Σημαντικά στοιχεία για τη ζωή, την εκκλησιαστική δράση και την ιστορική παρακαταθήκη του μητροπολίτη Πάφου Ιάκωβου Αντζουλάτου φέρνει στο φως νέα έρευνα του λέκτορα Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Νεάπολις, στην Πάφο, Κυριάκου Ιακωβίδη. Η μελέτη αναδεικνύει τον ρόλο του Αντζουλάτου, όχι μόνο ως θρησκευτικού ηγέτη, αλλά και ως προσωπικότητας που επηρέασε τις πολιτικές, εθνικές και κοινωνικές εξελίξεις της Κύπρου κατά τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα.
Η άφιξη στην Πάφο
Ο Ιάκωβος Αντζουλάτος, με καταγωγή από την Πάτμο, έφθασε στην Κύπρο τον Μάρτιο του 1910, σε ηλικία μόλις 38 ετών. Αρχικά αποβιβάστηκε στη Λεμεσό προερχόμενος από την Αλεξάνδρεια και στη συνέχεια μετέβη στη Λευκωσία, όπου ολοκληρώθηκαν οι διαδικασίες της χειροτονίας του ως μητροπολίτη Πάφου. Η άφιξή του στην Πάφο πραγματοποιήθηκε στις 8 Απριλίου 1910 και εξελίχθηκε σε κορυφαίο γεγονός για την πόλη. Η υποδοχή που του επεφύλαξαν οι Παφίτες υπήρξε ιδιαίτερα θερμή, καθώς ολόκληρη η τοπική κοινωνία είχε συγκεντρωθεί για να καλωσορίσει τον νέο ποιμενάρχη. Στο γυμναστήριο της πόλης πραγματοποιήθηκε επίσημη δεξίωση, στην οποία συμμετείχαν ο δήμαρχος, το δημοτικό συμβούλιο, οι τοπικές αρχές, το αστυνομικό σώμα, εκπαιδευτικοί, μαθητές, ο κλήρος και πλήθος πολιτών, οι οποίοι περίμεναν επί τρεις ώρες την άφιξή του.
Η πιο συγκινητική στιγμή της ημέρας καταγράφηκε στον μητροπολιτικό ναό του Αγίου Θεοδώρου, όταν μνημονεύθηκε για πρώτη φορά το όνομα του νέου μητροπολίτη. Ήταν μια ιστορική στιγμή, καθώς είχαν περάσει έντεκα ολόκληρα χρόνια από τον θάνατο του μητροπολίτη Επιφανίου, διάστημα κατά το οποίο η Μητρόπολη Πάφου παρέμενε ακέφαλη λόγω του παρατεταμένου αρχιεπισκοπικού ζητήματος που ταλαιπώρησε την Εκκλησία της Κύπρου από το 1900 έως το 1910.
Ο εθνικός διχασμός
Η έρευνα του Κυριάκου Ιακωβίδη εξετάζει και τη στάση του Αντζουλάτου κατά τη διάρκεια του εθνικού διχασμού, μιας περιόδου που προκάλεσε βαθύ πολιτικό και κοινωνικό ρήγμα στον ελληνισμό και επηρέασε έντονα και την Κύπρο. Παρότι ο μητροπολίτης Πάφου τοποθετήθηκε υπέρ του Ελευθέριου Βενιζέλου, απέφυγε τις ακραίες συγκρούσεις και διατήρησε μια μετριοπαθή στάση. Η συμπεριφορά του διαφοροποιήθηκε αισθητά από εκείνην του μητροπολίτη Κιτίου Μελέτιου Μεταξάκη, ο οποίος υπήρξε ο πλέον ένθερμος εκφραστής του βενιζελισμού στην Κύπρο και πρωτοστάτησε στην αντιπαράθεση με τους υποστηρικτές του βασιλιά Κωνσταντίνου. Ο κ. Ιακωβίδης επισημαίνει ότι ο Αντζουλάτος, παρά τις πολιτικές του πεποιθήσεις, συνέχισε να μνημονεύει τον βασιλιά Κωνσταντίνο στις Θείες Λειτουργίες, ακόμα και όταν ο Μελέτιος Μεταξάκης είχε διακόψει τη σχετική μνημόνευση από τα τέλη του 1916.
Χαρακτηριστικό επεισόδιο αυτής της διαφορετικής προσέγγισης σημειώθηκε τον Ιούνιο του 1917 στη Λάρνακα. Σε κοινή λειτουργία στον μητροπολιτικό ναό του Σωτήρος, ο Μελέτιος Μεταξάκης περίμενε εκτός του ναού μέχρι να ολοκληρωθεί από τον Αντζουλάτο η μνημόνευση του βασιλιά Κωνσταντίνου και μόνο τότε εισήλθε στο ιερό, αποφεύγοντας να συμμετάσχει σε εκείνο το σημείο της Ακολουθίας.
Το μυστήριο ταξίδι
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα νέα στοιχεία που αποκαλύπτει η έρευνα για το ταξίδι του Αντζουλάτου στη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη τον Ιούνιο του 1922, λίγους μόλις μήνες πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ο μητροπολίτης Πάφου παρέμεινε στην περιοχή περισσότερο από έναν μήνα και στη συνέχεια επισκέφθηκε την ιδιαίτερη πατρίδα του, την Πάτμο. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Σμύρνη φιλοξενήθηκε στην κατοικία του Κύπριου Θεόδωρου Νεστορίδη, ο οποίος καταγόταν από το Όμοδος. Σύμφωνα με τον Κυριάκο Ιακωβίδη, ο πραγματικός σκοπός του ταξιδιού δεν ήταν ποτέ ξεκάθαρος, καθώς ο ίδιος ο Αντζουλάτος φρόντισε να καλλιεργήσει την εικόνα ότι επρόκειτο για ταξίδι αναψυχής. Η εκδοχή αυτή φαίνεται πως εξυπηρετούσε και την αποφυγή υποψιών από τις βρετανικές αποικιακές αρχές σχετικά με πιθανή εμπλοκή του στις πολιτικές εξελίξεις της Μικράς Ασίας.
Η έρευνα, ωστόσο, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η αποστολή είχε σαφώς εκκλησιαστικό και εθνικό χαρακτήρα. Ο Αντζουλάτος ενεργούσε ως πληρεξούσιος της Εκκλησίας της Κύπρου μεταφέροντας επιστολές προς τον μητροπολίτη Σμύρνης και τον στρατηγό Αναστάσιο Παπούλα. Μέσα από αυτές εκφραζόταν η στήριξη της κυπριακής εκκλησίας προς τη Μικρασιατική Άμυνα, το κίνημα που προωθούσε την αυτονόμηση της Σμύρνης και της ευρύτερης περιοχής υπό την επικυριαρχία του σουλτάνου, ενώ παράλληλα γινόταν γνωστό ότι στην Κύπρο οργανώνονταν έρανοι για την οικονομική ενίσχυση της προσπάθειας.
Η σχέση με τον Μελέτιο Μεταξάκη
Η μελέτη αναδεικνύει επίσης τη στενή προσωπική σχέση του Αντζουλάτου με τον Πατριάρχη Μελέτιο Μεταξάκη. Ο τελευταίος, από την ανάληψη του οικουμενικού θρόνου το 1921, αντιμετώπιζε έντονες πολιτικές πιέσεις. Η ελληνική κυβέρνηση τον θεωρούσε ανεπιθύμητο λόγω του έντονου βενιζελισμού του, ενώ τόσο η κυβέρνηση της Άγκυρας όσο και η οθωμανική κυβέρνηση στην Κωνσταντινούπολη τον αντιμετώπιζαν αρνητικά εξαιτίας της εμπλοκής του στο μικρασιατικό ζήτημα. Αντίστοιχα αρνητική ήταν και η στάση του ύπατου αρμοστή της Σμύρνης Αριστείδη Στεργιάδη.
Μέσα σε αυτό το δύσκολο περιβάλλον, ο Αντζουλάτος μετέφερε προσωπικό μήνυμα συμπαράστασης εκ μέρους της Εκκλησίας της Κύπρου προς τον Μεταξάκη.
Η στήριξη αυτή, σύμφωνα με τον Ιακωβίδη, δεν ήταν τυχαία. Οι δύο ιεράρχες είχαν αναπτύξει στενή φιλία κατά την κοινή τους παρουσία στην Κύπρο την περίοδο 1910-1918. Μάλιστα, όταν ο Μεταξάκης εγκατέλειψε το νησί το 1918, ο Αντζουλάτος ταξίδεψε από την Πάφο στη Λεμεσό μόνο και μόνο για να τον αποχαιρετήσει στο λιμάνι, σε μια ιδιαίτερα συγκινητική στιγμή.
Προσφορά στον αθλητισμό
Πέρα από το εκκλησιαστικό και εθνικό του έργο, η έρευνα αναδεικνύει και τη σημαντική κοινωνική προσφορά του Αντζουλάτου. Τον Φεβρουάριο του 1929 αποφάσισε να διαθέσει 500 λίρες από την προσωπική του περιουσία για την ανέγερση νέου γυμναστηρίου στην Πάφο. Η δωρεά θεωρήθηκε ιδιαίτερα γενναιόδωρη, δεδομένου ότι κατά τον θάνατό του η συνολική περιουσία του ανερχόταν περίπου στις 4.500 λίρες.
Με την πρωτοβουλία αυτή ακολούθησε το παράδειγμα του προκατόχου του, μητροπολίτη Επιφανίου, ο οποίος είχε δωρίσει γη για την ανέγερση του γυμναστηρίου του Γυμναστικού Συλλόγου Κόροιβου στα τέλη του 19ου αιώνα.
Ο Αντζουλάτος δεν πρόλαβε να δει την ολοκλήρωση του έργου, καθώς απεβίωσε στις 25 Δεκεμβρίου 1929. Ως ένδειξη αναγνώρισης της προσφοράς του, το νέο γυμναστήριο έλαβε το όνομά του και έμεινε γνωστό ως Ιακώβειο Γυμναστήριο. Οι πρώτοι αγώνες πραγματοποιήθηκαν το 1932.
Το Ιακώβειο δεν αποτέλεσε μόνο χώρο αθλητικών δραστηριοτήτων, αλλά εξελίχθηκε σε σημείο αναφοράς για την κοινωνική και εθνική ζωή της Πάφου. Εκεί πραγματοποιήθηκαν εθνικές εκδηλώσεις, ενώ συνδέθηκε και με τα αντιβρετανικά επεισόδια του 1953, όταν, κατά τους εορτασμούς της στέψης της βασίλισσας Ελισάβετ Β', ο μαθητής Ευαγόρας Παλληκαρίδης κατέβασε τη βρετανική σημαία από τα προπύλαια του Ιακώβειου, γράφοντας μία από τις πιο εμβληματικές σελίδες της νεότερης ιστορίας της πόλης.
Μέσω της έρευνας του Κυριάκου Ιακωβίδη ανασυντίθεται, από αρχειακές πηγές και ιστορικά τεκμήρια, το πορτρέτο ενός ιεράρχη που δεν περιορίστηκε στα εκκλησιαστικά του καθήκοντα. Ο Ιάκωβος Αντζουλάτος παρουσιάζεται ως μια προσωπικότητα που άφησε έντονο αποτύπωμα στην ιστορία της Πάφου, συμμετέχοντας ενεργά στις μεγάλες εθνικές εξελίξεις της εποχής, στηρίζοντας κρίσιμες πρωτοβουλίες του ελληνισμού και συμβάλλοντας παράλληλα στην ανάπτυξη της παιδείας, του αθλητισμού και της δημόσιας ζωής της πόλης. Η μελέτη προσφέρει νέα στοιχεία για μια εμβληματική μορφή της Εκκλησίας της Κύπρου, αναδεικνύοντας πτυχές της δράσης της που μέχρι σήμερα παρέμεναν ελάχιστα γνωστές.
