Parathyro logo
Η Κύπρος πέρα από τα αυτονόητα: Το 1ο συνέδριο του Συλλόγου Κοινωνικών Ανθρωπολόγων Κύπρου (CASA)
Δημοσιεύθηκε 31.08.2026 07:15
Η Κύπρος πέρα από τα αυτονόητα: Το 1ο συνέδριο του Συλλόγου Κοινωνικών Ανθρωπολόγων Κύπρου (CASA)

Το logo του συλλόγου που δημιούργησε ο ακλλιτέχνης @barba.dee. «Βασισμένο σε μεσαιωνικές εικονογραφήσεις, το κεντρικό σχέδιο αποτελεί μια ανθρωπόμορφη απεικόνιση. Περιλαμβάνει τα πιο βασικά χαρακτηριστικά ενός προσώπου, με τον τρόπο που μαθαίνουμε να το σχεδιάζουμε ως παιδιά. Διαθέτει μία "όρθια" και μία "αναποδογυρισμένη" αναπαράσταση, συμβολίζοντας τις διαφορετικές οπτικές γωνίες πάνω στο ίδιο υποκείμενο (τον άνθρωπο) και παραπέμποντας στην ανθρωπολογία. Ταυτόχρονα, η παρουσία περισσότερων του ενός προσώπων αναφέρεται σε μια συλλογικότητα,την κοινωνία, κάνοντας αναφορά στη κοινωνιολογία.»

Τι βλέπουμε όταν κοιτάζουμε την Κύπρο πέρα από τις γνώριμες αφηγήσεις της σύγκρουσης και της διαίρεσης; Και τι αλλάζει όταν στο επίκεντρο μπαίνει η καθημερινή εμπειρία των ανθρώπων; Με αφορμή το πρώτο συνέδριο του Συλλόγου Κοινωνικών Ανθρωπολόγων Κύπρου, ο πρόεδρός του, Θεόδωρος Κούρος, μιλά για μια ανθρωπολογία που αμφισβητεί τα αυτονόητα, αναζητά όσα συνήθως διαφεύγουν από τις κυρίαρχες αφηγήσεις και διεκδικεί έναν πιο ενεργό ρόλο στη δημόσια και πολιτιστική ζωή της Κύπρου.

Πόσα από όσα θεωρούμε αυτονόητα για την κυπριακή κοινωνία είναι πράγματι αυτονόητα; Οι τρόποι με τους οποίους θυμόμαστε και ξεχνούμε, οι σχέσεις μας με την οικογένεια, το φύλο, την εργασία, τη μετανάστευση, το περιβάλλον, ακόμη και οι καθημερινές μας συνήθειες, μπορούν να αποκαλύψουν πολλά για τον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνεται η κοινωνία. Εκεί ακριβώς συναντά κανείς την Κοινωνική Ανθρωπολογία: στην προσπάθεια να κατανοήσει όχι μόνο τι συμβαίνει, αλλά πώς το βιώνουν οι άνθρωποι και τι σημαίνει για τους ίδιους. Σε μια Κύπρο που εξακολουθεί να κουβαλά το βάρος της αποικιοκρατίας, της σύγκρουσης, της διαίρεσης και του εκτοπισμού, αλλά ταυτόχρονα αλλάζει μέσα από νέες κοινωνικές και πολιτισμικές πραγματικότητες, η ανθρωπολογική ματιά αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Με αυτή την ανάγκη για διάλογο, ο Σύλλογος Κοινωνικών Ανθρωπολόγων Κύπρου δημιουργεί έναν κοινό χώρο για την έρευνα, τη συνεργασία και τη δημόσια συζήτηση.

Γιατί δημιουργήθηκε ο Σύλλογος Κοινωνικών Ανθρωπολόγων στην Κύπρο; Τι κενό έρχεται να καλύψει;

Η Κοινωνική Ανθρωπολογία ασκείται στην Κύπρο εδώ και δεκαετίες, σε πανεπιστήμια, σε ΜΚΟ, σε ερευνητικά ιδρύματα, σε καλλιτεχνικά και πολιτιστικά πλαίσια, χωρίς όμως να υπάρχει κάποιος κοινός τόπος όπου οι ανθρωπολόγοι να μπορούν να συναντηθούν, να συνεργαστούν και να συνομιλήσουν. Παρότι η Κοινωνική Ανθρωπολογία δεν είναι πολύ γνωστή ως κλάδος στο ευρύτερο κοινό στην Κύπρο, αξίζει να ειπωθεί ότι το νησί έχει μια πλούσια ανθρωπολογική παράδοση. Έχει προσελκύσει σημαντικούς ερευνητές και ερευνήτριες από όλο τον κόσμο, έχει εμπνεύσει διεθνώς αναγνωρισμένες ανθρωπολογικές μελέτες και έχει αναδείξει ανθρωπολόγους που έχουν συνεισφέρει στον διεθνή διάλογο του κλάδου. Παρ' όλα αυτά, η Κοινωνική Ανθρωπολογία δεν διαθέτει αυτόνομο πρόγραμμα σπουδών στην Κύπρο. Διδάσκεται διάσπαρτα, ενσωματώνεται σε άλλα γνωστικά αντικείμενα, αλλά δεν έχει ακόμη αποκτήσει τη θεσμική αναγνώριση που πιστεύουμε ότι της αναλογεί. Ο σύλλογος επιδιώκει να κάνει τον κλάδο πιο ορατό. Στην πράξη, επιδιώκει να φέρει κοντά ανθρωπολόγους από διαφορετικά πλαίσια και κοινότητες, να υποστηρίξει την επαγγελματική ανάπτυξη των μελών του, και να δημιουργήσει γέφυρες ανάμεσα στην επιστημονική έρευνα και τη δημόσια σφαίρα. Σε ένα νησί όπου τα κοινωνικά ζητήματα είναι τόσο έντονα και τόσο σύνθετα, η ανθρωπολογία έχει πολλά να πει. Ο σύλλογος θέλει να της δώσει χώρο να το κάνει.

Η χρησιμότητα

Για κάποιον που δεν έχει άμεση σχέση με το αντικείμενο, τι μπορεί να προσφέρει η Κοινωνική Ανθρωπολογία στην κατανόηση της σημερινής Κύπρου; Υπάρχουν πλευρές της κοινωνίας μας που πιστεύετε ότι βλέπουμε διαφορετικά όταν τις προσεγγίζουμε μέσα από την ανθρωπολογική ματιά;

Αν ήθελα να το πω απλά, θα έλεγα ότι η ανθρωπολογία μας διδάσκει να αμφισβητούμε αυτά που θεωρούμε αυτονόητα και να ρωτάμε διαρκώς γιατί κάποια πράγματα μοιάζουν φυσικά ή αναπόφευκτα, ενώ στην πραγματικότητα είναι ιστορικά και κοινωνικά φαινόμενα. Η Κοινωνική Ανθρωπολογία έχει ακόμα ένα βασικό χαρακτηριστικό, δεν αρκείται στο να περιγράψει τι συμβαίνει, αλλά ψάχνει να καταλάβει γιατί συμβαίνει, πώς το βιώνουν οι άνθρωποι που εμπλέκονται, και τι σημαίνει γι' αυτούς και αυτές. Πάρτε για παράδειγμα το Κυπριακό. Η πολιτική ανάλυση εστιάζει σε διαπραγματεύσεις, σχέδια και θέσεις. Η ανθρωπολογία ρωτά πώς ζουν οι άνθρωποι τη διαίρεση; Πώς θυμούνται και πώς ξεχνούν; Τι γίνεται στις συναντήσεις στα σημεία διέλευσης; Αλλά και άλλα θέματα, όπως γιατί ανταλλάσσουμε «φακελάκια» στους γάμους. Τέτοιες ερωτήσεις δεν είναι λιγότερο πολιτικές, είναι απλώς πιο καθημερινές. Το ίδιο ισχύει για άλλα ζητήματα που διαμορφώνουν βαθιά την κυπριακή κοινωνία σήμερα, όπως η μετανάστευση, η τουριστικοποίηση, η αστική «ανάπτυξη», η σχέση με το περιβάλλον, οι νέες μορφές ανισότητας. Σε όλα αυτά, η ανθρωπολογία βλέπει αυτό που συχνά διαφεύγει από τα υπόλοιπα αφηγήματα. Την καθημερινή εμπειρία των ανθρώπων.

Η Κύπρος είναι ένας τόπος σημαδεμένος από αποικιοκρατία, σύγκρουση, διαίρεση, εκτοπισμό και προσφυγιά. Πώς έχουν επηρεάσει αυτές οι εμπειρίες την ανάπτυξη της ανθρωπολογικής έρευνας στο νησί;

Οι εμπειρίες αυτές όρισαν σε κάποιο βαθμό την ανθρωπολογία στην Κύπρο. Για δεκαετίες, η ανθρωπολογία του νησιού εστίαζε σχεδόν αποκλειστικά στην εθνοτική σύγκρουση, σε έννοιες όπως μνήμη, ταυτότητα, εθνικισμός, διαίρεση, συμφιλίωση. Αυτά τα θέματα έχουν παράξει σημαντικό και πολύτιμο έργο. Αλλά αυτή η κυριαρχία είχε και κόστος. Ό,τι δεν εντασσόταν εύκολα στην αφήγηση της σύγκρουσης, θέματα όπως η εργασία, η τάξη, το φύλο, το περιβάλλον, η θρησκεία, άλλες κοινότητες, έτειναν να περιθωριοποιούνται ή να ερμηνεύονται μέσα από το πρίσμα της διαίρεσης. Αλλά η Κύπρος είναι επίσης πολλά άλλα πράγματα, και η ανθρωπολογία οφείλει να τα δει. Υπάρχει επίσης το ζήτημα του ποιος ή ποια έκανε έρευνα. Η αποικιοκρατική περίοδος άφησε κληρονομιές που δεν εξαφανίστηκαν με την ανεξαρτησία. Η Κύπρος αντιμετωπίστηκε για πολύ καιρό ως πεδίο έρευνας για ξένους επιστήμονες. Αυτό δεν σημαίνει ότι αυτή η έρευνα δεν είχε αξία, αλλά δημιούργησε και μια σχέση εξάρτησης και ασυμμετρίας που η κυπριακή ανθρωπολογική κοινότητα καλείται σήμερα να επανεξετάσει.

Η ανεξαρτησία 

Ο σύλλογος αντιμετωπίζει την ανθρωπολογία όχι μόνο ως πεδίο μελέτης αλλά και ως εργαλείο αλληλεγγύης, κριτικής παρέμβασης και συλλογικής φαντασίας. Πού βρίσκεται το όριο ανάμεσα στον ερευνητή που παρατηρεί και στον πολίτη που παρεμβαίνει; Μπορεί η ανθρωπολογία να πάρει θέση χωρίς να χάσει την κριτική της ανεξαρτησία;

Αυτή είναι μια ερώτηση που απασχολεί την ανθρωπολογία εδώ και δεκαετίες και δεν υπάρχει εύκολη απάντηση. Αλλά νομίζω ότι η ίδια η διατύπωσή της, το όριο ανάμεσα στην ερευνήτρια που παρατηρεί και τον πολίτη που παρεμβαίνει, ξεκινά από μια προϋπόθεση που η ανθρωπολογία έχει εδώ και καιρό αμφισβητήσει, ότι υπάρχει κάποιος ή κάποια ερευνητής/ήτρια που απλώς παρατηρεί, χωρίς να επηρεάζει και να επηρεάζεται.

Στην πραγματικότητα, δεν υπάρχει ουδέτερη παρατήρηση, υπάρχει μάλιστα και το λεγόμενο «παράδοξο του Labov», ενός γλωσσολόγου ο οποίος έλεγε ότι όταν παρατηρούμε την ομιλία, η ίδια η πράξη της παρατήρησης αλλάζει τον τρόπο που μιλούν οι άνθρωποι. Το ίδιο συμβαίνει κι όταν παρατηρούμε αυτό που κάνουν, όπως κάνουν οι ανθρωπολόγοι. Όταν μπαίνουμε σε ένα πεδίο φέρουμε μαζί μας την ταυτότητά μας, τις αξίες μας, τις σχέσεις μας με τους ανθρώπους που μελετάμε. Σκεφτείτε μια έρευνα για την κυριακάτικη σούβλα φερειπείν ως μια οικογενειακή τελετουργία, όπου οι άντρες συνήθως είναι έξω και οι γυναίκες μέσα στο σπίτι. Το φύλο μιας ερευνήτριας/τη δεν θα επηρεάσει το πού έχει πρόσβαση, τα θέματα συζήτησης και πάει λέγοντας; Η επιτόπια ανθρωπολογική έρευνα λοιπόν δεν ισχυρίζεται ότι είναι μια διαφανής και γενικεύσιμη διαδικασία, αλλά μια ανθρώπινη σχέση, με όλη την ηθική ευθύνη που αυτό συνεπάγεται. Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν θα πάρουμε θέση, αλλά πώς, με ποιες συνέπειες, με ποια διαφάνεια, με ποια ευθύνη απέναντι σε αυτούς που μελετάμε. Για παράδειγμα, τα τελευταία χρόνια, η γενοκτονία στη Γάζα έχει φέρει αυτή την ερώτηση στο προσκήνιο. Ανθρωπολόγοι διεθνώς αντιμετώπισαν το ερώτημα αν μπορούν να σιωπούν. Και η απάντηση που δώσαμε πολλοί και πολλές ήταν όχι. Όχι επειδή εγκαταλείψαμε την επιστημονική μας σκέψη, αλλά γιατί ακριβώς η ανθρωπολογική κατανόηση της βίας, του εκτοπισμού, της αποανθρωποποίησης, έκανε αδύνατο να μείνουμε αμέτοχοι/ες. Η αλληλεγγύη, σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν αποτελεί άρνηση της κριτικής σκέψης, αλλά προϊόν της. Η αλληλεγγύη βέβαια δεν σημαίνει ότι λέμε στους ανθρώπους αυτό που θέλουν να ακούσουν. Σημαίνει ότι τους παίρνουμε αρκετά στα σοβαρά ώστε να πούμε και αυτά που είναι δύσκολα, αντιφατικά, ενοχλητικά. Η καλύτερη ανθρωπολογική έρευνα είναι συχνά αυτή που αναστατώνει τις βεβαιότητες όλων, συμπεριλαμβανομένων και των ίδιων των ανθρώπων που μελετά.

Το συνέδριο 

Tο πρώτο συνέδριο του συνδέσμου, στις 4 και 5 Σεπτεμβρίου στη Λεμεσό, έχει τον τίτλο Our Common Grounds: Pasts, Presents, Futures of Anthropology in Cyprus. Τι σημαίνει για εσάς το «common grounds»; 

Ο τίτλος λειτουργεί σε πολλά επίπεδα. Στο πιο κυριολεκτικό επίπεδο, αναφέρεται στην Κύπρο ως τόπο που μας συνδέει και μας έχει φέρει σε αυτόν τον διάλογο. Αλλά αναφέρεται και στο κοινό έδαφος που μοιραζόμαστε ως ανθρωπολόγοι, τα ερωτήματα, τις μεθόδους, τις ανησυχίες που μας κάνουν κοινότητα ακόμα και όταν διαφωνούμε. Υπάρχει όμως και μια τρίτη ανάγνωση, που για μένα είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα: Το «common grounds» ως το αντίθετο του διαιρεμένου εδάφους, ως μια συνειδητή επιλογή να κοιτάξουμε τι μας συνδέει, χωρίς να αρνούμαστε αυτά που μας χωρίζουν. Τέλος, το «grounds» στον πληθυντικό δεν είναι τυχαίο. Δεν υπάρχει ένα μόνο κοινό έδαφος, μια ενιαία αφήγηση για την ανθρωπολογία στην Κύπρο. Υπάρχουν πολλά, και το συνέδριο φιλοδοξεί να αναδείξει όσο το δυνατόν περισσότερα.

Μία από τις θεματικές του συνεδρίου αφορά τη δημόσια και εφαρμοσμένη ανθρωπολογία, από τις ΜΚΟ και τη χάραξη πολιτικής μέχρι τα Μέσα Ενημέρωσης, τα μουσεία και τις τέχνες. Πώς μπορεί η ανθρωπολογική γνώση να βγει από το πανεπιστήμιο και να αποκτήσει ουσιαστικό ρόλο στη δημόσια και πολιτιστική ζωή της Κύπρου;

Η ανθρωπολογική γνώση βγαίνει ήδη από το πανεπιστήμιο, ανθρωπολόγοι εργάζονται σε ΜΚΟ, σε πολιτιστικούς οργανισμούς, σε μουσεία, σε Μέσα Επικοινωνίας. Το πρόβλημα δεν είναι τόσο ότι η γνώση δεν κυκλοφορεί, είναι ότι δεν αναγνωρίζεται πάντα ως ανθρωπολογική. Για να αυξηθεί όμως η ορατότητα, χρειάζεται να αλλάξει η ίδια η αντίληψη για το τι σημαίνει «δημόσια ανθρωπολογία». Δεν είναι μια μετάφραση ακαδημαϊκών ιδεών για ένα ευρύτερο κοινό, αλλά μια αμφίδρομη σχέση, όπου η ανθρωπολογία μαθαίνει επίσης από τον δημόσιο διάλογο. Στην Κύπρο υπάρχουν τεράστιες δυνατότητες. Για παράδειγμα, υπάρχουν μουσεία που θα μπορούσαν να γίνουν χώροι κριτικής ανάγνωσης της ιστορίας, Μέσα Ενημέρωσης που θα προσεγγίζουν τη μετανάστευση ή την τουριστικοποίηση ως ανθρώπινες εμπειρίες και όχι ως στατιστικά «προβλήματα», τέχνες που μεταφέρουν ανθρωπολογική γνώση με τρόπους που το γραπτό κείμενο δεν μπορεί να το κάνει

Στην παρουσίαση του συνεδρίου επιμένετε σε μια ενδιαφέρουσα διάκριση: δεν μιλάτε απλώς για ανθρωπολογία της Κύπρου, αλλά για ανθρωπολογία και από την Κύπρο. Τι σηματοδοτεί αυτή η μετατόπιση; Είναι και ένας τρόπος να πάψει η Κύπρος να αντιμετωπίζεται απλώς ως «πεδίο έρευνας» άλλων;

Ακριβώς. Είναι ένας τρόπος να πούμε ότι η Κύπρος έχει κάτι να πει στην ανθρωπολογία, όχι μόνο να της προσφέρει ως πεδίο. Αυτή η διάκριση λοιπόν είναι πολιτική. Η ανθρωπολογία της Κύπρου αναγνωρίζει το νησί ως αντικείμενο μελέτης. Αυτό το μοντέλο έχει παράξει σημαντική γνώση, αλλά αναπαράγει και μια ασυμμετρία. Η διατύπωση αυτή αλλάζει αυτή τη σχέση. Λέει ότι υπάρχουν ανθρωπολόγοι που παράγουν γνώση εντός της Κύπρου και ότι αυτή η γνώση δεν είναι λιγότερο έγκυρη επειδή παράγεται «στην περιφέρεια». Υπάρχει εδώ και μια αποαποικιοκρατική διάσταση. Το ποιος έχει το δικαίωμα να παράγει γνώση για ποιον, από πού και με ποια ερωτήματα, είναι ζήτημα εξουσίας. Η μετατόπιση που προτείνουμε δεν είναι άρνηση της διεθνούς συνεργασίας. Αντίθετα, το συνέδριό μας έχει σημαντική διεθνή παρουσία και αυτό μας χαροποιεί. Είναι όμως άρνηση της ιεραρχίας στην παραγωγή της γνώσης.

Ποιον θα θέλατε να δείτε στο συνέδριο πέρα από τους ίδιους τους ανθρωπολόγους; Υπάρχει χώρος για ανθρώπους από τις τέχνες, τον πολιτισμό, την εκπαίδευση, την κοινωνία των πολιτών ή απλώς για ένα κοινό που ενδιαφέρεται να κατανοήσει διαφορετικά την Κύπρο;

Ένα συνέδριο που μιλά μόνο στους ανθρωπολόγους έχει ήδη μερικώς αποτύχει. Ευτυχώς έχουμε πολλές συμμετοχές από ανθρώπους από τις τέχνες και τον πολιτισμό κι αυτό μας χαροποιεί, γιατί η συνομιλία ανάμεσα στην ανθρωπολογία και τις τέχνες είναι πολύ γόνιμη. Και στην Κύπρο αυτή η συνομιλία έχει ήδη μια ιστορία. Πολλοί και πολλές καλλιτέχνες/τιδες κάνουν δουλειά που είναι βαθιά εθνογραφική, χωρίς απαραίτητα να το αναγνωρίζουν. Όπως επίσης έχουμε αρκετές συμμετοχές από ανθρώπους από την κοινωνία των πολιτών. Θα θέλαμε επίσης ανθρώπους από την εκπαίδευση, ανθρώπους που τους απασχολεί το πώς διδάσκεται η ιστορία και οι κοινωνικές συνθήκες στα σχολεία. Το συνέδριό μας περιλαμβάνει και ανοιχτές εκδηλώσεις ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο. Την Παρασκευή το απόγευμα και το βράδυ αντίστοιχα έχουμε προβολές οπτικής ανθρωπολογίας και μία εκδήλωση γνωριμίας του συλλόγου που είναι ανοιχτές στο κοινό. Επίσης, όποιο άτομο θέλει, μπορεί να παρακολουθήσει και τις εργασίες ολόκληρου του συνεδρίου, αρκεί να συμπληρώσει τη σχετική φόρμα που είναι αναρτημένη στην ιστοσελίδα μας.

Η έρευνα

Πόσο εύκολο είναι σήμερα για έναν νέο ανθρωπολόγο να παραμείνει στην Κύπρο, να κάνει έρευνα και να βιοποριστεί από το αντικείμενό του; 

Δεν είναι εύκολο. Η πραγματικότητα για τους περισσότερους νέους ανθρωπολόγους αλλά και γενικότερα κοινωνικούς επιστήμονες στην Κύπρο είναι μια συνεχής διαπραγμάτευση με την επισφάλεια. Συμβάσεις, επισφαλή συμβόλαια και ωρομίσθια εργασία χωρίς καμία εγγύηση συνέχειας είναι ο κανόνας. Η απουσία αυτόνομου προγράμματος σπουδών κοινωνικής ανθρωπολογίας στα κυπριακά πανεπιστήμια είναι μέρος του προβλήματος, αφού δεν υπάρχουν θέσεις να στελεχωθούν, άρα δεν υπάρχει σαφής επαγγελματική διαδρομή. Αλλά το πρόβλημα είναι και ευρύτερο. Η ακαδημαϊκή αγορά εργασίας στην Κύπρο είναι μικρή, και η ανθρωπολογία δεν έχει ακόμη την ορατότητα που θα της επέτρεπε να διεκδικήσει πόρους και θέσεις. Ο σύλλογός μας φιλοδοξεί να δημιουργήσει ορατότητα για τον κλάδο, υποστηρίζοντας νέους ανθρωπολόγους να δικτυωθούν και να βρουν χώρους για τη δουλειά τους αλλά και να διεκδικήσει με επιχειρήματα και με την παρουσία του θεσμική αναγνώριση για την κοινωνική ανθρωπολογία στην Κύπρο.

Ποιο αποτύπωμα θα θέλατε να αφήσουν το συνέδριο και ο σύνδεσμος σε βάθος χρόνου; Μπορεί η ανθρωπολογία, πέρα από την ακαδημαϊκή της διάσταση, να αλλάξει και τον τρόπο με τον οποίο η Κύπρος κοιτάζει και κατανοεί τον εαυτό της;

Το αποτύπωμα που εγώ θα ήθελα να αφήσει το συνέδριο είναι να επικυρώσει έμπρακτα την ύπαρξη μιας κοινότητας. Για τον σύλλογο, οι φιλοδοξίες είναι μεγαλύτερες αλλά και πιο μακροπρόθεσμες. Θα θέλαμε σε βάθος χρόνου να έχουμε τη δυνατότητα να στηρίζουμε νέους και νέες ερευνητές και ερευνήτριες, να παρεμβαίνουμε στον δημόσιο διάλογο, να έχουμε χτίσει γέφυρες με τις τέχνες, την εκπαίδευση, την κοινωνία των πολιτών. Και να έχουμε συμβάλει στο να αποκτήσει η Κοινωνική Ανθρωπολογία τη θεσμική παρουσία που της αξίζει στην Κύπρο. Σχετικά με το μεγαλύτερο ερώτημα, η Κύπρος είναι μια κοινωνία που έχει συνηθίσει να βλέπει τον εαυτό της μέσα από συγκεκριμένα πρίσματα, εκείνο της σύγκρουσης, της ευρωπαϊκής ενοποίησης, της οικονομικής ανάπτυξης. Η ανθρωπολογία προσφέρει κάτι διαφορετικό, την ικανότητα να δεις τον εαυτό σου ως αντικείμενο κριτικής σκέψης, να αμφισβητήσεις αυτά που θεωρούνται αυτονόητα, να ακούσεις φωνές που συνήθως δεν ακούγονται. Δεν ξέρω αν η ανθρωπολογία μπορεί να αλλάξει μια κοινωνία. Αλλά ξέρω ότι μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που κάποιοι άνθρωποι σε αυτή την κοινωνία βλέπουν τον κόσμο γύρω τους και τον εαυτό τους ως μέρος του.

INFO

Το 1ο συνέδριο του Συλλόγου Κοινωνικών Ανθρωπολόγων Κύπρου (CASA), «Our Common Grounds: Pasts, Presents, Futures of Anthropology in Cyprus», πραγματοποιείται στις 4 και 5 Σεπτεμβρίου 2026 στο Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου (ΤΕΠΑΚ), στη Λεμεσό, σε συνδιοργάνωση του συλλόγου και του πανεπιστημίου. Γλώσσα εργασίας του συνεδρίου είναι τα αγγλικά. Περισσότερες πληροφορίες, εγγραφές και το πλήρες πρόγραμμα: www.cyprusanthro.org.

Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας parathyro.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθούν ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.

Τελευταία νέα