Ο Αριστοτέλης Δημητρίου είναι ζωγράφος, γεννημένος στην Πάφο το 1962, σε έναν τόπο που συνδέεται μυθολογικά με την Αφροδίτη. Νιώθει πως αυτή η μυθολογική μνήμη δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν αλλά συνεχίζει να υπάρχει στην ατμόσφαιρα του τόπου, στο φως, στην αίσθηση της ομορφιάς και σε έναν διάχυτο, υποβόσκοντα ερωτισμό που χαρακτηρίζει το περιβάλλον του.
Από παιδί, όπως δήλωσε στον «Π», διατηρεί έντονα στη μνήμη του την εικόνα που έβλεπε από το παράθυρο του δωματίου του, μια μπλε λωρίδα θάλασσας. Συχνά περιπλανιόταν με το ποδήλατο σε ένα σχεδόν παρθένο τοπίο, έχοντας μαζί του ένα μολύβι και ένα μπλοκάκι για να σχεδιάζει ό,τι τον εντυπωσίαζε. Η έλξη του για τη γλυπτική εκδηλώθηκε επίσης νωρίς. Επειδή δεν είχε πηλό, έπαιρνε λάσπη από το ποτάμι και έπλαθε μικρά κεφάλια, εμπειρίες που τον σημάδεψαν και συνεχίζουν να τροφοδοτούν τη δημιουργική του πορεία.
Τα πρώτα του μαθήματα ζωγραφικής τα πήρε κοντά στον Τάσο Ρήγα. Στη συνέχεια, σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας, στα εργαστήρια ζωγραφικής των Παναγιώτη Τέτση και Δημήτρη Μυταρά. Οι δύο αυτοί δάσκαλοι τού προσέφεραν πολύτιμα εφόδια, όχι μόνο σε τεχνικό επίπεδο αλλά και στη διεύρυνση του οπτικού του πεδίου. Παράλληλα, το καλλιτεχνικό κλίμα της δεκαετίας του 1980, με τη ζωντάνια, την ανησυχία και την έντονη καλλιτεχνική ζύμωση, επηρέασε βαθιά τη γενιά του και διαμόρφωσε την αναζήτηση νέων εκφραστικών δρόμων.
Δεν του αρέσουν ιδιαίτερα οι καλλιτεχνικές ετικέτες ούτε η ανάγκη ένταξης σε συγκεκριμένα ρεύματα. Έχει επηρεαστεί από καλλιτέχνες και έργα όλων των εποχών, από τις τοιχογραφίες της Πομπηίας και τα ψηφιδωτά μέχρι τις βυζαντινές εικόνες, την αναγέννηση και τη σύγχρονη τέχνη. Μέσα του υπάρχει ένα «εικονικό μουσείο», ένας εσωτερικός χώρος μνήμης και αναφοράς από τον οποίο αντλεί έμπνευση, δύναμη και αίσθηση συνέχειας μέσα στον χρόνο. Πιστεύει ότι ο καλλιτέχνης πρέπει να παραμένει ελεύθερος από καλούπια και, όταν χρειάζεται, να ξεπερνά ακόμη και τα δικά του όρια -αναζητώντας συνεχώς νέους τρόπους έκφρασης.
Εκ του φυσικού
Για αρκετά χρόνια, τον απασχόλησε ιδιαίτερα το τοπίο και η ζωγραφική εκ του φυσικού. Στόχος του, όμως, δεν ήταν η ρεαλιστική αναπαράσταση αλλά η απόδοση μιας συγκίνησης μέσα από μια αφαιρετική προσέγγιση. Τον ενδιαφέρει κυρίως η αίσθηση του χώρου, το φως και η ατμόσφαιρα που αναδύεται από τη ζωγραφική επιφάνεια.
Στην πιο πρόσφατη ενότητα της δουλειάς του, δημιούργησε μια σειρά έργων με γυναικείες φιγούρες που κάθονται στην άμμο κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο και κοιτούν τη θάλασσα. Κάποιες φαίνονται να περιμένουν κάτι, άλλες να απολαύουν απλώς τη ζεστασιά του φωτός, ενώ άλλες μοιάζουν βυθισμένες σε αναπόληση. Τα έργα αυτά έχουν συμβολικό χαρακτήρα, προσθέτει ο Δημητρίου, λέγοντας πως το θέμα λειτουργεί ως αφορμή για την έκφραση εσωτερικών καταστάσεων και όχι ως απλή απεικόνιση της σκηνής. Το συναίσθημα και η συγκίνηση πίσω από την εικόνα αποτελούν, λοιπόν, τον βασικό του άξονα.
Ένα από τα αγαπημένα του μέσα ζωγραφικής είναι η ακουαρέλα, με την οποία ασχολείται για περίπου τριάντα χρόνια.
Τον γοητεύουν η απλότητα των υλικών, η ταχύτητα εκτέλεσης, η ρευστότητα των χρωμάτων και το στοιχείο της έκπληξης που προκύπτει κατά τη δημιουργική διαδικασία, κρατώντας τον σε συνεχή εγρήγορση. Οι περιπλανήσεις του στα τοπία της Πάφου τον οδήγησαν στα ερημικά ξωκκλήσια της υπαίθρου, μικρά μνημεία φορτισμένα με ιστορία που αποτέλεσαν νέα πηγή έμπνευσης. Τα τελευταία χρόνια ασχολείται με την αποτύπωση και την ανάδειξή τους μέσα από την έκδοση λευκώματος.
Παράλληλα, συνέβαλε, όπως σημείωσε ο ίδιος, στην ένταξη της Κύπρου στο International Watercolor Society (IWS), έναν διεθνή οργανισμό αφιερωμένο στην προώθηση της ακουαρέλας. Ως Country Leader της Κύπρου, στόχος του είναι η ανάδειξη και προώθηση της ακουαρέλας στον τόπο του μέσα από δράσεις, εκθέσεις και συνεργασίες που ενισχύουν τη δυναμική αυτής της ιδιαίτερης και απαιτητικής τεχνικής.
Μοναχική πορεία
Ο δικός του δρόμος ως καλλιτέχνη είναι μια μοναχική πορεία, την οποία αντιλαμβάνεται ως προσωπική αναζήτηση και συνεχή προσπάθεια εξέλιξης των εκφραστικών του μέσων, ώστε να μπορεί να φτάνει πιο άμεσα και ουσιαστικά σε αυτό που επιθυμεί να εκφράσει. Η πορεία αυτή προϋποθέτει την ύπαρξη εσωτερικής ανάγκης, βιώματος ή στοχασμού που ζητά να πάρει μορφή. Αν και επηρεάζεται από το κοινωνικό γίγνεσθαι και την εποχή στην οποία ζει, δεν πιστεύει, όπως υπογραμμίζει, πως η τέχνη μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Προσθέτοντας ότι πιστεύει, όμως, πως μπορεί να προσφέρει μέσα από την αλήθεια της μια μορφή πνευματικής ανάτασης και βαθιάς ανθρώπινης παρηγοριάς.
Όσον αφορά την ανταπόκριση του κοινού, θεωρεί ότι όταν κάποιος εργάζεται με ειλικρίνεια και αποδίδει τη δική του αλήθεια αναπόφευκτα θα αγγίξει κάποιους ανθρώπους. Ο Δημητρίου τονίζει, ακόμη, ότι η ανταπόκριση του κοινού δεν μπορεί να ελεγχθεί, ωστόσο όταν το έργο γεννιέται από αυθεντική εσωτερική ανάγκη βρίσκει τον δρόμο του και συναντά ανθρώπους που είναι έτοιμοι να το δεχτούν. Αυτή η επικοινωνία αποτελεί για τον ίδιο τη μεγαλύτερη επιβεβαίωση.
