Για τις επικρίσεις που αφορούν την αγορά πιάνου για την αίθουσα «Πάνος Σολομωνίδης» απαντά στο «Π» ο Δήμαρχος Λεμεσού, Γιάννης Αρμεύτης, υποστηρίζοντας ότι η διαδικασία ακολουθήθηκε στη βάση τεχνικών εισηγήσεων, καθώς «οι προδιαγραφές είχαν ήδη καθοριστεί» και «οι τεχνικές προδιαγραφές ετοιμάστηκαν από τους πολιτιστικούς λειτουργούς και τη διευθύντρια του Παπαδάκειου Ωδείου, που είναι επίσης πιανίστρια». Την ίδια ώρα, όπως σημειώνει, ο Δήμος προχωρεί σε επενδύσεις άνω των 20 εκατομμυρίων ευρώ στον πολιτισμό και δρομολογεί νέα έργα υποδομής, όπως η Στέγη Πολιτισμού.
Τι απαντά για αγορά πιάνου και διαδικασίες
Σε ό,τι αφορά τις καταγγελίες που διατυπώθηκαν δημόσια από τον Μανώλη Νεοφύτου σε σχέση με την αγορά πιάνου και τις προδιαγραφές του, ο Δήμαρχος σημειώνει ότι «αντιλαμβάνομαι ότι το άτομο που προέβη στη δημόσια καταγγελία θα λειτουργούσε ως μεσάζων για την αγορά πιάνου».
Όπως εξηγεί, πρόθεση του Δήμου ήταν η αγορά ενός οργάνου για έναν δραστήριο χώρο, «έναν χώρο μουσικής, υψηλών προδιαγραφών, που υπηρετεί διάφορες εκδηλώσεις», με τον σχετικό προϋπολογισμό να κυμαίνεται «περίπου γύρω στις 20.000 με 30.000 ευρώ». Ωστόσο, όπως αναφέρει, «είχαν έρθει δύο προσφορές, που ήταν πολύ χαμηλές», γεγονός που οδήγησε ακόμη και σε σκέψεις ακύρωσης, καθώς «στα πλαίσια των διαδικασιών και των ερωτημάτων, σκεφτόμασταν και την ακύρωση, δεν μπορούσαμε να το κάνουμε», λόγω των ήδη καθορισμένων προδιαγραφών.
Οι τεχνικές παράμετροι, σύμφωνα με τον ίδιο, είχαν τεθεί εκ των προτέρων, αφού «οι τεχνικές προδιαγραφές ετοιμάστηκαν από τους πολιτιστικούς λειτουργούς και τη διευθύντρια του Παπαδάκειου Ωδείου, που είναι επίσης πιανίστρια», με τον Δήμο να ακολουθεί την εισήγηση των ειδικών, καθώς «εμείς συμπορευόμαστε με τους ειδικούς».
Την ίδια ώρα, τονίζει ότι «θέλουμε να βοηθήσουμε. Είμαστε πάντα υποστηρικτές των Κύπριων καλλιτεχνών», προσθέτοντας ότι «αν υπάρχουν συγκεκριμένες προτάσεις, θα αξιολογούνται γιατί είμαστε πρόθυμοι να τις στηρίξουμε». Επισημαίνει ακόμη ότι «δίνουμε σημασία στα πολιτιστικά δρώμενα» και ότι «αδικούν τα δημοσιεύματα όταν παρουσιάζουν εικόνα προχειρότητας».
Διευκρινίζει, επίσης, ότι το συγκεκριμένο πιάνο δεν προοριζόταν για αυστηρά εξειδικευμένη χρήση, αλλά για έναν χώρο που «χρησιμοποιείται καθημερινά με διάφορες χρήσεις» και αποτελεί «έναν πολυχώρο που φιλοξενεί διάφορες εκδηλώσεις». Σε περίπτωση που δεν αξιοποιηθεί τελικά στον συγκεκριμένο χώρο, σημειώνει ότι «υπάρχουν πολλοί χώροι να το αξιοποιήσουμε», ενώ, εάν προκύψουν πιο εξειδικευμένες ανάγκες, «θα προχωρήσουμε σε κάποια φάση με τη δημιουργία των κατάλληλων χώρων για καλό πιάνο».
Όπως προσθέτει, ο Δήμος διαθέτει ήδη υποδομές, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι «καλό πιάνο έχουμε και στο Παττίχειο», ενώ υπάρχουν χώροι που μπορούν να καλύψουν ανάγκες εκδηλώσεων.
Άνω των 20 εκατ. ευρώ οι επενδύσεις στον πολιτισμό
Απαντώντας στις επικρίσεις περί προχειρότητας, ο κ. Αρμεύτης παραπέμπει στο ευρύτερο πλάνο του Δήμου, τονίζοντας ότι «ο Δήμος επενδύει πάρα πολλά στον πολιτισμό» και ότι «οι επενδύσεις μας στον πολιτισμό είναι πάνω από 20 εκατομμύρια ευρώ και έχουν στόχο να αναπτύξουν τις τέχνες και τον πολιτισμό».
Στο πλαίσιο αυτό, αναφέρει ότι προωθείται η επέκταση της δημοτικής βιβλιοθήκης, ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη διαδικασίες αποκατάστασης και επανάχρησης, όπως στο τουρκοκυπριακό κτίριο που υπέστη ζημιές από πυρκαγιά και στο κτίριο Πολυδωρίδη, «όπου έχουν γίνει αποτυπώσεις» και «προχωρούμε με τις πρώτες διαδικασίες για επισκευές».
Βγαίνει σε προσφορές για τη Στέγη Πολιτισμού
Στον σχεδιασμό εντάσσεται και η Στέγη Πολιτισμού, για την οποία «ο Δήμος προγραμματίζει να βγάλει προσφορές για αρχιτεκτονικό διαγωνισμό», με τον Δήμαρχο να σημειώνει ότι «είμαστε σε αρχικό στάδιο και έχουμε συνάντηση της Σχεδιαστικής Επιτροπής». Όπως διευκρινίζει, πρόκειται για έργο στο οποίο «εκεί όντως θα μπουν εξειδικευμένα πιάνα, για επαγγελματικούς σκοπούς και για πρόβες».
Δίδεται στήριξη σε καλλιτεχνικές παραγωγές
Απαντώντας στο ζήτημα του κόστους χρήσης θεάτρων, για το οποίο έγινε αναφορά σε ποσά της τάξης των 1.500 ευρώ, ο Δήμαρχος σημειώνει ότι «μια παραγωγή έχει πολλά λειτουργικά έξοδα». Την ίδια ώρα, υπογραμμίζει ότι ο Δήμος λειτουργεί υποστηρικτικά, καθώς «σε αξιόλογες παραστάσεις, ο Δήμος έρχεται ως χορηγός για να μπορούν να πραγματοποιηθούν».
Όπως εξηγεί, η στήριξη βασίζεται σε κριτήρια «που έχουν να κάνουν με την αξία του καλλιτέχνη, τη δυσκολία των έργων και τον χαρακτήρα των εκδηλώσεων», ενώ «στηρίζουμε και εκδηλώσεις που μπορεί να μην είναι τόσο εμπορικές», ακόμη και με επιστροφή του φόρου θεάματος.
Τέλος, σημειώνει ότι η αξιολόγηση των παραγωγών γίνεται από τις αρμόδιες επιτροπές του Δήμου, οι οποίες λαμβάνουν υπόψη την καλλιτεχνική αξία, το περιεχόμενο και τον χαρακτήρα της κάθε πρότασης.
