Για περισσότερα από είκοσι δύο χρόνια, ο φωτογράφος και ερευνητής Καντίρ Καμπά αναζητούσε τεκμήρια σε αρχεία, ξεχασμένα φωτογραφικά άλμπουμ και ιδιωτικές συλλογές, με στόχο να ανασυνθέσει την πρώιμη ιστορία της φωτογραφίας στην Κύπρο. Το νέο του βιβλίο, History of Cypriot Photography 1839-1939, που παρουσιάστηκε την Πέμπτη στο Κέντρο Εικαστικών Τεχνών και Έρευνας (CVAR) στην παλιά Λευκωσία, αποτελεί το αποτέλεσμα μιας πολύχρονης έρευνας που διέσχισε ορατά και αόρατα σύνορα και ανέδειξε μια κοινή οπτική κληρονομιά.
Αν ρωτήσει κανείς τον Καντίρ Καμπά γιατί εγκατέλειψε τη φωτογραφία και στράφηκε στη συγγραφή για τη φωτογραφία, η απάντησή του έρχεται χωρίς δισταγμό. «Ήθελα απλώς να γνωρίσω την ιστορία της». Η απάντηση ακούγεται σχεδόν απλοϊκή, όμως αυτή η περιέργεια επρόκειτο να καθορίσει περισσότερο από ένα τέταρτο του αιώνα της ζωής του.
Όταν ο Κάμπα άρχισε να ασχολείται με τη φωτογραφία, ακολούθησε την πορεία που είχαν χαράξει γενιές φωτογράφων πριν από αυτόν: έμαθε πρώτα την τέχνη της. Σπούδασε στη Βρετανία τη δεκαετία του 1970, σε μια εποχή που η φωτογραφία τεκμηρίωσης και η επιρροή των φωτογράφων του πρακτορείου Magnum διαμόρφωναν τον τρόπο με τον οποίο μια ολόκληρη γενιά αντιλαμβανόταν το Μέσο. Άνοιξε το δικό του φωτογραφικό στούντιο, αρχικά στο Λονδίνο και αργότερα στην Κύπρο, φωτογραφίζοντας πορτρέτα, γάμους, εμπορικούς καταλόγους και διαφημίσεις.
Ωστόσο, ένα άλλο ερώτημα συνέχιζε να τον απασχολεί. «Αν θέλουμε να κάνουμε κάτι σωστά», λέει, «πρέπει πρώτα να γνωρίζουμε την ιστορία του». Και αυτή η ιστορία, όπως συνειδητοποίησε, δεν είχε ποτέ πραγματικά καταγραφεί.
Ποιος τράβηξε τις πρώτες φωτογραφίες στην Κύπρο; Ποιος ίδρυσε τα πρώτα φωτογραφικά στούντιο; Με ποιον τρόπο η φωτογραφία ταξίδεψε από την Ευρώπη και την Οθωμανική Αυτοκρατορία σε ένα νησί που αργότερα ανέπτυξε τη δική του φωτογραφική παράδοση; Τα ερωτήματα αυτά τον οδήγησαν τελικά μακριά από τη φωτογραφική μηχανή και προς τα αρχεία, τις βιβλιοθήκες και τις ιδιωτικές συλλογές, στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Το αποτέλεσμα είναι το βιβλίο History of Cypriot Photography 1839-1939, μια φιλόδοξη μελέτη που ανασυνθέτει τον πρώτο αιώνα της φωτογραφίας στην Κύπρο, από την εφεύρεσή της το 1839 έως τις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
Η πρώτη του ερευνητική ενασχόληση επικεντρώθηκε στην τουρκοκυπριακή φωτογραφία, θέμα για το οποίο είχε ήδη δημοσιεύσει εκτενώς. Όσο όμως προχωρούσε η έρευνά του, τόσο πιο ξεκάθαρο γινόταν ότι η ιστορία δεν μπορούσε να διαχωριστεί καθαρά ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Οι ίδιοι οι φωτογράφοι μετακινούνταν ελεύθερα σε ολόκληρο το νησί. Αρμένιοι ιδιοκτήτες φωτογραφικών στούντιο απασχολούσαν τόσο Ελληνοκύπριους όσο και Τουρκοκύπριους. Οικογένειες από όλες τις κοινότητες επισκέπτονταν τα ίδια φωτογραφικά εργαστήρια για να απαθανατίσουν τις στιγμές τους. Περιπλανώμενοι φωτογράφοι διέσχιζαν τα χωριά πολύ πριν κανείς φανταστεί την ύπαρξη σημείων διέλευσης. Για να κατανοήσει κανείς την ιστορία της κυπριακής φωτογραφίας, έπρεπε να κατανοήσει την ιστορία ολόκληρης της Κύπρου.
Αυτό, όμως, αποδείχθηκε πολύ πιο δύσκολο στην πράξη. Πριν από το 2003, η πρόσβαση στα αρχεία των Ελληνοκυπρίων ήταν πoλύ δύσκολη έως αδύνατη γι' αυτόν. Ακόμη και μετά το άνοιγμα των σημείων διέλευσης, παρέμεναν αόρατα εμπόδια. «Δεν ήταν εύκολο», παραδέχεται. «Στην αρχή δεν ήμουν ιδιαίτερα ευπρόσδεκτος, επειδή είμαι Τουρκοκύπριος». Το λέει χαμογελώντας, όχι με πικρία ή κατηγορία, αλλά σχεδόν φιλοσοφικά.
Η πρόοδος ήρθε σταδιακά, μέσα από τις προσωπικές συναντήσεις και τον διάλογο. Γνώρισε τον ιστορικό Αριστείδη Κουδουνάρη. Έπειτα τη Ρίτα Σεβέρη. Σιγά-σιγά, οικογένειες άρχισαν να ανοίγουν τα ιδιωτικά τους αρχεία. Πόρτες που για χρόνια παρέμεναν κλειστές άνοιγαν, η μία μετά την άλλη. «Γνώρισα υπέροχους ανθρώπους», λέει. «Αυτό ήταν που έκανε τη διαφορά». Σταδιακά, το εγχείρημα εξελίχθηκε σε μια ενιαία ιστορία της φωτογραφίας στην Κύπρο, που αναδεικνύει τη συμβολή των πολλών και διαφορετικών φωτογράφων οι οποίοι δραστηριοποιήθηκαν στο νησί κατά τον πρώτο αιώνα της φωτογραφίας.
Γιατί το 1839; Γιατί το 1939;
Το 1839 η φωτογραφία ανακοινώθηκε επίσημα στον κόσμο. Σχεδόν αμέσως, φωτογράφοι άρχισαν να ταξιδεύουν σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο, ιδιαίτερα στους Αγίους Τόπους καταγράφοντας βιβλικά τοπία, αρχαιολογικούς χώρους και την «εξωτική» Ανατολή που γοήτευε την Ευρώπη του 19ου αιώνα. Πολλοί πέρασαν από την Κύπρο. Κάποιοι παρέμειναν. Άλλοι άφησαν πίσω τους μόνο τις φωτογραφίες τους. Ο Καντίρ Κάμπα εξηγεί ότι αναζήτησε επίμονα αποδείξεις πως οι πρώτοι περιηγητές φωτογράφοι εργάστηκαν και στην Κύπρο. «Υποψιαζόμουν ότι είχαν περάσει από εδώ», λέει. «Αλλά η ιστορία χρειάζεται αποδείξεις».
Η δεύτερη χρονολογία, το 1939, σηματοδοτεί, κατά τον ίδιο, το τέλος της διαμορφωτικής περιόδου της κυπριακής φωτογραφίας. Ό,τι ακολουθεί ανήκει ήδη σε μια διαφορετική γενιά. Μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η φωτογραφία στην Κύπρο ακολουθούσε σε μεγάλο βαθμό τις οθωμανικές παραδόσεις στη φωτογραφική τέχνη: επίσημα πορτρέτα στο στούντιο, προσεκτικά σκηνοθετημένα τοπία και φωτογραφικά λευκώματα που προορίζονταν για ταξιδιώτες και κρατικούς αξιωματούχους.
Αργότερα εμφανίστηκαν φωτογράφοι όπως ο Haigaz Mangoian. «Ο Mangoian άλλαξε εντελώς τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμασταν τη φωτογραφία», λέει ο Καμπά. Αντί για στατικές συνθέσεις, υιοθέτησε μια πιο σύγχρονη, ανθρωποκεντρική προσέγγιση, επηρεασμένη από τη νέα ευρωπαϊκή φωτογραφία ντοκουμέντου, τον Ανρί Καρτιέ-Μπρεσόν και το πρακτορείο Magnum. «Φωτογράφιζε τους ανθρώπους την ώρα που εργάζονταν. Φωτογράφιζε την καθημερινή ζωή». Για τον Καμπά, αυτό αποτέλεσε μια πραγματική καλλιτεχνική επανάσταση. «Ό,τι ακολούθησε», λέει, «είναι μια άλλη ιστορία». Μια ιστορία που, όπως ελπίζει, θα αναλάβει κάποτε να αφηγηθεί κάποιος άλλος.
Οι Αρμένιοι φωτογράφοι
Αν υπάρχει ένα νήμα που διατρέχει ολόκληρη την έρευνα του Καντίρ Κάμπα, αυτό είναι η καθοριστική συμβολή των Αρμενίων φωτογράφων στη διαμόρφωση της φωτογραφικής ιστορίας της Κύπρου. Πριν από αυτούς, οι περισσότεροι φωτογράφοι ήταν περαστικοί ταξιδιώτες. Διέσχιζαν το νησί, φωτογράφιζαν μνημεία, εκκλησίες, τοπία και αρχαιολογικούς χώρους και στη συνέχεια συνέχιζαν το ταξίδι τους. «Δεν έγιναν ποτέ πραγματικά Κύπριοι φωτογράφοι», παρατηρεί.
Η κατάσταση άλλαξε όταν φωτογράφοι όπως ο Μ. Μ. Παπαζιάν και ο Τζ. Π. Φόσκολο εγκαταστάθηκαν μόνιμα στην Κύπρο. Εργάστηκαν αρχικά για τη βρετανική διοίκηση, καταγράφοντας στρατιωτικές και διοικητικές δραστηριότητες, όμως σύντομα ίδρυσαν φωτογραφικά στούντιο, κυρίως στη Λεμεσό, και άρχισαν να απευθύνονται στους ίδιους τους κατοίκους του νησιού.
Τα πορτρέτα αντικατέστησαν σταδιακά τα γραφικά ερείπια. Οι οικογένειες έγιναν το νέο θέμα της φωτογραφίας και το φωτογραφικό στούντιο απέκτησε θέση στην καθημερινή ζωή των Κυπρίων. Λίγα χρόνια αργότερα, ένα νέο κύμα Αρμενίων φωτογράφων, που κατέφυγαν στην Κύπρο από τη Μικρά Ασία και την Ανατολία στις αρχές του 20ού αιώνα, συνέβαλε αποφασιστικά στην εξέλιξη της τέχνης. «Έφεραν νέο εξοπλισμό», εξηγεί ο Κάμπα. «Εισήγαγαν φωτογραφικά υλικά. Έδωσαν τη δυνατότητα στους ερασιτέχνες φωτογράφους να εμφανίζουν τα φιλμ τους». Για πρώτη φορά, η φωτογραφία έπαψε να είναι αποκλειστικά υπόθεση των επαγγελματιών. Πέρασε στα σπίτια, στις οικογένειες και στην καθημερινότητα των Κυπρίων. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1930, η Κύπρος δεν διέθετε απλώς φωτογράφους. Διέθετε πλέον μια συγκροτημένη φωτογραφική κουλτούρα. Στους πρώτους Κύπριους επαγγελματίες φωτογράφους ο Καμπά ξεχωρίζει τον Αχμέτ Σεβκί και τη σύζυγό του Ιζμέτ στην Κερύνεια και αργότερα στη Λευκωσία, καθώς και τον Θεόδουλο Νικολάου Τουφεξή, ο οποίος διατηρούσε φωτογραφικό στούντιο στην οδό Λήδρας, στη Λευκωσία.
Μια απρόσμενη ανακάλυψη
Η σημαντικότερη ανακάλυψή του προέκυψε σχεδόν τυχαία. Για δεκαετίες, οι ιστορικοί επαναλάμβαναν ότι ο φωτογράφος Μ. Μ. Παπαζιάν είχε φτάσει στην Κύπρο μαζί με τους Βρετανούς το 1878. Κάποια στιγμή, όμως, ο Κάμπα εντόπισε μία και μοναδική φωτογραφία. Στην πίσω πλευρά της υπήρχε μια χειρόγραφη επιγραφή: 11 Μαΐου 1883. Η φωτογραφία αποδείκνυε ότι ο Παπαζιάν και ο Φόσκολο εγκαταστάθηκαν στην Κύπρο πέντε χρόνια αργότερα από ό,τι πιστεύετο μέχρι τότε. Η φωτογραφία είχε εμφανιστεί σε κατάλογο δημοπρασίας.«Δεν μπορούσα να την αγοράσω», λέει γελώντας. Αντί γι' αυτό τηλεφώνησε αμέσως στη Ρίτα Σεβέρη. «Της είπα: 'Αυτή η φωτογραφία είναι πολύ σημαντική'». Και εκείνη την απέκτησε. Για τον Καμπά, τέτοιες ανακαλύψεις δικαιολογούν τα χρόνια που αφιέρωσε εξετάζοντας ξεχασμένα άλμπουμ και ξεθωριασμένες χειρόγραφες σημειώσεις που οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θα πρόσεχαν ποτέ. Πιστεύει ότι η ιστορία επιβιώνει συχνά μέσα στις πιο μικρές λεπτομέρειες.
Οι φωτογραφίες που χάθηκαν
Δεν είχαν όλες οι ανακαλύψεις ευτυχές τέλος. Ολόκληρα οικογενειακά αρχεία χάθηκαν επειδή κανείς δεν είχε αντιληφθεί την αξία τους. Γυάλινες φωτογραφικές πλάκες έσπασαν κατά τη μεταφορά τους. Φωτογραφικά στούντιο έκλεισαν χωρίς να αφήσουν κανένα ίχνος. Το έργο μιας ολόκληρης ζωής ενός φωτογράφου χάθηκε όταν, μετά τον θάνατό του, σύζυγοι ή συγγενείς πέταξαν ό,τι είχε απομείνει. «Είναι μια τεράστια απώλεια», τονίζει ο Καντίρ. Κι όμως, αρκετά τεκμήρια διασώθηκαν ώστε να μπορέσει να αρχίσει η ανασύνθεση αυτής της ιστορίας.
Ο μόχθος πίσω από τον φακό
Όταν τον ρωτούν ποια ιστορική φωτογραφία θα έδειχνε σε κάποιον που επισκέπτεται την Κύπρο για πρώτη φορά, δυσκολεύεται να απαντήσει. «Σίγουρα δεν μπορώ να διαλέξω μόνο μία». Αντίθετα, μιλά για τον μόχθο των φωτογράφων που διέσχιζαν την Κύπρο πάνω σε γαϊδούρια, μεταφέροντας φωτογραφικές μηχανές, χημικά και εύθραυστες γυάλινες πλάκες που ζύγιζαν εκατοντάδες κιλά. Μια άλλη κατηγορία φωτογράφων της Κύπρου, οι πλανόδιοι φωτογράφοι όπως οι Photo Faik, ο Σίμων Χριστοδούλου και ο Κώστας Εικοσιένα. «Το σκέφτομαι συχνά αυτό», λέει. «Πόση αγάπη πρέπει να είχαν για την τέχνη της φωτογραφίας».
Ο ίδιος επιμένει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν χαμένα κεφάλαια, ξεχασμένοι φωτογράφοι και ανεξερεύνητες συλλογές που περιμένουν σε σοφίτες, οικογενειακά άλμπουμ και σκονισμένα αρχεία. «Η επόμενη έρευνά μου», λέει με εμφανή ενθουσιασμό, «θα αφορά ακριβώς αυτά που λείπουν» .Εξάλλου, η ιστορία, όπως και η ίδια η φωτογραφία, δεν αποτελεί ποτέ μια ολοκληρωμένη εικόνα, περιμένει κάποιον πρόθυμο να κοιτάξει λίγο πιο προσεκτικά.
*Η έκδοση History of Cypriot Photography 1839-1939 είναι διαθέσιμη στο Βιβλιοπωλείο Μούφλον στη Λευκωσία.

