Τα εντυπωσιακά αποτελέσματα των ανοιξιάτικων δημοπρασιών στη Νέα Υόρκη και στο Λονδίνο δημιούργησαν την εντύπωση ότι η αγορά τέχνης αφήνει πίσω της μια δύσκολη περίοδο. Ωστόσο, πίσω από τα ρεκόρ πωλήσεων κρύβεται μια πιο σύνθετη πραγματικότητα: οι μεγάλοι οίκοι δημοπρασιών ευημερούν, ενώ οι γκαλερί συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν αυξανόμενο κόστος, μειωμένη επισκεψιμότητα και λουκέτα. Όπως επισημαίνει η The Art Newspaper, μια επιτυχημένη σεζόν δημοπρασιών δεν αρκεί για να αλλάξει την εικόνα ολόκληρης της αγοράς τέχνης.
Ρεκόρ σε Νέα Υόρκη και Λονδίνο
Η αισιοδοξία ενισχύθηκε μετά τις μεγάλες δημοπρασίες του Μαΐου στη Νέα Υόρκη και την πώληση της συλλογής έργων τέχνης του δισεκατομμυριούχου Τζο Λιούις από τον οίκο Sotheby's στο Λονδίνο, η οποία απέφερε 296,3 εκατ. λίρες.
«Είναι καλό για όλους. Το κλίμα είναι διαφορετικό από πριν. Οι άνθρωποι ξοδεύουν χρήματα για να δημιουργήσουν καλές συλλογές», δήλωσε ο Ρώσος συλλέκτης με έδρα το Λονδίνο, Άλεξ Λάχμαν, μετά την ολοκλήρωση των δημοπρασιών του Sotheby's, οι οποίες απέφεραν συνολικά 393,4 εκατ. λίρες μαζί με τις προμήθειες, το υψηλότερο ποσό που έχει συγκεντρωθεί ποτέ σε μία μόνο βραδιά δημοπρασιών στην Ευρώπη.
Στη Νέα Υόρκη, οι Sotheby's, Christie's και Phillips συγκέντρωσαν συνολικά 2,5 δισ. δολάρια από τις βραδινές και ημερήσιες δημοπρασίες τους, σχεδόν διπλάσιο ποσό από το αντίστοιχο του 2025. Ήταν η καλύτερη επίδοση των τριών οίκων από τον Νοέμβριο του 2022.
Ο επικεφαλής της βάσης δεδομένων Artprice, Τιερί Έρμαν, εκτιμά ότι «η αγορά τέχνης έχει επιστρέψει σε ένα επίπεδο σταθερής υγείας, χωρίς υπερβολικό ενθουσιασμό, κάτι που είναι λογικό μέσα στο σημερινό αβέβαιο οικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον».
Tα έργα που κατέρριψαν ρεκόρ
Τα πιο εντυπωσιακά αποτελέσματα σημειώθηκαν στη βραδινή δημοπρασία έργων του 20ού αιώνα του Christie's, όπου 16 έργα από τη συλλογή του εκδότη S.I. Newhouse απέφεραν συνολικά 630,8 εκατ. δολάρια.
Ξεχώρισαν τα 181,2 εκατ. δολάρια για το έργο Number 7A του Τζάκσον Πόλοκ, τα 107,6 εκατ. δολάρια για το γλυπτό Danae του Κονσταντίν Μπρανκούζι και τα 98,4 εκατ. δολάρια για τον πίνακα No. 15 (Two Greens and Red Stripe) του Μαρκ Ρόθκο από τη συλλογή της Άγκνες Γκαντ. Και οι τρεις πωλήσεις αποτέλεσαν νέα ρεκόρ για τους καλλιτέχνες.
Ο γνωστός σύμβουλος τέχνης Τζος Μπάερ υποστήριξε ότι, παρά τους πολέμους και τη διεθνή αβεβαιότητα, η λεγόμενη «οικονομία σε σχήμα Κ», όπου οι πολύ πλούσιοι συνεχίζουν να ευημερούν ενώ τα υπόλοιπα στρώματα πιέζονται, φαίνεται να μην έχει ανώτατο όριο. Όπως εκτίμησε, τα αποτελέσματα αυτά θα μπορούσαν να ενισχύσουν συνολικά την αγορά τέχνης.
Η πραγματικότητα για τις γκαλερί
Η εικόνα αυτή, όμως, απέχει πολύ από όσα βιώνουν οι γκαλερί.
Λίγες εβδομάδες μετά τις δημοπρασίες, η Pace, μία από τις μεγαλύτερες γκαλερί παγκοσμίως, ανακοίνωσε απολύσεις περίπου 50 εργαζομένων και διακοπή συνεργασίας με ισάριθμους καλλιτέχνες.
Ο διευθύνων σύμβουλος της Pace, Μαρκ Γκλίμτσερ, δήλωσε στους New York Times ότι «ολόκληρο το σύστημα των γκαλερί έγινε υπερβολικά μεγάλο, υπερβολικά εμπορικό, απρόσωπο και εταιρικό».
Η The Art Newspaper σημειώνει ότι από την περίοδο της πανδημίας το κόστος διατήρησης φυσικών εκθεσιακών χώρων και συμμετοχής στις διεθνείς φουάρ έχει αυξηθεί σημαντικά, οδηγώντας πολλές γκαλερί στο κλείσιμο. Τον Ιούνιο προστέθηκαν στη σχετική λίστα οι Dépendance στις Βρυξέλλες και Tiwani Contemporary στο Λονδίνο.
Ο γκαλερίστας της Νέας Υόρκης Μαρκ Στράους χαρακτηρίζει το επιχειρηματικό μοντέλο των γκαλερί «το χειρότερο στον πλανήτη».
«Τα ενοίκια έχουν εκτοξευθεί και το κόστος μεταφοράς έργων έχει τριπλασιαστεί», σημειώνει, προσθέτοντας ότι οι μεγαλύτεροι συλλέκτες εμφανίζονται ιδιαίτερα επιφυλακτικοί μετά την κερδοσκοπική έκρηξη των υπερσύγχρονων καλλιτεχνών στις αρχές της δεκαετίας του 2020.
«Οι τιμές είχαν ανέβει σε παράλογα επίπεδα. Σχεδόν όλο αυτό κατέρρευσε και σήμερα πολλοί συλλέκτες έχουν στραμμένη την προσοχή τους αλλού», αναφέρει.
Δύο ταχύτητες στην αγορά τέχνης
Σύμφωνα με την εφημερίδα, γίνεται πλέον όλο και πιο εμφανής η διάσταση ανάμεσα στις μεγάλες δημοπρασίες και στις εμπορικές γκαλερί.
Οι συλλέκτες της γενιάς των Baby Boomers είτε αποβιώνουν είτε περιορίζουν τις συλλογές τους, τροφοδοτώντας τους μεγάλους οίκους με έργα εξαιρετικής αξίας. Παράλληλα, οι δημοπρασίες προστατεύονται όλο και περισσότερο από το σύστημα των εγγυήσεων τρίτων επενδυτών, γεγονός που καθιστά τις πωλήσεις περισσότερο προβλέψιμες.
Σύμφωνα με στοιχεία της Pi-eX, το 79% του συνολικού τζίρου των βραδινών δημοπρασιών των Christie's, Sotheby's και Phillips στη Νέα Υόρκη προήλθε από έργα που καλύπτονταν από τέτοιες εγγυήσεις.
Η ιδρύτρια της Pi-eX, Κριστίν Μπουρόν, παρατηρεί ότι η αγορά τέχνης αρχίζει να λειτουργεί όπως το χρηματιστήριο, καθώς οι κορυφαίες πωλήσεις δείχνουν να έχουν αποσυνδεθεί από τη γενικότερη οικονομική εικόνα.
Την ίδια στιγμή, υπενθυμίζει ότι, παρά τις φετινές επιδόσεις, οι δημοπρασίες εξακολουθούν να απέχουν σημαντικά από τα επίπεδα του 2014, του 2015 και του 2019, ενώ ο χρηματιστηριακός δείκτης S&P 500 έχει αυξηθεί κατά περισσότερο από 280% την ίδια περίοδο.
Οι υπερπλούσιοι κρατούν τον πλούτο τους
Το δημοσίευμα επικαλείται επίσης στοιχεία των Financial Times, σύμφωνα με τα οποία η φυγή των υπερπλουσίων προς χώρες με ευνοϊκότερο φορολογικό καθεστώς έχει επιβραδυνθεί αισθητά.
Αντί όμως να διοχετεύουν τον πλούτο τους σε αγορές όπως η τέχνη, πολλοί επιλέγουν πλέον να τον διατηρούν αναξιοποίητο.
Η στάση αυτή έγινε εμφανής ακόμη και στη δημοπρασία της συλλογής Τζο Λιούις, όπου, παρά τα υψηλά ποσά, οι ενδιαφερόμενοι χρειάζονταν αρκετό χρόνο για να αποφασίσουν ακόμη και μικρές αυξήσεις στις προσφορές τους.
Σε μία περίπτωση, ο δημοπράτης Όλιβερ Μπάρκερ χρειάστηκε περίπου 15 λεπτά μέχρι να ολοκληρωθεί η πώληση έργου του Έγκον Σίλε έναντι 17,9 εκατ. λιρών.
«Οι δράκοι φυλάνε πλέον πιο προσεκτικά τον χρυσό τους», σχολιάζει χαρακτηριστικά η εφημερίδα.
Art Basel και London Gallery Weekend
Παρά τις σημαντικές πωλήσεις της Hauser & Wirth στην Art Basel, όπου πουλήθηκε πίνακας του Πάμπλο Πικάσο έναντι 35 εκατ. δολαρίων, η δεύτερη ημέρα της έκθεσης είχε αισθητά μικρότερη προσέλευση επισκεπτών.
Ο συνιδρυτής της γκαλερί, Ίβαν Βιρτ, σχολίασε ότι «η αγορά πάντοτε αλλάζει», αποδίδοντας τις διακυμάνσεις στους φυσικούς κύκλους της.
Αντίθετα, το London Gallery Weekend επιχείρησε να στρέψει ξανά το ενδιαφέρον στις φυσικές γκαλερί. Συμμετείχαν περισσότερες από 120 γκαλερί, προβάλλοντας τη σημασία της προσωπικής επαφής με τα έργα και τους δημιουργούς.
Η Lehmann Maupin παρουσίασε έργα της Άννα Φρίμαν Μπέντλεϊ, με τιμές από 10.000 έως 70.000 δολάρια, εύρος που πολλοί θεωρούν πλέον το πιο υγιές σημείο της αγοράς για ανερχόμενους καλλιτέχνες.
Η γκαλερίστρια Κέιτ ΜακΓκάρι σημείωσε ότι οι μικρές γκαλερί εξακολουθούν να δοκιμάζονται από αλλεπάλληλες προκλήσεις και πως ο χώρος χρειάζεται «μια νέα αφήγηση» για να μπορέσει να προσαρμοστεί στις σύγχρονες συνθήκες.
Δεν υπάρχει μία αγορά τέχνης
Η The Art Newspaper καταλήγει ότι η αγορά τέχνης δεν αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο αλλά πολλές διαφορετικές αγορές που λειτουργούν με διαφορετικούς κανόνες και ταχύτητες.
Τα ρεκόρ στις δημοπρασίες της Νέας Υόρκης και του Λονδίνου αποδεικνύουν ότι εξακολουθεί να υπάρχει έντονη ζήτηση για έργα κορυφαίας ποιότητας από τους πλουσιότερους συλλέκτες του κόσμου. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η υπόλοιπη αγορά ακολουθεί την ίδια πορεία.
Σε μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από πολέμους, οικονομική αβεβαιότητα και αλλαγές στις συνήθειες των συλλεκτών, η αισιοδοξία που δημιουργεί μια επιτυχημένη σεζόν δημοπρασιών δεν αρκεί για να μεταμορφώσει τις προοπτικές ολόκληρου του οικοσυστήματος της τέχνης.
