Η πολιτική και οι ταξικές συγκρούσεις παίζουν καθοριστικό λόγο στις σχέσεις ανάμεσα σε ένα ζευγάρι εργαζομένων που ασχολούνται με μια απεργία και ένα πλούσιο ζευγάρι (με τη σύζυγο να σχολείται με τον κινηματογράφο) στην εξαιρετική ταινία «Ένας πιθανός έρωτας» του Νοτιοκορεάτη Λι Τσανγκ-Ντονγκ («Το παιχνίδι με τη φωτιά», «Κρυφή ηλιαχτίδα»). Από τη μια, η Μι-οκ και ο Χο-σέοκ, ένα δυστυχισμένο ζευγάρι με μικρό παιδί, με τον άνεργο Χο-σέοκ, οργισμένο και καταθλιπτικό εξαιτίας της μεγάλης απεργίας των εργατών του εργοστασίου, και από την άλλη, o επιτυχημένος επιχειρηματίας Σανγκ-γου και η Γε-Τζι, η ανεξάρτητη (χρηματοδοτημένη από τον άντρα της) σκηνοθέτρια ντοκιμαντέρ, ένα κομψό και πλούσιο ζευγάρι, με τη σύζυγο να γυρίζει ένα ντοκιμαντέρ για την απεργία και τον τρόπο με τον οποίο αδικήθηκαν οι απολυμένοι εργάτες.
Τα ζευγάρια θα συναντηθούν στην κηδεία ενός πρώην συναδέλφου του Χο-σέοκ, κηδεία που καταγράφει με την κάμερά της η Γε-Τζι και η οποία, ακολουθώντας τον ερμηνευτικό τρόπο του Στανισλάβσκι (και του Ακτορ’ς Στούντιο), προσπαθεί να γίνει φίλη με την Μι-οκ και αργότερα με τον Χο-σέοκ, πείθοντάς τους πως γι’ αυτούς το να μιλήσουν για τα θέματα αυτά είναι κάτι το θεραπευτικό. Στην πραγματικότητα όμως, όπως σταδιακά αποκαλύπτεται, το κάνει απλώς για να τους εκμεταλλευτεί για την επιτυχία της ταινίας της και αρχίζει να κάνει παρέα μαζί τους, ενώ αργότερα τους καλούν στο εξοχικό τους, κοντά στη θάλασσα, για να περάσουν μερικές μέρες μαζί τους, και να μπορέσει να πείσει τον καταθλιπτικό και δύστροπο Χο-σέοκ, να δεχτεί να τον κινηματογραφήσει, κάτι που αρχικά της αρνιόταν. Συνεντεύξεις με τους «νεκρούς» (διάβαζε τους απολυμένους και τώρα άνεργους) σε αντίθεση με τους «ζωντανούς» (όσους παρέμειναν και εργάζονται) αν και, ίσως με τη υπό προετοιμασία μετατροπή του εργοστασίου σε διεθνή – διάβαζε αμερικανική – εταιρεία αυτό να οδηγήσει σε παραπέρα απολύσεις.
Ο Λι Τσανγκ-Ντογκ αφηγείται με άνεση, λεπτομέρεια και ψυχρή αντιμετώπιση, κάπου-κάπου με σατιρική διάθεση και χιούμορ (κάποτε, τότε που εργαζόμασταν, μας έλεγαν «αριστοκράτες εργάτες», μετά την απεργία και τους αγώνες μας, μας λένε «κομμουνιστές», σχολιάζει χαρακτηριστικά ο Χο-σέοκ) συχνά και με φλας μπακ από την προηγούμενη ζωή του εργατικού ζευγαριού του, την ιστορία, για να ξεσκεπάσει σταδιακά την αμείλικτη συμπεριφορά της Γε-Τζι, έτοιμης να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο για να πετύχει το σκοπό της, χρησιμοποιώντας σκηνές που αρχικά δεν έδειχναν να έχουν ιδιαίτερη σημασία, για να μας αποκαλύψει, στο τελευταίο μέρος της ταινίας, την αληθινή σημασία τους και την όλη σχέση με την εξέλιξη του δράματος, όπως στη σκηνή όταν ο Χο-σέοκ αναζητά οδηγό για το αυτοκίνητό τους και ο άντρας που εμφανίζεται αρνείται τελικά να δεχτεί, για να μάθουμε αργότερα πως ήταν ένας από τους συναδέλφους του που τον εγκατέλειψαν στη σύγκρουση τους με την αστυνομία.
Στην πρώτη του αυτή ταινία μετά από 8 χρόνια σιωπής, που έδειξαν ότι άξιζε να περιμένουμε γιατί σίγουρα χρειαζόταν μεγάλη προετοιμασία και δύσκολη δουλειά, ο Λι-Τανγκ-Ντογκ εφτιαξε μια συναρπαστική, προκλητική μελέτη σύγχρονων προβλημάτων και συγκρούσεων, που πιθανόν θα μπορούσαν να δώσουν και μια καλύτερη και πιο ανθρώπινη λύση.
Μια ερωτική, μελοδραματική ιστορία, που συχνά αγγίζει τα όρια της σαπουνόπερας (το ίδιο μήπως, αν και πάντα σ’ ένα ξεχωριστό επίπεδο, δεν κάνει και ο Αλμοδόβαρ), ραντισμένη με το απολαυστικό στιλ, μαζί και το χιούμορ, του Ιταλού σκηνοθέτη της, Νάνι Μορέτι είναι η νέα του ταινία, «Θα συμβεί απόψε». Ιστορία που διαρκεί αρκετές δεκαετίες, γύρω από τον έρωτα ανάμεσα στον Ματέο και την Γκρέτα, οι οποίοι, παρόλο παντρεμένοι, δεν παύουν να σκέφτονται, και κάπου-κάπου να συναντιώνται για μερικές δεκαετίες – με τις συναντήσεις τους να γίνονται τρεις φορές, κάθε 7 χρόνια (συνολικά 21).
Ο παθιασμένος τους έρωτας ξεκινάει όταν ο Ματέο (Λουί Γκαρέλ) συναντά την έτοιμη να παντρευτεί Γκρέτα (Ιπολίτ Ζιραρντό) σ’ ένα γήπεδο του τένις (αξέχαστη η εμφάνιση της στα γαμήλια λευκά να χτυπάει την μπάλα του τένις) με τον «τέλειο» όπως πιστεύουν αυτό έρωτα να τονίζεται μέσα από το βλέμμα τους. Ρομαντικός ίσως, αυτός ο «τρελός έρωτας» (χωρίς όμως τα αποτελέσματα που θα ενθουσίαζαν τους σουρεαλιστές) αλλά η πραγματικότητα δεν είναι όπως θα την περίμεναν. Οι καταστάσεις και οι επιλογές τους, κάθε φορά τους εμποδίζουν (ακόμη κι όταν για ένα μικρό διαστήμα αρχίζουν ένα φλογερό δεσμό) από του να πάρουν τη σωστή απόφαση. Ανάμεσα στη δική τους περιπέτεια αναμιγνύονται: ο αδερφός του Ματέο, είδος εξομολογητή και σχολιαστή στις ερωτικές του περιπέτειες, η έγκυος Νορβηγή σύζυγος του Ματέο, Τέα, η οποία αρνείται να τον ακολουθήσει στη Ρώμη, όπως επιμένει η μητέρα του (πολύ ωραία η σκηνή με την Τέα στην πόρτα του αεροδρομίου που ανοιγοκλείνει και που τελικά τη χωρίζει από τον Ματέο, αφήνοντας τελικά τη φροντίδα του νεογέννητου παιδιού της σ΄αυτόν και τη γυναίκα που αργότερα ο Ματέο παντρεύεται, ο Φρεντερίκο, τον οποίο παντρεύεται η Κάρλα, ο ερωτύλος αν και άρρωστος πατέρας του Ματέο, τον οποίο παίρνει πριν πεθάνει, ως τελετυταία επιθυμία του, στη συναυλία του Σπρίνγκστιν στο Σαν Σεμπάστιαν, η κόρη της Τέα, η ευαίσθητη, πάντα μελαγχολική, Άνα, και η κόρη της Κάρλα, την οποία παρακολουθούμε μέχρι και τα εφηβικά της χρόνια.
Πρόσωπα, έστω και τυποποιημένα ως χαρακτήρες, που ο Μορέτι κινεί με τη γνωστή του χάρη και δεξιοτεχνία, πάντα στο μελοδραματικό πλαίσιο, που συνδυάζει με ωραίες φανταστικές σκηνές (τι θα γινόταν αν Ματέο και Γκρέτα έφευγαν μαζί, από την πρώτη τους συνάντηση στο γήπεδο του τένις), με τη μουσική να δίνει το δικό της όμορφο ρυθμό, και με ωραία μουσικά κομμάτια, τόσο στην αρχή με τη μουσική του τακτικού συνεργάτη του Αλμοδόβαρ, Αλμπέρτο Ιγκλεσίας όσο και με τα χορευτικά, όπως το χορευτικό στους δρόμους της Ρώμης με το τραγούδι των Ρόλινγκ Στόουνς.
(ΚΥΠΕ/ΝΦΜ/ΑΓΚ)
