Από το ρεμπέτικο, την ιρλανδική και την ινδική παραδοσιακή μουσική μέχρι την τζαζ, την ηπειρώτικη πολυφωνία και την ιαπωνική ποπ, η μουσική ταυτότητα του νεαρού μουσικού, Ζήνωνα Οικονομίδη, μοιάζει να διαμορφώνεται μέσα από τη διαρκή αναζήτηση και τη συνάντηση διαφορετικών παραδόσεων.
Πριν από λίγες εβδομάδες τον συναντήσαμε σε μια καφετέρια στην εντός των τειχών Λευκωσία, σε μια περίοδο ιδιαίτερα έντονης μουσικής δραστηριότητας για τον ίδιο. Αφορμή για τη συζήτησή μας αποτέλεσε η συμμετοχή του στην καλοκαιρινή παραγωγή του ΘΟΚ, «ΙΩΝ» του Ευριπίδη, σε σκηνοθεσία Θωμά Μοσχόπουλου, η οποία ταξιδεύει για Επίδαυρο σε μία εβδομάδα, στις 28 και 29 Αυγούστου 2026. Τη μουσική σύνθεση υπογράφει η Αναστασία Δημητριάδου, γνωστή ως Nama Dama, η οποία επέλεξε τον Ζήνωνα Οικονομίδη για το μουσικό σύνολο της παραγωγής. Επί σκηνής, η Nama Dama, ο Ζήνωνας Οικονομίδης και ο Νικόλας Τσαγγάρης συνομιλούν μουσικά με τον θίασο και τον Χορό, σε μια εμπειρία που έφερε τον νεαρό μουσικό για πρώτη φορά, επαγγελματικά, στον κόσμο του θεάτρου.
Σπούδασες μουσική στην Αγγλία, ασχολήθηκες με το επάγγελμα και ακολούθως επέστρεψες στην Κύπρο. Μίλησέ μας γι' αυτή σου τη διαδρομή.
Σπούδασα αρχικά στο Sheffield της Αγγλίας και στη συνέχεια συνέχισα τις σπουδές μου στο Leeds. Αργότερα πήγα στη Ρουμανία, αναζητώντας μια διαφορετική μουσική εμπειρία. Επέστρεψα στην Κύπρο στις αρχές του 2025 και άρχισα σταδιακά να δραστηριοποιούμαι στην κυπριακή μουσική σκηνή. Μέσα από διάφορες ζωντανές εμφανίσεις, τη συμμετοχή μου στο Μουσικό Χωριό Φέγγαρος και άλλα, ήρθα σε επαφή με άλλους μουσικούς, οι οποίοι με άκουσαν να παίζω. Κάπως έτσι άρχισαν να αναπτύσσονται νέες συνεργασίες. Το γεγονός ότι παίζω διαφορετικά όργανα, όπως ηλεκτρική κιθάρα, μπουζούκι και άλλα παραδοσιακά όργανα, θεωρώ με βοήθησε να προσαρμόζομαι εύκολα στις ανάγκες διαφορετικών μουσικών σχημάτων.
Όταν επέστρεψες στην Κύπρο, τι αναζητούσες και πώς άρχισες να δικτυώνεσαι στη μουσική σκηνή;
Αυτό που με ενδιέφερε περισσότερο ήταν να γνωρίσω ανθρώπους που ασχολούνταν με πράγματα τα οποία εξέφραζαν κι εμένα. Ήθελα να ακούω την πρωτότυπη μουσική που δημιουργούσαν και να αισθάνομαι ότι μου αρέσει πραγματικά. Αυτό ήταν το βασικό κριτήριο που ακολούθησα.
Νομίζω ότι γνώρισα ορισμένους από τους πρώτους ανθρώπους μέσα από το Μουσικό Χωριό Φέγγαρος. Στη συνέχεια, μέσα από τις ζωντανές εμφανίσεις και τις συνεργασίες μου, γνώρισα ακόμη περισσότερους μουσικούς.
Δεν θυμάμαι να πήρα κάποια συνειδητή απόφαση ότι θα ακολουθούσα συγκεκριμένα βήματα για να δικτυωθώ. Όλα προέκυψαν περισσότερο μέσα από την ανάγκη μου να έχω μουσικούς γύρω μου. Μου αρέσει η παρέα τους και αισθάνομαι ότι μπορώ να επικοινωνήσω καλύτερα μαζί τους. Ουσιαστικά, ακολούθησα αυτό το ένστικτο, την ανάγκη να περιβάλλομαι από ανθρώπους με τους οποίους μοιράζομαι την ίδια αγάπη για τη μουσική.
Συνδυάζεις την παραδοσιακή μουσική με τζαζ στοιχεία. Πώς προέκυψε;
Μου αρέσει πολύ η παραδοσιακή μουσική, αν και πρόκειται για έναν πολύ ευρύ όρο, ο οποίος μπορεί να σημαίνει χίλια πράγματα. Η δική μου διαδρομή ξεκίνησε από το ρεμπέτικο, το οποίο εξακολουθώ να παίζω ενεργά, μαζί με τον εξαιρετικό μουσικό Στέλιο Παπαμιχαήλ.
Άρχισα να ασχολούμαι με τα ρεμπέτικα όταν ζούσα στην Αγγλία, συνοδεύοντας μουσικά προγράμματα σε ταβέρνες. Στην πορεία, τα διαφορετικά μου ακούσματα επηρέασαν τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζω την παραδοσιακή μουσική και με οδήγησαν να εντάξω στο παίξιμό μου στοιχεία και αυτοσχεδιαστικές πρακτικές από την τζαζ.
Γιατί επέλεξες το ρεμπέτικο;
Εκείνη την περίοδο έπαιζα πολύ ιρλανδική παραδοσιακή μουσική, κυρίως με tin whistle και μπάντζο. Μέσα από αυτή την εμπειρία, άρχισε να αναπτύσσεται το ενδιαφέρον μου για διαφορετικές μουσικές παραδόσεις και, κατ’ επέκταση, η ανάγκη να ανακαλύψω περισσότερο και τη μουσική του τόπου μου.
Ζήνωνας Οικονομίδης. Φωτ.: Ιωάννα Οικονομίδου.
Έχεις, δηλαδή, επιρροές από διαφορετικές μουσικές παραδόσεις. Πώς αναπτύχθηκε;
Για ένα διάστημα έπαιζα παραδοσιακή ινδική μουσική. Κάποιοι από τους ανθρώπους με τους οποίους συναναστρεφόμουν, τότε, μου πρότειναν να δοκιμάσω και την ιρλανδική μουσική. Κάπως έτσι, εντάχθηκα σε σχήματα που ασχολούνταν με αυτό το είδος.
Πλέον δεν επιλέγω τη μουσική που ακούω με βάση το είδος της. Αυτό που με ενδιαφέρει περισσότερο είναι αν μου αρέσει η αισθητική ενός κομματιού. Άλλωστε, άρχισα να αναπτύσσω το μουσικό μου αυτί προσπαθώντας να απομαγνητοφωνήσω τη μουσική από τα βιντεοπαιχνίδια που έπαιζα, όπως το Super Mario, το Zelda και το Skyrim. Ήθελα να μπορώ να ακούω αυτές τις μελωδίες και να τις παίζω στην κιθάρα.
Όταν έπαιζα με ένα σχήμα ιρλανδικής μουσικής, τα υπόλοιπα μέλη μού ζήτησαν κάποια στιγμή να τους παίξω κάτι από την Κύπρο ή την Ελλάδα, η μητέρα μου είναι από την Ελλάδα και ο πατέρας μου από την Κύπρο. Τότε, συνειδητοποίησα ότι δεν γνώριζα πώς να παίξω την παραδοσιακή μουσική των δύο τόπων. Αυτή η ερώτηση έγινε η αφορμή για να αρχίσω να ανακαλύπτω την ελληνική λαϊκή μουσική και κυρίως τα παλιά, προπολεμικά ρεμπέτικα.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτό, είχε ο δίσκος «Amerika», του Δημήτρη Μυστακίδη. Η κιθάρα του, παιγμένη με την τσιμπητή τεχνική, ήταν πιο οικεία στο αυτί μου, ενώ στον δίσκο δεν υπήρχε μπουζούκι. Την ίδια χρονιά, ο Μυστακίδης ήρθε στην Κύπρο και πραγματοποίησε ένα masterclass στο πλαίσιο του Φέγγαρου, το οποίο παρακολούθησα.
Όταν επέστρεψα στην Αγγλία, συνέχισα να παίζω ρεμπέτικα με διάφορα σχήματα, ώστε να εξοικειωθώ περισσότερο με το είδος. Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να πούμε ότι η σχέση μου με αυτή τη μουσική ξεκίνησε μέσα από την περιέργεια ανθρώπων από το εξωτερικό, οι οποίοι με ρωτούσαν πώς ακούγεται η μουσική του τόπου μου. Ήθελα, λοιπόν, να ξέρω κάτι για να τους παίξω ως απάντηση.
Αν περιέγραφες τη μουσική σου ταυτότητα, ποια στοιχεία θα έλεγες ότι σε εκφράζουν περισσότερο;
Έχω μιαν ιδιαίτερη έλξη προς τη μελαγχολική μουσική, προς τη μουσική που κρύβει μέσα της μια θλίψη. Γι’ αυτό ακούω πολλή τουρκική παραδοσιακή μουσική. Μου αρέσει ιδιαίτερα ο Erkan Oğur, ένας μουσικός που παίζει κοπούζ και άταστη κλασική κιθάρα. Ο τρόπος με τον οποίο παίζει έχει πολύ έντονο το στοιχείο του θρήνου.
Για τον ίδιο λόγο με ελκύει και η παραδοσιακή μουσική της Ηπείρου. Οι πολυφωνίες της βγάζουν ένα βαθύ μαράζι. Αντίστοιχα, βρίσκω αυτό το συναίσθημα ακόμη και στην ιαπωνική ποπ μουσική.
Θυμάμαι, για παράδειγμα, όταν άκουσα τον Koji Tamaki να ερμηνεύει το «Ikanaide» σε μια συμφωνική ζωντανή ηχογράφηση. Μόλις το άκουσα, με συγκίνησε. Είναι μία από τις ωραιότερες εκτελέσεις που έχω ακούσει. Βλέπεις έναν άνθρωπο περίπου 60 ετών να τραγουδά μαζί με μια ολόκληρη ορχήστρα και, παρόλο που δεν καταλαβαίνω τι λέει, με συνεπήρε ολοκληρωτικά. Αυτό που αναζητώ στη μουσική είναι ακριβώς το συναίσθημα που μπορεί να μεταδώσει κάθε καλλιτέχνης.
Ζήνωνας Οικονομίδης. Φωτ.: Ιωάννα Οικονομίδου.
Τι είναι αυτό που σε ελκύει στη μελαγχολία της μουσικής;
Νομίζω ότι για μένα λειτουργεί καθαρτικά. Μέσα από τη μουσική μπορείς να βιώσεις τη θλίψη ή να ακούσεις το «κλάμα» ενός οργάνου, χωρίς να χρειάζεται να το αισθανθείς με την ίδια ένταση στην πραγματική σου ζωή. Ζεις αυτή την εμπειρία μέσα από τη μουσική και, με έναν τρόπο, απελευθερώνεσαι.
Αυτό το δραματικό στοιχείο μπορεί να υπάρχει και σε μουσικές που, εκ πρώτης όψεως, δεν είναι μελαγχολικές. Με τον Alexis Sunder, για παράδειγμα, παίζουμε κυρίως funk μουσική. Ένα από τα βασικά ακούσματα που μοιραζόμαστε είναι ο Michael Jackson, ο οποίος ήταν και ένας από τους πρώτους καλλιτέχνες που άκουσα. Υπάρχει έντονο δράμα στη μουσική του, από τραγούδια όπως το «Who Is It» και το «Dirty Diana» μέχρι τις μπαλάντες του.
Αυτή την περίοδο, με τι ασχολείσαι;
Αυτή την περίοδο κάνω πολλά και διαφορετικά πράγματα. Ένα μεγάλο μέρος της δουλειάς μου κατά τους τελευταίους τρεις-τέσσερις μήνες αφορά την καλοκαιρινή παραγωγή του ΘΟΚ «ΙΩΝ» του Ευριπίδη, η οποία θα παρουσιαστεί και στην Επίδαυρο.
Παράλληλα, έχω διάφορα μικρότερα προσωπικά εγχειρήματα. Συνεργάζομαι με την Ελίνα Γεωργίου, η οποία παίζει παραδοσιακό κλαρίνο, και κατά καιρούς συνεργαζόμαστε και με άλλους μουσικούς. Παίζουμε παραδοσιακή μουσική, την οποία προσεγγίζουμε μέσα από επιρροές της τζαζ.
Τον τελευταίο χρόνο, συνεργάζομαι επίσης με τον Παναγιώτη Λοΐζου, παίζοντας έντεχνα τραγούδια από τον δίσκο του. Η συνεργασία μας ξεκίνησε το 2025, όταν συμμετείχα στην παρουσίαση του δίσκου του στο Δημοτικό Θέατρο Λευκωσίας, στο πλαίσιο του Διεθνούς Φεστιβάλ Λευκωσίας. Από τότε, συνεχίσαμε να εμφανιζόμαστε μαζί σε τακτική βάση. Φέτος συμμετείχα, ακόμη, και στο Φεστιβάλ Φέγγαρος, παίζοντας με τον Alexis Sunder και την Alexa Michael.
Κινείσαι ανάμεσα στο θέατρο, στις ζωντανές εμφανίσεις και σε φεστιβάλ, όπως ο Φέγγαρος. Πώς προσεγγίζεις αυτά τα διαφορετικά μουσικά περιβάλλοντα;
Είναι πολύ διαφορετικά περιβάλλοντα, αλλά μπορώ να κινούμαι ανάμεσά τους επειδή το φάσμα των μουσικών μου ακουσμάτων είναι αρκετά μεγάλο. Ευτυχώς ή δυστυχώς, μπορώ να παίξω διαφορετικά είδη μουσικής και να αναλαμβάνω πολλούς ρόλους. Προσαρμόζομαι εύκολα και αισθάνομαι άνετα να δοκιμάζω κάτι που δεν έχω ξανακάνει, αναζητώντας τον κατάλληλο τρόπο να το προσεγγίσω. Αυτό συνέβη και με το θέατρο.
Όταν πηγαίνω σε μια θεατρική πρόβα, είναι σαν να φορώ το «καπέλο» του μουσικού του θεάτρου. Έχω εντελώς διαφορετικές προσδοκίες για τη διαδικασία, καθώς οι πρόβες είναι μεγαλύτερες και λειτουργούν με άλλους όρους. Ο σκηνοθέτης, για παράδειγμα, μπορεί να σου πει: «Σε αυτό το σημείο θέλω να αισθανθώ μια έκρηξη». Για εμάς τους μουσικούς, αυτό σημαίνει ότι πρέπει να σημειώσουμε στο κείμενο το κατάλληλο cue και να δημιουργήσουμε μουσικά αυτή την έκρηξη τη συγκεκριμένη στιγμή. Στο τελικό αποτέλεσμα, όμως, μπορεί να μη χρησιμοποιηθεί και καθόλου. Ο σκηνοθέτης, δηλαδή, στην πορεία μπορεί να αλλάξει γνώμη, παρόλο που εμείς έχουμε ήδη δουλέψει πάνω σε αυτό. Επομένως, πρέπει να είσαι ευέλικτος και πρόθυμος να προσαρμοστείς, όπως ακριβώς κάνουν και οι ηθοποιοί.
Οι πρόβες για ένα φεστιβάλ όπως ο Φέγγαρος, όπου έπαιξα με τον Alexis Sunder και την Alexa Michael, λειτουργούν διαφορετικά. Τα μουσικά σετ διαρκούν συνήθως περίπου 45 λεπτά και μπορεί να προηγηθούν μόνο μία ή δύο πρόβες. Παράλληλα, έχεις μεγαλύτερη ελευθερία να προσθέσεις τον δικό σου χαρακτήρα στον τρόπο με τον οποίο θα παίξεις τα τραγούδια. Οι καλλιτέχνες σε καλούν να συνεργαστείς μαζί τους επειδή εμπιστεύονται το γούστο και την αισθητική σου. Στις παρουσιάσεις δίσκων συμβαίνει σχεδόν το αντίθετο. Εκεί καλείσαι να αποδώσεις όσο γίνεται πιστότερα τις ενορχηστρώσεις του δίσκου. Μπορεί να χρειαστούν πολλές πρόβες ακόμη και για ένα μόνο τραγούδι, μέχρι να φτάσεις όσο πιο κοντά γίνεται στην εκτέλεση που έχει ήδη ηχογραφηθεί.
Αισθάνομαι τυχερός επειδή μου αρέσουν και τα τρία αυτά πεδία. Όταν μπορώ να κινούμαι ανάμεσα στο θέατρο, στις ζωντανές εμφανίσεις και στις παρουσιάσεις δίσκων, αισθάνομαι ότι η μουσική είναι πραγματικά η ζωή μου. Για μένα, επιτυχία είναι να περιβάλλομαι από καλλιτέχνες που δημιουργούν όμορφα πράγματα.
Η μουσική του «Ίωνα» προέκυψε μέσα από τη συνεργασία σου με τη Nama Dama και τον Νικόλα Τσαγγάρη. Ποια διαδικασία ακολουθήσατε, ποιος ήταν ο δικός σου ρόλος και πώς επικοινωνούσατε με τον σκηνοθέτη;
Η Αναστασία θα ήταν ασφαλώς η καταλληλότερη για να περιγράψει συνολικά τη διαδικασία. Αρχικά, ετοίμαζε ορισμένα demo και στη συνέχεια δουλεύαμε μαζί, ώστε να διαμορφώσουμε τα επιμέρους μουσικά μέρη. Συναντιόμασταν, δοκιμάζαμε διαφορετικές ιδέες και βλέπαμε τι λειτουργούσε και τι όχι. Πάνω στις ιδέες που λειτουργούσαν, αρχίζαμε σταδιακά να χτίζουμε τη μουσική.
Πολλά από τα demo που μας έστελνε δεν περιλάμβαναν κιθάρα. Έπρεπε, επομένως, να ανακαλύψω τι μπορούσα να προσθέσω με το όργανό μου, ώστε να ταιριάζει με τον ήχο και την αισθητική της σύνθεσης. Με αυτόν τον τρόπο έδωσα και ένα μέρος του δικού μου χαρακτήρα στη μουσική. Η Αναστασία είναι πολύ καλή στο να καθοδηγεί αυτή τη διαδικασία. Φρόντιζε να αισθάνομαι άνετα με όσα έπαιζα και, παράλληλα, μου έδινε τον χώρο να εκφράσω τη δική μου μουσική ταυτότητα. Η ίδια είχε την κύρια επικοινωνία με τον σκηνοθέτη και διασφάλιζε ότι οι επιλογές μας υπηρετούσαν τη σκηνοθετική προσέγγιση, χωρίς να γίνονται υπερβολικές ή να απομακρύνονται από το ύφος που εκείνος αναζητούσε.
Από αριστερά: Νικόλας Τσαγγάρης, Nama Dama [Αναστασία Δημητριάδη], Ζήνωνας Οικονομίδης. Φωτ.: Freedom Candlemaker, Zήνωνας Οικονομίδης / Instagram.
Πώς εξελίχθηκαν οι πρόβες και πότε εντάχθηκαν στη διαδικασία ο Νικόλας Τσαγγάρης, ο θίασος και πιο συγκεκριμένα ο χορός;
Οι πρόβες μου ξεκίνησαν αποκλειστικά με τους μουσικούς. Στην πρώτη φάση δουλέψαμε μαζί με την Αναστασία, ώστε να ανακαλύψουμε και να διαμορφώσουμε τα δικά μου μουσικά μέρη. Στη συνέχεια προστέθηκε ο Νικόλας και αργότερα ξεκινήσαμε τις κοινές πρόβες με τον θίασο. Είναι εντελώς διαφορετικό να ακούς την Αναστασία να τραγουδά μόνη της και διαφορετικό να ακούς είκοσι φωνές να τραγουδούν ταυτόχρονα. Σε αρκετά σημεία, τα μέλη του Χορού πρέπει να στηριχθούν στον ρυθμό που τους δίνουμε και να ακολουθήσουν συγκεκριμένα μουσικά σήματα. Μπορεί επίσης να απαγγέλλουν πάνω στον ρυθμό και να πρέπει να ολοκληρώσουν μια φράση σε ένα συγκεκριμένο σημείο του μέτρου. Αυτό απαιτεί πολλή και συστηματική εξάσκηση.
Το τελευταίο διάστημα προσπαθώ να είμαι πραγματικά παρών στις πρόβες και να παρακολουθώ όσα δημιουργούνται γύρω μου. Το αποτέλεσμα μου φαίνεται εντυπωσιακό και θέλω να βιώνω τη στιγμή, επειδή μου αρέσει πολύ αυτό που κάνω. Προσπαθώ να το απολαμβάνω όχι μόνο ως ενεργός μουσικός, αλλά ταυτόχρονα και ως ακροατής ή θεατής.
Τι σημαίνει για εσένα, ως νέο μουσικό, στην πρώτη σου ενασχόληση με το θέατρο να συμμετέχεις σε μια παραγωγή που, μετά το Αρχαίο Θέατρο Κουρίου, θα παρουσιαστεί στην Επίδαυρο;
Επειδή έχω την τάση να αγχώνομαι αρκετά, προσπαθώ να μη σκέφτομαι ότι «πηγαίνω στην Επίδαυρο». Προτιμώ να το αντιμετωπίζω ως ακόμη μία συναυλία, στην οποία πρέπει να κάνω όσο καλύτερα μπορώ τη δουλειά μου.
Αν σταθώ στο τι σημαίνει να παίζεις μια αρχαία τραγωδία σε ένα τόσο ιστορικό θέατρο, μαζί με Έλληνες και Κύπριους καλλιτέχνες που προέρχονται από έναν τόπο με παράδοση χιλιάδων χρόνων σε αυτό το είδος θεάτρου, τότε το βάρος γίνεται πολύ μεγάλο. Οι απαιτήσεις είναι εξαιρετικά υψηλές. Η σκέψη αυτή μπορεί να σε παγώσει και εν τέλει να μου προκαλέσει περισσότερο άγχος. Γι’ αυτό επιλέγω να το βλέπω πιο απλά, ως μια δουλειά που οφείλω να κάνω πολύ καλά.
Πώς προετοιμάζεσαι ψυχολογικά, ώστε να διατηρείς αυτή τη στάση πάνω στη σκηνή;
Με πολλή εξάσκηση και ενσυνειδητότητα. Όταν μελετώ στο σπίτι, για παράδειγμα, προσπαθώ να παίζω σαν να βρίσκομαι μπροστά σε δέκα χιλιάδες ανθρώπους. Αν κάνω κάποιο λάθος, δεν σταματώ, αλλά συνεχίζω κανονικά. Με αυτόν τον τρόπο δεν εξασκούμαι μόνο στο να παίζω σωστά τα κομμάτια, αλλά και στο πώς να διαχειρίζομαι μια ζωντανή εμφάνιση μπροστά σε κοινό.
Η διαδικασία έχει και κάτι από διαλογισμό. Πρέπει να μάθεις να είσαι πραγματικά παρών σε αυτό που κάνεις, χωρίς να αφήνεις το μυαλό σου να παρασύρεται από άλλες σκέψεις. Αυτό δεν είναι πάντοτε εύκολο στην εποχή του ασταμάτητου doomscrolling, κατά την οποία έχουμε συνηθίσει να μετακινούμε συνεχώς την προσοχή μας από το ένα πράγμα στο άλλο.
Πώς ήταν η εμπειρία της παράστασης στο Αρχαίο Θέατρο Κουρίου; Υπήρχαν δυσκολίες σε σχέση με το αμφιθέατρο της Σχολής Τυφλών, στη Λευκωσία;
Στο Κούριο αντιμετωπίσαμε ορισμένες δυσκολίες. Λόγω της θέσης του θεάτρου, κοντά στη θάλασσα, υπήρχε έντονη υγρασία και φυσούσε αρκετά. Κάτι που δεν αντιλαμβάνεσαι εκ των προτέρων είναι ότι, όταν φυσάει, ο αέρας σφυρίζει μέσα στα αυτιά. Αυτό δυσκόλευε τα μέλη του Χορού να ακούσουν καθαρά τη μουσική, ώστε να γνωρίζουν πότε έπρεπε να τραγουδήσουν ή ακόμη και πότε να εισέλθουν στη σκηνή.
Υπήρχαν, επομένως, αρκετά τεχνικά ζητήματα που έπρεπε να διαχειριστούμε. Τα μικρόφωνα, για παράδειγμα, δεν μπορούσαν να έχουν πολύ μεγάλη ένταση, επειδή έπιαναν τον ήχο του ανέμου. Η υγρασία επηρέαζε επίσης τα όργανα, ιδιαίτερα όσα ήταν ξύλινα ή ακουστικά. Μπορούσε να προκαλέσει μικρές μεταβολές στο σχήμα τους ή να τα ξεκουρδίσει, γι’ αυτό χρειαζόταν να τα κουρδίζουμε συνεχώς.
Παρά τις δυσκολίες, θεωρώ ότι η παράσταση πήγε πολύ καλά, ίσως ακόμη καλύτερα από τις προηγούμενες παραστάσεις στο Αμφιθέατρο της Σχολής Τυφλών, στη Λευκωσία. Ως σύνολο ήμασταν πλέον περισσότερο δεμένοι. Οι εξωτερικές συνθήκες αποτελούσαν κι αυτές μέρος της ζωντανής παράστασης και έπρεπε να προσαρμοστούμε στον αέρα και σε ό,τι άλλο μπορούσε να προκύψει εκείνη τη στιγμή.
Χρειάστηκε κατά τη διάρκεια της παράστασης να αυτοσχεδιάσετε ή να διαχειριστείτε κάποιο λάθος;
Σίγουρα υπήρξαν τέτοιες στιγμές. Μπορεί, για παράδειγμα, ένα μουσικό σήμα να δόθηκε λίγο αργότερα από ό,τι έπρεπε. Πρόκειται, όμως, για λεπτομέρειες που δεν γίνονται εύκολα αντιληπτές από το κοινό.
Ακόμη κι εγώ δεν μπορώ να θυμηθώ κάποιο συγκεκριμένο περιστατικό. Θα έπρεπε να ακούσω ξανά την ηχογράφηση της παράστασης για να εντοπίσω ένα σημείο που είχε σχεδιαστεί να γίνει διαφορετικά.
Θα σε ενδιέφερε στο μέλλον να συνθέσεις μουσική για το θέατρο;
Όταν αρχίζεις να παίζεις μουσική σε μικρή ηλικία, ιδιαίτερα ως κιθαρίστας, συνήθως θέλεις να παίζεις ασταμάτητα σόλο. Μεγαλώνοντας, όμως, ωριμάζεις τόσο εσύ όσο και το αυτί σου. Διευρύνεται η αισθητική σου, αλλάζει ο τρόπος με τον οποίο ακούς και παίζεις μουσική και, εξερευνώντας περισσότερο τον εαυτό σου, ανακαλύπτεις νέες πλευρές και ενδιαφέροντα.
Όταν επισκεπτόμουν το Λονδίνο, παρακολουθούσα συνεχώς θεατρικές παραστάσεις και μιούζικαλ. Επομένως, θα μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου να αναπτύσσει στο μέλλον μια τέτοια δημιουργική σχέση με το θέατρο.
Ένας από τους λόγους για τους οποίους δέχθηκα να συμμετάσχω στον «Ίωνα» ήταν ότι γνώριζα ήδη τι σημαίνει να συνεργάζεσαι με την Αναστασία. Ήθελα, επίσης, να βρεθώ κοντά σε δημιουργικούς ανθρώπους που δεν είναι απαραίτητα μουσικοί, όπως ηθοποιούς, χορευτές, σκηνοθέτες και ενδυματολόγους. Μπορείς να μάθεις και να αντλήσεις πολλά και από τον τρόπο με τον οποίο εκείνοι προσεγγίζουν την τέχνη τους.
Στην ουσία, θεωρώ ότι έχεις πετύχει όταν καταφέρνεις να γεμίζεις τον χρόνο σου με πράγματα που σε γεμίζουν και εσωτερικά. Ένιωθα από την αρχή ότι η εμπειρία του θεάτρου θα μπορούσε να είναι ακριβώς αυτό για μένα.
Πώς προσεγγίζεις τη διαδικασία της συνοδείας ενός άλλου καλλιτέχνη, όπως συνέβη στον Φέγγαρο με τον Alexis Sunder και την Alexa Michael;
Η αφετηρία είναι πάντοτε η δομή του τραγουδιού. Αρχικά μελετώ τη μορφή και τα βασικά του μέρη και στη συνέχεια εξετάζω πώς μπορεί να ενταχθεί το δικό μου παίξιμο στη μουσική του καλλιτέχνη. Μπορώ να ακολουθήσω πιστά όσα είναι ήδη γραμμένα ή, όπου υπάρχει χώρος, να προσθέσω ορισμένα δικά μου στοιχεία.
Στη σκηνή του φετινού φεστιβάλ «Φέγγαρος», 2026. Φωτ.: Zήνωνας Οικονομίδης / Instagram.
Για μένα, ένα από τα χαρακτηριστικά του επαγγελματία μουσικού είναι η ικανότητα να το κάνει αυτό γρήγορα. Πρέπει να μπορείς να προτείνεις αμέσως μια ιδέα που να έχει τη δική σου ταυτότητα, ώστε ο δημιουργός του τραγουδιού να κρίνει αν του ταιριάζει ή όχι.
Στη συνέχεια, μέσα από τη συνεργασία, αναζητάτε μαζί τη σωστή ισορροπία. Ο καλλιτέχνης μπορεί να σου ζητήσει να προσθέσεις περισσότερο από τον προσωπικό σου ήχο σε ένα σημείο και να είσαι πιο συγκρατημένος σε κάποιο άλλο. Ορισμένοι θέλουν να δώσεις το 100% της μουσικής σου ταυτότητας και είναι ανοιχτοί ακόμη και στο να αλλάξεις σημαντικά τα τραγούδια τους. Άλλοι προτιμούν να τα αποδώσεις όσο γίνεται πιο πιστά στην εκτέλεση του δίσκου.
Στις ζωντανές εμφανίσεις υπάρχει μεγαλύτερο περιθώριο να αλλάξετε ή να αυτοσχεδιάσετε πάνω στα τραγούδια;
Στις ζωντανές εμφανίσεις τα τραγούδια είναι συνήθως περισσότερο επεξεργασμένα, αν και αυτό εξαρτάται από την εκάστοτε συνεργασία. Με τον Παναγιώτη, για παράδειγμα, παίζουμε μαζί πολύ συχνά και έχουμε πλέον διαμορφώσει ορισμένα σταθερά στοιχεία, τα οποία επαναλαμβάνουμε σε κάθε εμφάνιση.
Υπάρχει, επομένως, μια συγκεκριμένη δομή, αλλά μέσα σε αυτή έχω αρκετή ελευθερία. Αφού παίξω τη μελωδία στο σημείο όπου πρέπει να ακουστεί, μπορώ στη συνέχεια να αυτοσχεδιάσω και να προσεγγίσω το υπόλοιπο μέρος με διαφορετικό τρόπο κάθε φορά.
