Τον περασμένο Ιανουάριο εγκαινιάστηκε το νέο Ινστιτούτο Κινηματογράφου της Γροιλανδίας, ενώ τον Σεπτέμβριο το Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Νουούκ γιορτάζει τη δέκατη επέτειό του. Η αυτόνομη αρκτική χώρα, η οποία αποτελεί μέρος του Βασιλείου της Δανίας, ενισχύει μεθοδικά την κινηματογραφική της παρουσία και έχει έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο: βλέπει το σινεμά ως ένα ισχυρό μέσο για να ανακτήσει τον έλεγχο της εικόνας και της αφήγησης που διαμορφώνεται για τη Γροιλανδία διεθνώς.
«Το αντιλαμβανόμαστε ως ανάκτηση της αφηγηματικής μας κυριαρχίας», λέει στο Monocle ο Inunnguaq Petrussen, διευθύνων σύμβουλος του Ινστιτούτου Κινηματογράφου της Γροιλανδίας. «Για περίπου εκατό χρόνια, άλλες χώρες, και ιδιαίτερα η Δανία, γυρίζουν ταινίες για τη Γροιλανδία, τον πολιτισμό, τη φύση και το περιβάλλον μας. Είναι πολύ σημαντικό για εμάς να αφηγηθούμε τις δικές μας ιστορίες».
Η «αφηγηματική κυριαρχία» της Γροιλανδίας
Το τελευταίο διάστημα, ωστόσο, η διεθνής συζήτηση γύρω από τη Γροιλανδία έχει κυριαρχηθεί από μια ιστορία που δεν επέλεξαν οι ίδιοι οι κάτοικοί της: τα σχέδια του Ντόναλντ Τραμπ για την απόκτησή της.
«Ποτέ δεν είχαμε τόση προσοχή στραμμένη πάνω μας όσο το τελευταίο διάστημα», σημειώνει ο Petrussen. Η χρονική συγκυρία, όπως διευκρινίζει, είναι συμπτωματική, καθώς η δημιουργία του Ινστιτούτου σχεδιαζόταν εδώ και χρόνια. Το αυξημένο διεθνές ενδιαφέρον, όμως, έχει ήδη δημιουργήσει νέες ευκαιρίες για τον κινηματογράφο της χώρας.
Πολλά κινηματογραφικά φεστιβάλ έχουν επικοινωνήσει με το Ινστιτούτο αναζητώντας ταινίες από τη Γροιλανδία και προσκαλώντας τον Petrussen να μιλήσει για την αναδυόμενη κινηματογραφική σκηνή της. Το ενδιαφέρον αυτό οδήγησε νωρίτερα φέτος και στις Κάννες, όπου σημαντική παρουσία είχε ο δημιουργός ταινιών μικρού μήκους Inuk Jørgensen, ο πιο πολυβραβευμένος κινηματογραφιστής της χώρας.
Ένα Ινστιτούτο με τρεις στόχους
Το κινηματογραφικό φεστιβάλ του Νουούκ γεννήθηκε αρχικά μέσα από την πρωτοβουλία ντόπιων κινηματογραφιστών. Η ίδρυση του νέου Ινστιτούτου θεωρείται σήμερα η φυσική συνέχεια αυτής της προσπάθειας.
Οι βασικοί του στόχοι είναι τρεις: η δημιουργία διεθνών δικτύων με αντίστοιχους οργανισμούς για την ανάπτυξη της εγχώριας κινηματογραφικής βιομηχανίας, η χρηματοδότηση τοπικών παραγωγών και η ανάδειξη της Γροιλανδίας ως προορισμού για ξένες εταιρείες παραγωγής.
Για τον τελευταίο στόχο προβλέπεται επιστροφή του 25% των χρημάτων που δαπανούν στη χώρα οι ξένες παραγωγές. Ο αρχικός προϋπολογισμός του οργανισμού ανέρχεται σε 5,8 εκατ. κορώνες Δανίας, περίπου 775.000 ευρώ. Ένα σημαντικό μέρος θα καλύψει διοικητικές δαπάνες, ενώ το υπόλοιπο θα κατευθυνθεί στη χρηματοδότηση ταινιών. Παράλληλα, η κυβέρνηση της Δανίας έχει διαθέσει εφάπαξ χρηματοδότηση 10 εκατ. κορωνών, περίπου 1,3 εκατ. ευρώ, για παραγωγές που αφηγούνται ιστορίες γύρω από τη Γροιλανδία.
Από τους Σάμι μέχρι τον Καναδά
Για τη δημιουργία του νέου μοντέλου, η Γροιλανδία στρέφεται και προς άλλες κινηματογραφικές κοινότητες, αναζητώντας εμπειρία και τεχνογνωσία.
Ο Petrussen αναφέρει ότι βρίσκεται σε στενή επαφή με κινηματογραφικούς φορείς του Καναδά, το International Sámi Film Institute, το οποίο χαρακτηρίζει σημαντική πηγή έμπνευσης, καθώς και το Δανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου. Στους συμμάχους αυτής της προσπάθειας συγκαταλέγεται και η Indigenous Cinema Alliance.
Η ένταξη του κινηματογράφου της Γροιλανδίας στην ευρύτερη κατηγορία του αυτόχθονου κινηματογράφου δεν αντιμετωπίζεται ως περιορισμός. Αντιθέτως, θεωρείται μια ευκαιρία διεθνούς εξωστρέφειας. Όπως εξηγεί ο Petrussen, η συγκεκριμένη ταυτότητα ανοίγει την πόρτα προς τα φεστιβάλ και, μέσα από αυτά, προς την κινηματογραφική βιομηχανία και το ευρύτερο κοινό.
Μια μικρή κινηματογραφική σκηνή με μεγάλες φιλοδοξίες
Ο ίδιος ο Petrussen κινείται εδώ και χρόνια ανάμεσα στην πολιτική και τις τέχνες. Έχει εργαστεί ως πολιτικός σύμβουλος για διάφορα κόμματα της Γροιλανδίας, ενώ παράλληλα είναι τραγουδιστής και τραγουδοποιός του indie συγκροτήματος Inuk.
Σύμφωνα με τον ίδιο, δύο είδη έχουν ιδιαίτερη δυναμική στον κινηματογράφο της χώρας: τα ντοκιμαντέρ, συχνά με θέμα την κλιματική αλλαγή, και οι χαμηλού προϋπολογισμού ταινίες τρόμου, με χαρακτηριστικό εκπρόσωπο τον σκηνοθέτη Malik Kleist.
Το 2023 ήρθε και μια σημαντική διεθνής διάκριση, όταν η Γροιλανδία απέκτησε την πρώτη της υποψηφιότητα για Όσκαρ στην κατηγορία Ταινίας Μικρού Μήκους Μυθοπλασίας με το Ivalu των Anders Walter και Pipaluk Kreutzmann Jørgensen.
Η τοπική κοινωνία, όπως σημειώνει ο Petrussen, στηρίζει ένθερμα τις εγχώριες παραγωγές. «Κάθε φορά που κυκλοφορεί μια ταινία από τη Γροιλανδία, περισσότεροι άνθρωποι θα πάνε να τη δουν απ' όσους θα πάνε να δουν το Spider-Man», λέει.
Κι όμως, οι αριθμοί παραμένουν μικροί. Η χώρα διαθέτει μόλις λίγες κινηματογραφικές αίθουσες, ενώ περίπου 30 με 40 άνθρωποι εργάζονται με πλήρη απασχόληση στον κλάδο. Συνήθως παράγεται μόλις μία ταινία μεγάλου μήκους τον χρόνο και οι διαθέσιμοι προϋπολογισμοί είναι περιορισμένοι.
Οι φιλοδοξίες, όμως, κοιτάζουν πολύ πιο μακριά από τα σύνορα της Γροιλανδίας. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς η παραγωγή τοπικών ιστοριών για ένα τοπικό κοινό, αλλά η δημιουργία διεθνών συμπαραγωγών και η προσέλκυση μεγάλων κινηματογραφικών και τηλεοπτικών εταιρειών.
«Θέλουμε να κάνουμε συμπαραγωγές με διεθνείς κινηματογραφιστές», λέει ο Petrussen, αναφέροντας τον Καναδά ως παράδειγμα χώρας που κατάφερε να προσελκύσει σημαντικές παραγωγές. Ο πήχης που θέτει είναι σαφής: συνεργασίες με εταιρείες και πλατφόρμες του μεγέθους των HBO, Netflix και Disney.
Για μια κινηματογραφική βιομηχανία μικρή σε αριθμούς αλλά αποφασισμένη να αποκτήσει τη δική της φωνή, το διακύβευμα είναι τελικά μεγαλύτερο από την παραγωγή περισσότερων ταινιών. Είναι το δικαίωμα της Γροιλανδίας να αποφασίζει ποιος αφηγείται τις ιστορίες της και με ποιον τρόπο αυτές ταξιδεύουν στον υπόλοιπο κόσμο.
Με πληροφορίες από Monocle
