22ας προς την 23η από τις δέκα το βράδυ μέχρι τις έξι το πρωί, μονοκόμματα. Σχεδόν δεν μπορούσα να τραβήξω από κάτω από το γραφείο τα πόδια μου, που είχαν μουδιάσει από το καθισιό… Επιβεβαιωμένη πεποίθηση ότι γράφοντας βρίσκομαι στον ντροπιασμένο βυθό της λογοτεχνίας. Μόνο έτσι μπορώ να γράψω, με μια τέτοια συνοχή, μ’ ένα τέτοιο τέλειο άνοιγμα του σώματος και της ψυχής» (23 Σεπτεμβρίου 1912).

Το βράδυ ο Κάφκα φτάνει στον βυθό των πραγμάτων βιώνοντας τις φοβίες, τα αδιέξοδα και το άγχος της γραφής. Η λογοτεχνία του ήταν απαραίτητη, έλεγε, όπως «η ψευδαίσθηση σ’ έναν μανιακό». Ακόμη καλύτερα, «όπως η εγκυμοσύνη σε μια γυναίκα». Το πρωί συνεχίζει τη δουλειά του ως ευσυνείδητος υπάλληλος στην Ασφαλιστική Εταιρεία Εργατικών Ατυχημάτων. Είναι το δίλημμα της ζωής του, το οποίο δραματοποιεί σε μια φανταστική επιστολή προς το αφεντικό του:

«Καθώς πήγαινα σήμερα να σηκωθώ από το κρεβάτι, ξαφνικά σωριάστηκα κάτω. Η αιτία είναι πολύ απλή, έχω εντελώς εξαντληθεί από τη δουλειά. Οχι μόνο το γραφείο, αλλά και από την υπόλοιπη δουλειά μου. Το γραφείο έχει μόνο μια αθώα ευθύνη γι’ αυτό… Το ξέρω βέβαια, όλα αυτά είναι φλυαρίες, εγώ φταίω, και το γραφείο έχει από μένα τις πιο ξεκάθαρες και δίκαιες απαιτήσεις. Μόνο που για μένα είναι μια φριχτή διπλή ζωή, και η μόνη διέξοδος απ’ αυτήν είναι προφανώς η τρέλα. Αυτά τα γράφω στο καλό φως της μέρας και σίγουρα δεν θα τα έγραφα αν δεν ήταν τόσο αληθινά κι αν δεν σας αγαπούσα σαν γιος σας» (19 Φεβρουαρίου 1911).

Ο Κάφκα συμπυκνώνει την αγωνία των ομότεχνών του που μετεωρίζονται ανάμεσα στην τέχνη τους και την επιβίωση (ο Τ.Σ. Ελιοτ, που δεν θέλει να «μετράει τη ζωή του με το κουταλάκι του καφέ», επίσης πίσω από ένα γραφείο). Την ίδια στιγμή, ωστόσο, απηχεί και το άγχος των ανώνυμων αναγνωστών του – συγκαιρινών και μελλοντικών -, που και εκείνοι παραδίνονται στην αρχή της επιθυμίας και την αρχή της πραγματικότητας.

Η νέα εμπλουτισμένη έκδοση – ύστερα από εκείνη του 1948 – «μας προσφέρει έναν Κάφκα πιο σωματικό», σημειώνει ο Τσάρλι Τάισον στο bookforum.com. «Μας βοηθάει να αντιληφθούμε τις χαρές και τον πόνο του συγγραφέα με μεγαλύτερη σαφήνεια. Καθώς γυρίζουμε τις σελίδες των ημερολογίων θυμόμαστε ότι ο ίδιος εκείνος άνθρωπος που έλεγε ότι «είναι φτιαγμένος από λογοτεχνία και τίποτε άλλο» πήγαινε για κολύμπι, έκανε περιπάτους, επισκεπτόταν οίκους ανοχής και, όταν υποχωρούσαν οι πεπτικές διαταραχές, ονειρευόταν τα λουκάνικα». Με τα λόγια του ίδιου:

«Χτες, ανίκανος να γράψω έστω και μία λέξη. Σήμερα όχι καλύτερα. Ποιος θα με λυτρώσει;… Είμαι σαν ζωντανό συρματόπλεγμα, ένα συρματόπλεγμα που στέκει γερά και θέλει να πέσει» (8 Απριλίου 1914).

«Βούτηξα στο νερό και γρήγορα προσαρμόστηκα. Ενα μικρό κοπάδι ψάρια αιωρήθηκε μπροστά μου σε μια ανερχόμενη αλυσίδα και χάθηκε μέσα στο πράσινο. Καμπάνες που κουνιούνται πέρα – δώθε από τον κυματισμό του νερού – ψεύτικο» (23 Φεβρουαρίου 1914).

in.gr/Δημήτρης Δουλγερίδης

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ
Αφιέρωμα στον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη από το Τεχνοδρόμιο

Αφιέρωμα στον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη από το Τεχνοδρόμιο

Αφιέρωμα στον Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη από το Τεχνοδρόμιο

«Τοπο-γραφίες IIΙ» | Ένας λογοτεχνικός περίπατος δίπλα από τη θάλασσα της Λεμεσού

«Τοπο-γραφίες IIΙ» | Ένας λογοτεχνικός περίπατος δίπλα από τη θάλασσα της Λεμεσού

«Τοπο-γραφίες IIΙ» | Ένας λογοτεχνικός περίπατος δίπλα από τη θάλασσα της Λεμεσού