Προετοιμάζοντας το επόμενο ταξίδι μου στη Γαλλία, μια χώρα που αγαπάω πολύ και που επισκέπτομαι συχνά, αποφάσισα να περάσω στο ηλεκτρονικό εισιτήριο. Εδώ και πολύ καιρό υπήρχαν ανακοινώσεις ότι τα χάρτινα εισιτήρια για το μετρό εξαφανίζονται. Είχα βγάλει μια κάρτα, την οποία τη γεμίζεις στα μηχανήματα, αλλά όμως ήθελα το πιο απλό ακόμα. Αυτό που κάνουμε σε πολλές πρωτεύουσες, στην Αθήνα, στο Λονδίνο, στις Βρυξέλλες, στην Ουάσινγκτον να χρησιμοποιώ δηλαδή μόνο το κινητό μου. Να περνάς, να πληρώνεις και να τελειώνεις, χωρίς να το σκέφτεσαι δεύτερη φορά.
Τσεκάρισα λοιπόν, πού αλλού, online, να δω αν γίνεται, πώς γίνεται, τι πρέπει να κάνω. Είδα ότι δεν μπορώ απευθείας να πληρώσω με την κάρτα μου. Θα έπρεπε να κατεβάσω μια εφαρμογή συγκεκριμένη. Εντάξει, σκέφτηκα, κανένα πρόβλημα. Κατέβασα την εφαρμογή, αλλά στο μέσο της εγκατάστασης μου είπε ότι πρέπει να κατεβάσω και μια δεύτερη εφαρμογή, η οποία δεν κάνει κάτι συγκεκριμένο, απλώς υποστηρίζει τη λειτουργία της πρώτης εφαρμογής. Μια εφαρμογή για να δουλέψει μια άλλη εφαρμογή!
Τώρα βεβαίως καταλαβαίνετε ότι, όταν έχεις συνηθίσει να πληρώνεις απλώς περνώντας την κάρτα από το κινητό σου, το να κατεβάσεις δύο εφαρμογές για να μπορέσεις να έχεις εισιτήρια είναι λίγο προβληματικό. Δεν είναι απλώς θέμα ευκολίας, είναι θέμα λογικής. Ακόμα χειρότερα, κατεβάζοντας τις εφαρμογές, δεν μπορείς απλώς να τις συνδέσεις με την κάρτα σου και να πληρώσεις. Πρέπει να αγοράσεις αριθμό εισιτηρίων, να τα περάσεις στην εφαρμογή και να τα έχεις διαθέσιμα. Δηλαδή, όταν θες να περάσεις από τις μπάρες, να ανοίγεις τη συγκεκριμένη εφαρμογή και την περνάς από εκεί, και αν δεν έχεις εισιτήριο, να κάθεσαι σε μια γωνίτσα και να προσπαθείς να τα αγοράσεις εκείνη την ώρα. Όλη αυτή η διαδικασία σε γυρίζει πίσω αντί να σε πηγαίνει μπροστά.
Το δεύτερο πρόβλημα με εφαρμογή το είχα συναντήσει αρκετές εβδομάδες νωρίτερα, όταν προσπάθησα να βγάλω βίζα για το Ηνωμένο Βασίλειο από το κινητό μου, την παραμονή που θα ταξίδευα. Εκείνες τις μέρες, για κάποιο λόγο, είχε πέσει το σύστημα. Βίζα δεν έβγαλα, δεν ταξίδεψα και κράτησα το εισιτήριό μου για αργότερα. Ένα ταξίδι που δεν έγινε όχι επειδή δεν ήμουν έτοιμη, αλλά επειδή η πλατφόρμα είχε πέσει.
Ήρθε λοιπόν η ώρα να βγάλω ξανά τη βίζα. Την έβγαλα αμέσως, χωρίς κανένα πρόβλημα, μέσα σε πέντε λεπτά. Τσάμπα έχασα το ταξίδι μου την προηγούμενη φορά. Πιθανόν, αν είχα σηκωθεί πολύ πρωί, να δούλευε κιόλας το σύστημα και να είχα πετάξει. Δηλαδή η δυνατότητα μετακίνησής μου εξαρτάται από το αν ένα σύστημα «αντέχει» εκείνη τη στιγμή.
Αλλά θέλω να σχολιάσω και κάτι διαφορετικό για τους φίλους μας τους Άγγλους. Το καλοκαίρι η αδερφή μου πλήρωσε τη βίζα 12 λίρες. Εγώ, που την έβγαλα λίγο πριν το Πάσχα, πλήρωσα 16 λίρες. Από τις 8 Απριλίου και μετά, όμως, η βίζα κοστίζει 20 λίρες. Με ποια λογική οι Άγγλοι σχεδόν διπλασίασαν την τιμή της βίζας μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο, μου είναι αδύνατο να καταλάβω. Δεν μιλάμε για πληθωρισμό, μιλάμε για απότομη αλλαγή κανόνων μέσα στο ίδιο σύστημα.
Εκεί όμως που το πρόβλημα ακουμπά τις πλατφόρμες, είναι ότι από τη στιγμή που είσαι Ευρωπαίος, σου λέει ότι μπορείς να πληρώσεις μόνο σε ευρώ και όχι σε λίρες. Δεν σε αφήνει δηλαδή να πληρώσεις με εναλλακτική κάρτα, ξέρετε από αυτές που δεν σου παίρνουν προμήθεια, αλλά σου κάνει μόνο του τη μετατροπή, και για τις 16 λίρες μας έβγαλε ένα ποσό περίπου 19,5 λίρες. Μια «αόρατη» επιβάρυνση που απλώς εμφανίζεται στο τέλος, χωρίς επιλογή.
Και κάπου εδώ αρχίζει να φαίνεται το πραγματικό ζήτημα. Όχι η τεχνολογία ως ευκολία, αλλά η τεχνολογία ως υποχρέωση. Όχι η πλατφόρμα ως βοήθεια αλλά ως εμπόδιο. Που σε αναγκάζει να προσαρμοστείς, να κατεβάσεις, να αποδεχτείς, να πληρώσεις όπως και ό,τι σου λένε. Και αν κάτι δεν δουλεύει, δεν έχεις εναλλακτική.
Και δεν άρχισα καν να συζητώ πού πάνε και ποιος διαβάζει τα δεδομένα μου, το διαβατήριο, τη φωτογραφία και τα υπόλοιπα που ανέβασα στις παλιοπλατφόρμες τους…
