Γράφει ο Παύλος Κ.Παύλου,
Ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης, ο γνωστός και καταξιωμένος ποιητής μας, στην τελευταία συγγραφική του κατάθεση δεν μας οδηγεί σε καινούργιους δρόμους ποιητικής έμπνευσης. Αυτήν τη φορά εκπληρώνει, με αρκετή καθυστέρηση και «ασύγγνωστη αμέλεια», όπως ο ίδιος ομολογεί, ένα οφειλόμενο χρέος στον πατέρα του Κώστα Χαραλαμπίδη, στη μορφή του οποίου έβλεπε «τον άνθρωπο που είχε δαμάσει τον φόβο». Κάτι που επιβεβαιώνεται από την εξιστόρηση του πολυκύμαντου βίου του, στο ευανάγνωστο και πολύ ενδιαφέρον σε περιεχόμενο βιβλίο του με τίτλο «Ο Επιλοχίας Κώστας Χαραλαμπίδης στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο», έκδοση που έχει τη στήριξη του Πανεπιστημίου Κύπρου και του Νεοελληνικού Σπουδαστηρίου Πετρώνδα. Για τη συγγραφή, ο υιός Χαραλαμπίδης βασίστηκε στις σαράντα εννέα χειρόγραφες ενθυμήσεις του πατέρα του, ο οποίος φρόντισε «με κοφτό και σύντομο λόγο» να καταγράψει τη στρατιωτική του δράση στον Μεγάλο Πόλεμο. Κατέφυγε επίσης σε ζωντανές αφηγήσεις και συνεντεύξεις του, μία εκ των οποίων στον γράφοντα για το ΡΙΚ το 1982, καθώς και σε όσα με επιμέλεια ο ίδιος διαφύλαξε στη μνήμη του. Στις εκατόν δέκα σελίδες του βιβλίου παρεμβάλλονται φωτογραφίες, χειρόγραφα σημειώματα, επιστολές από το μέτωπο και μετάλλια τιμής.
Ο Κώστας Χαραλαμπίδης θα μπορούσε να χαρακτηριστεί κάτοικος όλης της Κύπρου. Γεννήθηκε στην Κερύνεια το 1896 και πέθανε, πρόσφυγας στη Λάρνακα, το 1986. Η περιπετειώδης ζωή του αρχίζει με την υπηρεσία του ως εθελοντής, μεταξύ 1916-1919, στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Με την ελληνική μεραρχία του Αρχιπελάγους, θα βρεθεί σε μέτωπα στη Μακεδονία, Θράκη, Βουλγαρία, Ρουμανία, Ρωσία, Κωνσταντινούπολη! Με την επιστροφή του στην Κύπρο, γίνεται στα είκοσι τέσσερά του χρόνια αστυνομικός. Καβάλα στ’ άλογό του θα δει στον Άγιο Θεόδωρο Καρπασίας τη νεαρότερή του Άννα. Την ερωτεύθηκε αμέσως και την έκαμε γυναίκα του.
Τα πέντε παιδιά του γεννήθηκαν σε ξεχωριστά χωριά, αφού με συνεχείς μεταθέσεις υπηρέτησε κατά σειρά σε Άγιο Θεόδωρο Καρπασίας, Λευκόνοικον, Ακανθού, Περιστερωνοπηγή, Βατυλή, Λεονάρισσον, Τρίκωμον, Άγιο Σέργιο, Άχνα, όπου γεννήθηκε ο μικρότερος στη σειρά, ο Κυριάκος, ο ποιητής μας. Η μεγάλη γύρα έκλεισε σε Μαραθόβουνο, Ριζοκάρπασον και Γιαλούσα. Μετά η προσφυγιά.
Η σχέση με την Κρήτη
Από τις αναμνήσεις του Πρώτου Πολέμου, που άρχισε να καταγράφει στην προσφυγιά αλλά δεν ολοκλήρωσε, ο Κώστας Χαραλαμπίδης διασώζει τη στιγμή που ο Ελευθέριος Βενιζέλος επιθεωρεί τον λόχο του στη Θεσσαλονίκη, όπου έφθασε με τους συμπολεμιστές του ύστερα από νικηφόρες μάχες. Σημειώνει χαρακτηριστικά «ήμεθα ρακένδυτοι και τα παπούτσια μας ήτο λυωμένα και τα ρούχα μας. Μας έβαλαν εις την γραμμήν». Του έκαμαν μεγάλη εντύπωση τα αστραποβόλα μάτια του μεγάλου πολιτικού, ο οποίος όταν είδε τα χάλια τους με τα «κατακομμένα ρούχα και άγριους με τα γένια», δάκρυσε και έδωσε διαταγή να πάρουν καινούργια. «Μας έδωσε και άδεια δεκαπέντε μέρες για να γλεντήσουμε», σημειώνει. Ο συγγραφέας διατηρεί αυστηρά τη δική γλωσσική διατύπωση του πατέρα του «που συνδυάζει ένα λόγιο και συγχρόνως λαϊκό χαρακτήρα με τυποποιημένα στοιχεία κυπριακής γλωσσικής εντοπιότητας».
Σημαντικό κεφάλαιο για την οικογένεια Χαραλαμπίδη είναι και η σύνδεση με την Κρήτη, που αρχίζει από τον Κωνσταντινουπολίτη Γιάννη Δημητρίου Λεμεσιανό, λόγω της εγκατάστασής του στην κυπριακή πόλη, προπάππο του ποιητή μας, γεννημένο το 1803, ο οποίος αναγκάστηκε να καταφύγει στην Κρήτη μαζί με τον αδελφό του. Εκεί αναμείχθηκαν σε κάποια εξέγερση και τελικά κατέληξαν στην Κύπρο. Ο γιος του Γιάννη, Χαράλαμπος, εγκαταστάθηκε στην Κερύνεια και με τη γυναίκα του Αλεξάνδρα απέκτησαν δώδεκα παιδιά, με έκτο στη σειρά τον Κώστα, ήρωα του βιβλίου. Η οικογένεια κληρονόμησε φαίνεται τη ροπή προς την περιπέτεια και τη στρατιωτική ζωή. Ένας αδελφός υπηρέτησε ως αγγελιαφόρος του βασιλιά Κωνσταντίνου, δεύτερος υπήρξε αξιωματικός του αγγλικού στρατού και σκοτώθηκε στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, και ένας αδελφότεκνός του έπεσε σε μάχη στους Βαλκανικούς πολέμους. Αυτό εξηγεί και τις περιπέτειες του Κώστα Χαραλαμπίδη και στους δύο μεγάλους πολέμους, στον δεύτερο, μάλιστα, αφήνοντας πίσω έγκυο γυναίκα με τέσσερα παιδιά.
Ο επιλοχίας Χαραλαμπίδης ένιωσε στο πετσί του τη φρίκη του πολέμου, με το μακελειό των μαχών, βομβαρδισμούς, βασανιστήρια, στρατόπεδα αιχμαλώτων. Ετοιμοπόλεμος και εξασκημένος αστυνομικός υπηρέτησε αρχικά δύο μήνες ως εκπαιδευτής νεοσυλλέκτων στα Πολεμίδια και ύστερα άρχισε η περιπετειώδης δράση του σε όλα σχεδόν τα πεδία των μαχών σε Γαλλία, Αγγλία, Ερυθραία, Αίγυπτο, Σουδάν, Παλαιστίνη, Ιταλία και, όχι τυχαία, στην Κρήτη.
Με το τέλος του πολέμου δεν επέστρεψε αμέσως στην Κύπρο καθώς είχε αναλάβει την ευθύνη για καταγραφή και ασφαλή επιστροφή των Κυπρίων αιχμαλώτων από διάφορα στρατόπεδα. Γύρισε πίσω τιμημένος με παράσημα ανδρείας, από τα οποία ξεχώριζε το Gold Metal που του απένειμε προσωπικά ο στρατάρχης Μοντγκόμερι στο Τραφάλκαρ Σκουέαρ, στο Λονδίνο. Δυστυχώς ξέμεινε κι αυτό στην κατεχόμενη Αμμόχωστο. Περισώθηκαν κάποια που τα φυλάει με καμάρι ο γιος του.
Εμβριθής και φιλοσοφημένος όπως πάντα, ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης δεν μένει σε μία απλή εξιστόρηση, δίκην απομνημονευμάτων, των κατορθωμάτων του πατέρα του. Δίδει στην κατάθεσή του ιστορική όψη και σημασία, και πολύ ευρύτερη. Το λέγει τόσο εύγλωττα ο ίδιος: «Ο πόλεμος παρέχει άφθονες ευκαιρίες ευαισθησίας και φιλοσοφημένης διαπραγμάτευσης ή αναστοχασμού για γεγονότα που αγγίζουν την ουσία της ανθρώπινης υπόστασης και του απώτατου άκρου της. Δεν γνωρίζουμε αν όντως υπάρχει, τουλάχιστον θεωρητικά, το πολυσυζητημένο 'τέλος της ιστορίας', υπάρχει όμως η αρχή της ψυχής να επαναπροσδιορίζει τα πράγματα και να τους προσφέρει τη δική της ανάγνωση και ερμηνεία».
Συνυπάρχουν πολλοί λόγοι για να διαβαστεί το υπό αναφοράν βιβλίο.
*Δημοσιογράφος (pcpavlou@gmail.com)
