Η αναζήτηση της ευτυχίας και της ελευθερίας σε ένα καθεστώς βασισμένο στην ιδεολογία, την παρακολούθηση και τη βία είναι τα θέματα της τρισίμισι σχεδόν ωρών ταινίας «Dau» του Ρώσου σκηνοθέτη Ίλια Κρζανόβσκι, που είδαμε στο επίσημο διαγωνιστικό τμήμα της φετινής, 83ης Μόστρας του κινηματογράφου.
Ο σκηνοθέτης συνδυάζει την πολιτική βιογραφία με πειραματικές παρεμβάσεις για να καταγράψει τη ζωή σε ένα ολοκληρωτικό καθεστώς μέσα από την ιστορία του διάσημου, ελληνικής καταγωγής, φυσικού επιστήμονα, Ντάου, στη Σοβιετική Ένωση για τέσσερις δεκαετίες, από το 1928 μέχρι τό 1968.
Ιδιοφυής στο χώρο του, φιλόδοξος, σε συνεχή αναζήτηση των νόμων του σύμπαντος, ο ιδεαλιστής Ντάου αρχίζει να βλέπει την ελευθερία του να περιορίζεται όταν, παρασυρμένος από τον μέντορά του, καθηγητή Κρουπίτσα, δέχεται να εργαστεί σε κρατική υπηρεσία που ασχολείται με τη δημιουργία ενός από τα πιο θανάσιμα όπλα του αιιώνα. Στο μυστικό ινστιτούτο έρευνας, όπου κυριαρχούν η επιστημονική φιλοδοξία, η εξουσία, τα προνόμοια και η παρακολούθηση, ο Ντάου, όταν σταδιακά αρχίζει να χάνει την αυτονομία του, στρέφεται στην αναζήτησή της πέρα από το γάμο του, και, υπέρμαχος του ελεύθερου έρωτα (στον οποίο παρασύρει και τη γυναίκα του) μπλέκει σε μια σειρά σεξουαλικών σχέσεων, χάνοντας τόσο τον εαυτό του όσο και τη ικανότητά του για αληθινή αγάπη.
«Για μένα, το σημείο εκκίνησης ήταν το ενδιαφέρον μου για τον άνθρωπο: η ικανότητά μας να αγαπάμε, να δημιουργούμε, να είμαστε ελεύθεροι, να παίρνουμε ηθικές αποφάσεις και να βρίσκουμε ευτυχία σε έναν κόσμο όπου ένα ολοκληρωτικό σύστημα διαμορφώνει την ίδια την ανθρώπινη φύση», ανάφερε ο Ίλια Κρζανόβσκι, μιλώντας για την ταινία του. «Διάλεξα έναν Έλληνα ως πρωταγωνιστή: ως προχριστιανικός πολιτισμός, οι Έλληνες είχαν μια ηθική διαφορετική από τη δική μας, και η ελληνική τραγωδία ενώνει την μοίρα και την ελευθερία – το πεπρωμένο εκπληρώνεται μέσα από αμέτρητες μικρές ανθρώπινες πράξεις», ανέφερε.
Το αποτέλεσμα: μια συγκλονιστική τοιχογραφία ενός καθεστώτος που συνδυάζει υλικό γυρισμένο ανάμεσα στα 2008-2011 με άλλο γυρισμένο στις μέρες μας, που συνδυάζει σκηνές σε στιλ ντοκιμαντέρ με την αφήγηση και τη μυθοπλασία, επιμένοντας στις λεπτομέρειες για μια όσο το δυνατό πιο αληθινή, και οπτικά συναρπαστική, επεισοδιακή, μη γραμμική, αναπαράσταση της εποχής.
Από τις πιο εντυπωσιακές σκηνές εκείνες στους δρόμους του Λένινγκραντ το 1928, ή αργότερα εκείνες στις αρχές της δεκαετίας του ’30, πριν αρχίσουν τα κυνηγητά, οι δίκες και οι εξορίες, με τους απλούς ανθρώπους να τρέχουν πάνω-κάτω στους χωμάτινους, βρόμικους δρόμους, αρπάζοντας διάφορα κειμήλια, άλλοτε για να τα φυλάξουν κι άλλοτε για να τα καταστρέψουν ή εκείνες με τις καρναβαλικές γιορτές που έδειχναν ένα κόσμο, παρασυρμένο από την επανάσταση και τα διδάγματα του «Κεφαλαίου» του Μαρξ, να διασκεδάζει και να απολαμβάνει την μόλις αποκτημένη ελευθερία του.
Αυτά σε αντίθεση με όσα θα ακολουθήσουν τα επόμενα χρόνια, από τους στρατιωτικούς που αναγκάζουν απλούς πολίτες αλλά και επιστήμονες να μετατραπούν σε πληροφοριοδότες, συχνά μετά από φρικτά, αποτρόπαια βασανιστήρια, καθώς και τις δίκες που ακολουθούν, με τον ίδιο τον Ντάου να πέφτει στα χέρια τους πριν ο μέντορας του καταφέρει να τον σώσει, μέχρι τα ερωτικά όργια που οργάνωνε ο Ντάου με τους φίλους του, όργια που εκμεταλλεύονται οι αρχές για να τον ελέγχουν.
Με εξαιρετικές ερμηνείες από ένα ωραίο καστ, με επικεφαλής τον ΄Ελληνα ηθοποιό Θεόδωρο Κουρέντζη στο ρόλο του Ντάου (θα είναι σίγουρα στους φιναλίστ για το βραβείο ερμηνείας - και, σε ένα δεύτερο αλλά σημαντικό ρόλο, τη Μαρία Ναυπλιώτου, στον ρόλο της Ελληνίδας ηθοποιού Μαρίας, που φτάνει στη Μόσχα για να πάρει μέρος σε θεατρική παράσταση από Ελλάδα.
