Αυτό που ξεκίνησε ως ένα συνηθισμένο έργο ενίσχυσης αρχαίου ρωμαϊκού τείχους στον λόφο Καίλιο της Ρώμης εξελίχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες πρόσφατες αρχαιολογικές ανακαλύψεις της ιταλικής πρωτεύουσας.
Κατά τη διάρκεια εργασιών στη Villa Celimontana, αρχιτέκτονες και μηχανικοί εντόπισαν απροσδόκητα τα κατάλοιπα ενός εκτεταμένου κτηριακού συγκροτήματος της ρωμαϊκής εποχής, με πλούσια διακόσμηση που περιλαμβάνει ψηφιδωτά δάπεδα, τοιχογραφίες και ζωγραφισμένες οροφές.
Μέχρι στιγμής, οι αρχαιολόγοι έχουν εντοπίσει οκτώ δωμάτια, πέντε από τα οποία έχουν ανασκαφεί πλήρως, ενώ τμήματα επιπλέον χώρων εκτείνονται πέρα από τα σημερινά όρια της ανασκαφής.
Η επικεφαλής αρχαιολόγος Simona Moretta ανέφερε ότι, λόγω της θέσης του χώρου, σε μικρή απόσταση από τη Ρωμαϊκή Αγορά, η παρουσία αρχαιοτήτων δεν αποτέλεσε έκπληξη. Η κλίμακα και η ποιότητα των ευρημάτων, ωστόσο, ξεπέρασαν κατά πολύ τις αρχικές προσδοκίες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ένα από τα δωμάτια, όπου έχουν εντοπιστεί δύο διαδοχικά στρώματα ψηφιδωτών: το νεότερο χρονολογείται στον 3ο αιώνα μ.Χ., ενώ το παλαιότερο στον 2ο αιώνα μ.Χ. Η διαστρωμάτωση αυτή αποκαλύπτει διαφορετικές φάσεις χρήσης και αναδιαμόρφωσης του κτηρίου.
Φωτογραφία: Fabio Caricchia / Υπουργείο Πολιτισμού της Ιταλίας
Οι ανασκαφικές ομάδες καθαρίζουν και καταγράφουν εκατοντάδες ευρήματα, ανάμεσά τους θραύσματα μαρμάρου, κεραμικά, ψηφιδωτά και ζωγραφισμένα κονιάματα. Παράλληλα, οι συντηρητές επιχειρούν την ανασύνθεση μιας ιδιαίτερα περίτεχνης οροφής, μεγάλα τμήματα της οποίας διατηρήθηκαν.
Σύμφωνα με τη Moretta, η οροφή κοσμείται με κόκκινους και μπλε κύκλους, πλαισιωμένους από λευκά γύψινα διακοσμητικά στοιχεία, ενώ εκτιμάται ότι μπορεί να αποκατασταθεί περισσότερο από το 50% της αρχικής της επιφάνειας.
Η σημασία της ανακάλυψης οδήγησε στην επέκταση ενός έργου που αρχικά είχε σχεδιαστεί αποκλειστικά ως επέμβαση σταθεροποίησης. Η αρχιτέκτονας Alessandra Centroni, διευθύντρια των εργασιών, εξήγησε ότι οι ομάδες αναγκάστηκαν να προχωρήσουν σε βαθύτερη και εκτενέστερη ανασκαφή προκειμένου να κατανοήσουν τη φύση και την έκταση του συγκροτήματος.
Σύμφωνα με τη Daniela Porro, Ειδική Έφορο της Ρώμης για την Αρχαιολογία, το κτήριο χρονολογείται αρχικά στον 2ο αιώνα μ.Χ. και φαίνεται ότι υπέστη μετατροπές κατά τον 3ο αιώνα.
Φωτογραφία: Fabio Caricchia / Υπουργείο Πολιτισμού της Ιταλίας
Ένα από τα σημαντικότερα ευρήματα είναι ένα γεωμετρικό ψηφιδωτό, στο κέντρο του οποίου απεικονίζονται ένα δελφίνι και ψάρια γύρω από έναν κρατήρα. Η ποιότητα και η πολυτέλεια της διακόσμησης ενισχύουν την υπόθεση ότι το συγκρότημα ενδέχεται να αποτελούσε domus, δηλαδή ιδιωτική κατοικία επιφανούς ρωμαϊκής οικογένειας.
Οι ερευνητές, ωστόσο, εξετάζουν και μια δεύτερη πιθανότητα: το κτήριο να σχετιζόταν με τους Vigiles, το σώμα που στην αρχαία Ρώμη εκτελούσε καθήκοντα πυροσβεστικής και νυχτερινής φύλαξης.
Προς το παρόν, η αρχική χρήση του συγκροτήματος παραμένει ανοιχτό ερώτημα. Η περαιτέρω μελέτη των αρχιτεκτονικών καταλοίπων, των κινητών ευρημάτων και του διακόσμου αναμένεται να δώσει πιο σαφείς απαντήσεις.
Η ανασκαφή πραγματοποιείται στο πλαίσιο έργων αποκατάστασης που χρηματοδοτούνται μέσω του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της Ιταλίας (PNRR), με τη στήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η ανακάλυψη προσθέτει ένα ακόμη πολύτιμο κομμάτι στο σύνθετο αρχαιολογικό παλίμψηστο της Ρώμης και υπενθυμίζει πως, ακόμη και στην καρδιά μιας από τις περισσότερο ανασκαμμένες πόλεις του κόσμου, το υπέδαφος εξακολουθεί να κρύβει άγνωστες σελίδες της ιστορίας της.
Με πληροφορίες από euronews
