Σημαντικά αρχαιολογικά ευρήματα, που συμβάλλουν στην κατανόηση της θρησκευτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής της Κύπρου κατά τη βυζαντινή και μεσαιωνική περίοδο, έφερε στο φως η τρίτη ανασκαφική περίοδος στις θέσεις Κοφίνου-Άγιος Ηράκλειος και Μενόγεια-Λίμνες.
Οι ανασκαφές πραγματοποιήθηκαν από τις 15 Ιουνίου έως τις 24 Ιουλίου 2026, στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράμματος «Οικισμένα και Ιερά Τοπία της Κύπρου» (Settled and Sacred Landscapes of Cyprus – SeSaLaC), της Ερευνητικής Μονάδας Αρχαιολογίας και του Θερινού Σχολείου Αρχαιολογίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου. Η έρευνα διεξήχθη υπό τη διεύθυνση του αναπληρωτή καθηγητή Βυζαντινής Αρχαιολογίας και Τέχνης Αθανάσιου Βιώνη και της δρος Ντόριας Νικολάου.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση του Τμήματος Αρχαιοτήτων, τα αποτελέσματα των φετινών ανασκαφών αναδεικνύουν τη σημασία των δύο θέσεων για τη μελέτη της αγροτικής και θρησκευτικής ζωής, των ταφικών πρακτικών και της βιοτεχνικής παραγωγής στην Κύπρο. Παράλληλα, προσφέρουν νέα δεδομένα για τους λεγόμενους «Σκοτεινούς Αιώνες», την περίοδο μεταξύ 8ου και 10ου αιώνα μ.Χ., η οποία παραμένει σε μεγάλο βαθμό ελλιπώς τεκμηριωμένη αρχαιολογικά.
Κοφίνου: Ένας ναός με ιστορία πολλών αιώνων
Στη θέση Κοφίνου-Άγιος Ηράκλειος, η φετινή ανασκαφή επικεντρώθηκε στο εσωτερικό του μονόχωρου ναού, αποκαλύπτοντας σημαντικά στοιχεία για την αρχιτεκτονική του μορφή, τον λειτουργικό εξοπλισμό και τις διαδοχικές φάσεις χρήσης του.
Οι αρχαιολόγοι έφεραν στο φως σχεδόν ολόκληρο το δάπεδο του ναού, κατασκευασμένο από μεγάλες πλάκες γυψομαρμάρου, καθώς και τη θέση του τέμπλου, η οποία ορίζεται από λωρίδες ασβεστοκονιάματος. Η συγκέντρωση μεγάλου αριθμού σιδερένιων καρφιών στο κέντρο του ναού αποτελεί ένδειξη για την ύπαρξη ξύλινου τέμπλου, ενώ θραύσματα γυάλινων κανδηλών μαρτυρούν στοιχεία του λειτουργικού εξοπλισμού του.
Κατά μήκος του νότιου τοίχου και στη νοτιοδυτική γωνία εντοπίστηκαν επίσης υπερυψωμένα θρανία από γυψομάρμαρο, με επικάλυψη ασβεστοκονιάματος. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει μια κυκλική πλάκα γυψομαρμάρου με εγχάρακτο σπειροειδές κόσμημα, η οποία βρέθηκε στο κέντρο του δαπέδου, κάτω από τον τρούλο, και ενδέχεται να αποτελούσε το λεγόμενο «ομφάλιο».
Η ανακάλυψη που επιβεβαιώνει την ύπαρξη τρούλου
Ένα από τα σημαντικότερα αποτελέσματα της φετινής έρευνας είναι η επιβεβαίωση ότι ο ναός διέθετε τρούλο.
Η ανακάλυψη λαξευμένων λίθων με καμπυλωτή μορφή, οι οποίοι αναγνωρίστηκαν ως τμήματα της στεφάνης του τρούλου, σε συνδυασμό με την αρχιτεκτονική διάταξη των παραστάδων, επέτρεψε στους ερευνητές να προσδιορίσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια τον τύπο του κτίσματος.
Πρόκειται για εξάστυλο συνεπτυγμένο σταυροειδή ναό με τρούλο, ο οποίος χρονολογείται μεταξύ του 8ου και του 10ου αιώνα μ.Χ. Το δεύτερο και το τρίτο ζεύγος παραστάδων σχηματίζουν τετράγωνο διαστάσεων 3,20 επί 3,20 μέτρων, στοιχείο καθοριστικό για την αρχιτεκτονική του ταύτιση.
Στα κατώτερα τμήματα του νότιου τοίχου εντοπίστηκαν ακόμη θραύσματα ανεικονικών τοιχογραφιών, που μιμούνται μαρμάρινη επένδυση, με ερυθρές και πράσινες ταινίες σε λευκό βάθος. Στον χώρο του Ιερού Βήματος αποκαλύφθηκε επίσης μια μικρότερη αψίδα, κατασκευασμένη στο εσωτερικό της παλαιότερης και μεγαλύτερης αψίδας της αρχικής πρωτοβυζαντινής βασιλικής.
Τα ευρήματα αυτά επιτρέπουν την ανασύνθεση της αρχιτεκτονικής εξέλιξης του μνημείου και τεκμηριώνουν τη συνέχιση της λατρευτικής δραστηριότητας κατά τους αιώνες που ακολούθησαν την πρωτοβυζαντινή περίοδο.
Από τη λατρευτική στη μεταγενέστερη οικιακή και ταφική χρήση
Η ανασκαφική έρευνα προσέφερε νέα στοιχεία και για την ιστορία του χώρου μετά την εγκατάλειψη του ναού. Η κεραμική που εντοπίστηκε στα στρώματα κατάρρευσης τοποθετεί την εγκατάλειψή του στα μέσα του 14ου αιώνα. Ωστόσο, η παρουσία εστιών, μαγειρικών σκευών και οστών ζώων ανάμεσα στα ερείπια υποδηλώνει ότι ο χώρος συνέχισε να χρησιμοποιείται για μη λατρευτικούς σκοπούς από τα τέλη του 14ου έως τα μέσα του 16ου αιώνα.
Παράλληλα, ανασκαφική τομή στα νοτιοανατολικά του ναού επιβεβαίωσε τον κοιμητηριακό χαρακτήρα της περιοχής κατά τον ύστερο Μεσαίωνα. Στο σημείο εντοπίστηκαν πιθανή ταφόπλακα, ανθρώπινα οστά και κεραμική του 15ου και 16ου αιώνα.
Η προκαταρκτική μελέτη του συγκροτήματος διακρίνει τέσσερις διαδοχικές οικοδομικές και λειτουργικές φάσεις.
Η πρώτη αφορά την ανέγερση τρίκλιτης πρωτοβυζαντινής βασιλικής στα τέλη του 6ου ή στις αρχές του 7ου αιώνα. Κατά τη δεύτερη φάση, μεταξύ 8ου και 10ου αιώνα, κατασκευάστηκε πάνω από το κεντρικό κλίτος της βασιλικής ο σταυροειδής ναός με τρούλο.
Η τρίτη φάση συνδέεται με την ταφική και οικιακή χρήση του χώρου μετά την κατάρρευση του ναού, από τα μέσα του 14ου έως τα μέσα του 16ου αιώνα. Η τέταρτη αφορά την κατασκευή του μικρού μονόχωρου ναΐσκου του Αγίου Ηρακλείου, γνωστού ως «φουρνικό», στο κεντρικό τμήμα του νάρθηκα της παλαιότερης βασιλικής, μετά τον 16ο αιώνα.
Ιδιαίτερη αρχαιολογική σημασία έχει το γεγονός ότι, σύμφωνα με τους ερευνητές, πρόκειται για την πρώτη τεκμηρίωση στην Κύπρο οργανωμένου κοιμητηρίου με αδιάλειπτη χρήση από τον 6ο έως τον 16ο αιώνα.
Η διαπίστωση αυτή, σε συνδυασμό με τις ασφαλείς ενδείξεις λατρευτικής χρήσης κατά τον 8ο έως τον 10ο αιώνα, προσφέρει νέα δεδομένα για τη συνέχεια της θρησκευτικής ζωής σε μια περίοδο της κυπριακής ιστορίας που εξακολουθεί να παρουσιάζει σημαντικά ερευνητικά κενά.
Μενόγεια: Νέα στοιχεία για την παραγωγή κεραμικής
Εξίσου σημαντικά ήταν τα αποτελέσματα της ανασκαφής στη θέση Μενόγεια-Λίμνες, όπου η έρευνα επικεντρώθηκε σε ένα πρωτοβυζαντινό εργαστήριο κεραμικής.
Η διάνοιξη πέντε νέων ανασκαφικών τομών επέτρεψε στους αρχαιολόγους να αποκτήσουν σαφέστερη εικόνα της οργάνωσης και της λειτουργίας της βιοτεχνικής εγκατάστασης.
Το σημαντικότερο φετινό εύρημα είναι μια κτιστή δεξαμενή επεξεργασίας πηλού, κατασκευασμένη απευθείας πάνω στον φυσικό βράχο. Στο εσωτερικό της εντοπίστηκαν εναλλασσόμενα στρώματα καθαρού αργίλου και κοσκινισμένου χώματος, τα οποία προσφέρουν άμεσες πληροφορίες για τη διαδικασία προετοιμασίας της πρώτης ύλης πριν από την κατασκευή κεραμικών αντικειμένων.
Σύμφωνα με το Τμήμα Αρχαιοτήτων, πρόκειται για την πρώτη φορά που εντοπίζονται στην Κύπρο άμεσα αρχαιολογικά τεκμήρια αυτής της διαδικασίας σε εργαστήριο κεραμικής των ιστορικών χρόνων.
Η δεξαμενή συνδεόταν με αύλακα τροφοδοσίας νερού, κατασκευασμένο από δύο παράλληλες σειρές κάθετα τοποθετημένων λίθων. Το εύρημα συμπληρώνει την εικόνα μιας οργανωμένης παραγωγικής εγκατάστασης, στην οποία η επεξεργασία του πηλού αποτελούσε διακριτό στάδιο της εργασίας.
Εργαστήρια, αποθήκες και κεραμικοί τροχοί
Οι ανασκαφές στη Μενόγεια αποκάλυψαν επίσης κτηριακά κατάλοιπα που συνδέονται με αποθηκευτικούς και εργαστηριακούς χώρους.
Ανάμεσα στα ευρήματα περιλαμβάνονται στοίβα ζυμωμένου πηλού, μεγάλο πιθάρι που διατηρήθηκε στην αρχική του θέση, θραύσματα κεραμικών τροχών και μεγάλη ποσότητα οστράκων κεραμικής.
Τα στοιχεία αυτά εμπλουτίζουν την εικόνα της καθημερινής λειτουργίας του εργαστηρίου, προσφέροντας πληροφορίες όχι μόνο για τα παραγόμενα αντικείμενα, αλλά και για τις τεχνικές, τις υποδομές και την οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας.
Η μελέτη της κεραμικής από τις ανασκαφικές τομές επιτρέπει τη διάκριση τριών διαδοχικών περιόδων λειτουργίας της εγκατάστασης.
Η πρώτη χρονολογείται στα τέλη του 4ου και τον 5ο αιώνα μ.Χ., η δεύτερη εκτείνεται από τον 6ο έως τα μέσα του 7ου αιώνα, ενώ η τρίτη καλύπτει την περίοδο από τα τέλη του 7ου έως τα μέσα του 8ου αιώνα.
Η μακρά αυτή διάρκεια λειτουργίας αναδεικνύει τη σημασία της εγκατάστασης για τη μελέτη της κεραμικής παραγωγής στην ύπαιθρο της Κύπρου και προσφέρει νέα δεδομένα για την οικονομική δραστηριότητα κατά τη μετάβαση από την ύστερη αρχαιότητα στους πρώτους βυζαντινούς αιώνες.
Νέο φως στους «Σκοτεινούς Αιώνες» της Κύπρου
Παρότι οι δύο ανασκαφικές θέσεις συνδέονται με διαφορετικές δραστηριότητες, τα ευρήματά τους συμβάλλουν σε μια ευρύτερη προσπάθεια κατανόησης της ζωής στην κυπριακή ύπαιθρο κατά τη βυζαντινή και μεσαιωνική περίοδο.
Στην Κοφίνου, η διαδοχική χρήση ενός θρησκευτικού συγκροτήματος και η παρουσία οργανωμένου κοιμητηρίου αποκαλύπτουν στοιχεία για τη συνέχεια των λατρευτικών και ταφικών πρακτικών. Στη Μενόγεια, οι εγκαταστάσεις επεξεργασίας πηλού και τα εργαστηριακά κατάλοιπα προσφέρουν μια πιο συγκεκριμένη εικόνα της βιοτεχνικής παραγωγής και των τεχνικών που χρησιμοποιούνταν.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτούν τα αποτελέσματα για τη μελέτη των λεγόμενων «Σκοτεινών Αιώνων» της Κύπρου, από τον 8ο έως τον 10ο αιώνα μ.Χ., μιας περιόδου που παραμένει σε μεγάλο βαθμό αθέατη μέσα από τα διαθέσιμα αρχαιολογικά δεδομένα.
Η τεκμηρίωση της λατρευτικής χρήσης του ναού στην Κοφίνου κατά τους αιώνες αυτούς, σε συνδυασμό με τα στοιχεία για τη λειτουργία του κεραμικού εργαστηρίου στη Μενόγεια έως τα μέσα του 8ου αιώνα, συμβάλλει στη σταδιακή συμπλήρωση αυτής της ιστορικής εικόνας.
Οι ανακαλύψεις της ανασκαφικής περιόδου 2026 αναδεικνύουν, έτσι, τη σημασία της συστηματικής αρχαιολογικής έρευνας για την ανασύνθεση της καθημερινής ζωής, της θρησκευτικής δραστηριότητας και της παραγωγής στην Κύπρο κατά τη διάρκεια μιας χιλιετίας.
