Με τα ανησυχητικά αποτελέσματα του bullying στα σχολεία, καθώς και με την αδιάφορη στάση της κοινωνίας μπροστά σ’ ένα πρόβλημα που αυξάνεται διαρκώς και επικίνδυνα, καταπιάνεται η συνταρακτική ταινία «Μετά από τρεις εβδομάδες» του Σέρβου σκηνοθέτη Μίροσλαβ Τέρζιτς, ταινία που σίγουρα θα είναι στα φαβορί για τα βραβεία.
Πλάι σε μια τεράστια φωτιά που έχει ξεσπάσει σε ένα κτήριο (αναφορά που μόνο στο φινάλε θα καταλάβουμε), παρακολουθούμε από μακριά, σε ένα μεγάλης διάρκειας τράβελινγκ, δύο παιδιά, ένα μαθητή και μια μαθήτρια (τον Τσότσα και την Μιλίτσα), φορτωμένα με τις τσάντες στους ώμους τους να απομακρύνονται. Μέσα από παρόμοια, ωραία στημένα τράβελινγκ, με ενδιάμεσα ακινητοποιημένα, άλλοτε μακρινά κι άλλοτε κοντινά πλάνα τους, συνεχίζεται η ιστορία της ταινίας, μέσα από μια πλοκή που από την αρχή καταλαβαίνουμε πως δεν πρόκειται να είναι εντελώς φυσιολογική. Τα δύο παιδιά θα προστεθούν σε μια ομάδα μαθητών λυκείου, που ξεκινούν, μαζί με τους καθηγητές τους, για μια σχολική εκδρομή κάπου στα βουνά της Βουλγαρίας.
Ήδη από τις πρώτες σκηνές της αναχώρησης στο λεωφορείο, δημιουργείται η ένταση που συνέχεια, σταδιακά και μελετημένα, θα αυξάνεται: μαθητές και μαθήτριες, φωνάζουν, ουρλιάζουν, τραγουδούν, χορεύουν, μια από αυτές καπνίζει ηλεκτρονικό τσιγάρο, χωρίς κανένας τους να προσέχει τις υποδείξεις ή τις εκπαιδευτικές πληροφορίες της καθηγήτριας τους (ανάμεσά τους και την ιστορία των Βαλκανίων και του περίφημου γεφυριού του Δρίνου, που χάρισε το Νόμπελ στον συγγραφέα του αφηγητή της ιστορίας του, Ίβο Άντριτς). Η ατμόσφαιρα θα ενταθεί όταν ορισμένοι αρχίζουν να πειράζουν, κατηγορώντας τον για ψυχοπαθή, τον Τσότσα, τον σιωπηλό, εσωστρεφή μαθητή που προστατεύει η φίλη του, Μιλίτσα. Η ατμόσφαιρα γίνεται ακόμη πιο παράξενη όταν, μια από τις μαθήτριες, που μοιάζει να είναι αρχηγός τους, καταφέρνει σε μια στάση του λεωφορείου να κρύψει σ’ αυτό, με έξυπνο κόλπο, και τον νταή φίλο της, έναν αποκλεισμένο από την εκδρομή μαθητή.
Όταν το λεωφορείο τους παθαίνει βλάβη, θα βρεθούν εγκλωβισμένοι σε ένα παλιό ξενοδοχείο κοντά στα βουνά - ένα άδειο ξενοδοχείο που ο Τέρζιτς μας παρουσιάζει μέσα από μισοσκότεινα πλάνα των διαδρόμων και των δωματίων, μαζί και μια τεράστια τραπεζαρία με μια σειρά άδεια τραπέζια, φέρνοντας στο νου το ξενοδοχείο στη «Λάμψη» του Κιούμπρικ.
Η ατμόσφαιρα φορτίζεται ακόμη περισσότερο όταν ο ήσυχος Τσότσα αποφασίζει να μιλήσει για την πρόσφατη αυτοκτονία του καλύτερού του φίλου, Άντριτζ. Γιατί επέλεξε ο Άντριτζ να βάλει τέλος στη ζωή του; Και μήπως θα ήταν προτιμότερο αν ο Τσότσα δεν είχε θίξει το θέμα; Ερωτήματα που αυξάνουν την ένταση, οδηγώντας το βράδυ τον Τσότσα να προσπαθήσει να εγκαταλείψει το ξενοδοχείο κυνηγημένος από μια ομάδα αποφασισμένων μαθητών να τον εκδικηθούν για τις αποκαλύψεις του - αντίθετα με τους δύο καθηγητές που επιλέγουν να περιοριστούν σε δικά τους ασήμαντα θέματα (με τον καθηγητή να ακολουθεί μια περίεργη γυμναστική άσκηση πριν ξαπλώσει να κοιμηθεί) το κυνηγητό θα συνεχιστεί στο παραπλήσιο σκοτεινό δάσος και μια τεράστια δαιδαλώδη σπηλιά, όπου για λίγο ο Τσότσα καταφέρνει να γλιτώσει. Το bullying όμως δεν θα σταματήσει εκεί. Οι συμμαθητές του θα βρουν τρόπο να τον πιάσουν για να προχωρήσουν σε μια φρικτή τελετουργία εκφοβισμού, ένα από τα πιο απαίσια bullying, με τον Τσότσα να μετατρέπεται τελικά σε ένα φοβερό, εκδικητικό «Εξολοθρευτή άγγελο»…
Στην τρίτη του αυτή ταινία, ο Μίροσλαβ Τέρζιτς στρέφεται και πάλι, όπως και στα «Ράμματα» (2019) στη δημιουργία του σασπένς, μιας αγωνίας, με ένα τρόπο άρτιο και ισορροπημένα, δομημένη για να καταγράψει, από τη μια, τον ευάλωτο αλλά και σκληρό κόσμο των σύγχρονων εφήβων («τα παιδιά είναι αηδιαστικά», τα χαρακτηρίζει ο καθηγητής του, προσθέτοντας πως στο μέλλον τα πράγματα θα είναι ακόμη χειρότερα), και, από την άλλη, να μας αποκαλύψει μια κοινωνία που εθελοτυφλεί μπροστά στους μηχανισμούς του εκφοβισμού, στρέφοντας το βλέμμα αλλού, που είναι το τελευταίο πράγμα που θα έπρεπε να κάνει.
Τα τραύματα του παρελθόντος και ο κομφορμισμός σε μια αποξενωμένη, δυσλειτουργική κοινωνία είναι στο επίκεντρο της δραματικής ταινίας «Η επισκέπτρια» του Δανέζου σκηνοθέτη Μαντς Μένγκελ. Σ’ αυτήν, το νιόπαντρο ζευγάρι, Καρλ και Έμιλι, καταφθάνουν για ένα Σαββατοκύριακο, στο παραθαλάσσιο ξενοδοχείο όπου έχουν καλέσει συγγενείς και φίλους για να αναγγείλουν το όνομα και να βαφτίσουν το πρώτο τους παιδί. Μια μέρα όμως πριν τους εορτασμούς φτάνει ξαφνικά και η Ίμπεκε, η αποξενωμένη μητέρα του Καρλ, με την οποία έχει χρόνια να μιλήσει, εξαιτίας της ψυχολογικής της κατάστασης και της συχνής της άρνησης να παίρνει τα φάρμακά της. Την απρόσμενη πρόσκληση όπως θα μάθει ο Καρλ την έκανε η αδερφή του, Ρίκε, με την οποία ο Καρλ συγκρούεται προσπαθώντας να την πείσει να τη διώξει.
Η παρουσία της Ίμπεκε θ’ ανοίξει παλιές πληγές και θα προκαλέσει ρήγμα στις λεπτές σχέσεις της οικογένειας. Τα πράγματα όμως δεν είναι και τόσο απλά όσο αρχικά φαίνονται. Παρά τις ενδιάμεσες αλλαγές στη στάση των δύο αδερφών, με τους δύο άλλοτε να παρασύρονται από το χαρακτήρα (τη φρεσκάδα και τη ζεστασιά) της μητέρας τους, κι άλλοτε να θέλουν να τη ξεφορτωθούν, και τις προσπάθειες της Ίμπεκε να δείξει την αγάπη της για το νεογέννητο και την ειλικρινή μεταμέλεια για την παράβλεψη για ένα διάστημα της φροντίδας των δύο παιδιών της, ο Καρλ και η Ρίκε τελικά επιλέγουν την προσωπική ηρεμία και ασφάλεια τους παρά την ειλικρινή, αληθινή μητρική, με τα διάφορα ψυχολογικά προβλήματα (που τελικά μπορούν εύκολα να αντιμετωπιστούν), αγάπη της Ίμπεκε. Με την Ίμπεκε (στον ρόλο λάμπει κυριολεκτικά η εξαιρετική Τρίνε Ντίρχολμ, βραβείο ερμηνείας στο Βερολίνο για «Το κοινόβιο») εκτός από καταλύτης που πυροδοτεί τις συγκρούσεις ανάμεσα στα δυο αδέρφια, δείχνει να έχει τόλμη και διαύγεια, μαζί και την αίσθηση της αδικίας σε αντίθεση με τα παιδιά της, τα οποία μεγάλωσε με πόνο και δυσκολίες (η παρουσία της κερδίζει άμεσα τη συμπάθεια όλων των άλλων καλεσμένων), αυτά τελικά, για διάφορους λόγους, ιδιαίτερα όμως για την καλύτερη, πιο ήρεμη προσωπική τους ζωή, θα επιλέξουν την απομάκρυνση της.
(ΚΥΠΕ/ΝΦΜ/ΓΒΑ)
