Ο Βίκτορ Όρμπαν δοκιμάζει κάτι που μέχρι πριν από λίγους μήνες δεν θα ήταν απαραίτητο. Να κερδίσει εκλογές χωρίς να πλημμυρίσει το διαδίκτυο με πληρωμένες διαφημίσεις. Και αυτό, από μόνο του, λέει πολλά για το πώς αλλάζει το πολιτικό παιχνίδι στην Ευρώπη.
Με τις κοινοβουλευτικές εκλογές της 12ης Απριλίου να πλησιάζουν και με τον πιο σοβαρό αντίπαλο των τελευταίων 16 ετών απέναντί του, ο Ούγγρος Πρωθυπουργός στρέφεται σε μια πιο «χειροποίητη» εκδοχή ψηφιακής καμπάνιας. Αντί για εκατομμύρια σε διαφημίσεις στα social, επιστρατεύει τους ίδιους του τους ψηφοφόρους.
Η λεγόμενη «ψηφιακή πρόκληση 40 ημερών» που ξεκίνησε στις αρχές Μαρτίου είναι, στην ουσία, μια οργανωμένη προσπάθεια μαζικής κινητοποίησης. Το μήνυμα είναι απλό. Μπείτε καθημερινά, γράψτε, σχολιάστε, μοιραστείτε. Δέκα λεπτά την ημέρα αρκούν, αν το κάνουν αρκετοί.
Το ενδιαφέρον, βέβαια, εδώ δεν είναι η καμπάνια. Είναι το γιατί χρειάστηκε. Για χρόνια, το Fidesz είχε σχεδόν μονοπωλιακή παρουσία στο ψηφιακό περιβάλλον. Μεγάλα budgets, στοχευμένη διαφήμιση, συνεχής ορατότητα. Το μοντέλο ήταν ξεκάθαρο. Πληρώνεις και κατακλύζεις το feed των πολιτών. Αυτό τελείωσε, ή τουλάχιστον περιορίστηκε δραστικά. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει εισαγάγει ένα νέο πλαίσιο για την πολιτική διαφήμιση που υποχρεώνει τις πλατφόρμες να επισημαίνουν με σαφήνεια ποιος πληρώνει για κάθε πολιτικό μήνυμα, πόσα χρήματα δαπανώνται και σε ποιο κοινό στοχεύει. Οι κανόνες αυτοί, που συνδέονται με την ευρύτερη προσπάθεια περιορισμού της αδιαφανούς πολιτικής επιρροής στο διαδίκτυο, συνοδεύονται από βαριά πρόστιμα για τις εταιρείες που δεν συμμορφώνονται. Ως αποτέλεσμα, πλατφόρμες όπως η Meta και η Google προτίμησαν να παγώσουν ή να περιορίσουν δραστικά τις πολιτικές διαφημίσεις στην Ευρώπη, στερώντας από κόμματα όπως το Fidesz ένα βασικό εργαλείο επικοινωνίας και αναγκάζοντάς τα να στραφούν σε πιο «οργανικές» μορφές ψηφιακής κινητοποίησης.
Ξαφνικά, λοιπόν, το χρήμα από μόνο του δεν φτάνει πια, απαιτούνται άλλες λύσεις. Και η απάντηση του Όρμπαν είναι οι λεγόμενοι «ψηφιακοί μαχητές». Όχι επαγγελματίες, αλλά πολίτες, κυρίως μεγαλύτερης ηλικίας, πιστοί ψηφοφόροι, που εκπαιδεύονται σε κομματικές εκδηλώσεις για το πώς να παρεμβαίνουν πιο αποτελεσματικά στο Facebook. Πώς να σχολιάζουν, πότε να απαντούν, πώς να ενισχύουν συγκεκριμένα αφηγήματα.
Η εικόνα είναι σχεδόν αναλογική μέσα σε ψηφιακό περιβάλλον. Ο 76χρονος Ιστβάν Χόλο, με καπέλο του Fidesz και μάσκα του Ντόναλντ Τραμπ, δηλώνει ότι αφιερώνει έως και μία ώρα την ημέρα για να προωθεί το μήνυμα. «Οι εκλογές θα κριθούν στο Facebook», δηλώνει στο πρακτορείο Reuters. Δεν είναι υπερβολή, είναι στρατηγική.
Το πρόβλημα για τον Όρμπαν είναι ότι αυτή τη φορά δεν παίζει μόνος του. Ο Πέτερ Μάγκιαρ και το κόμμα Tisza έχουν καταφέρει να χτίσουν μια πολύ πιο ζωντανή και αυθεντική παρουσία. Λιγότερο οργανωμένη, αλλά -ίσως και γι' αυτό- πιο αποτελεσματική. Ο ίδιος γράφει, απαντά, παρεμβαίνει. Και τα αποτελέσματα των δικαιώνουν.
Οι αριθμοί είναι ενδεικτικοί αλλά και ιδιαίτερα αποκαλυπτικοί. Με λιγότερους ακόλουθους, οι αναρτήσεις του Μάγκιαρ συγκεντρώνουν σχεδόν διπλάσιες αντιδράσεις από εκείνες του Όρμπαν. Ακόμη πιο ανησυχητικό για την κυβέρνηση είναι το ηλικιακό χάσμα. Στους κάτω των 30, η υποστήριξη προς το Tisza αγγίζει το 67%, ενώ το Fidesz περιορίζεται στο 8%.
Με άλλα λόγια, η μάχη δεν είναι μόνο πολιτική, είναι και γενεαλογική. Το Fidesz προσπαθεί να καλύψει το έδαφος και με άλλους τρόπους. Συνεργασίες με δεξιούς influencers, χρήση εργαλείων Τεχνητής Νοημοσύνης για την παραγωγή βίντεο, ακόμη και deepfakes. Η λογική είναι σαφής: αν δεν μπορείς να αγοράσεις ορατότητα, τότε πρέπει να την κατασκευάσεις.
Θα είναι, όμως, αυτό αρκετό; Αναλυτές εκτιμούν ότι η Ουγγαρία λειτουργεί ήδη ως δοκιμαστικό πεδίο για το πώς θα διεξάγονται στο εξής οι προεκλογικές εκστρατείες στην Ευρώπη χωρίς μαζική πολιτική διαφήμιση. Όχι με λιγότερη προπαγάνδα, αλλά με διαφορετική μορφή. Πιο διάχυτη, πιο συμμετοχική, πιο δύσκολο να ελεγχθεί.
Και εδώ υπάρχει μια ειρωνεία. Οι πλατφόρμες προσπάθησαν να περιορίσουν την επιρροή του χρήματος στην πολιτική επικοινωνία. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι η ενίσχυση δικτύων υποστηρικτών που λειτουργούν ως άτυποι πολλαπλασιαστές περιεχομένου, χωρίς διαφάνεια, χωρίς λογοδοσία.
