Χειροκρότημα θερμό σημειώθηκε και στη δημοσιογραφική προβολή του ντοκιμαντέρ αυτού γύρω από τις ανατριχιαστικές αποκαλύψεις μελών της υπηρεσίας πληροφοριών του Ισραήλ, που μας αποκάλυψαν στο αποκαλυπτικό, συγκλονιστικό ντοκιμαντέρ τους, οι βραβευμένοι με Όσκαρ Γιουβάλ Αβραάμ και Ρέιτσελ Σορ, στο οποίο συμπαραγωγός ήταν η βρετανική εφημερίδα The Guardian.
Γυρισμένο στη διάρκεια της νύχτας στις οροφές των κτιρίων του Τελ Αβίβ, το ντοκιμαντέρ αποκαλύπτει μέσα από τις 24 αφηγήσεις αξιωματούχων της ισραηλινής υπηρεσίας πληροφοριών και στρατιώτες για τα συστήματα πίσω από τη δολοφονία από το Ισραήλ αμάχων Παλαιστινίων στη Γάζα. Με το σύνθημα «δεν υπάρχουν αθώοι άνθρωποι στη Γάζα», που ακολούθησε την επίθεση της Χαμάς τον Οκτώβριο του 2021, οι αξιωματούχοι της υπηρεσίας αυτής καθώς και στρατιώτες, με βάση το πρόγραμμα ΝΑΖΑ (ο τίτλος της ταινίας προέρχεται από ένα ισραηλινό στρατιωτικό ακρωνύμιο που χρησιμοποιείται ευφημιστικά για να δηλώσει τους αμάχους που αναμένεται να σκοτωθούν σε μια στρατιωτική επίθεση) παρακολουθούσαν μέσω των τηλεφώνων τις συνομιλίες ανάμεσα στα πρόσωπα των υπό παρακολούθηση οικογενειών και διέταζαν τον βομβαρδισμό τη νύχτα τα συγκεκριμένα σπίτια σκοτώνοντας, παράλληλα με τα μέλη της Χαμάς, και όλα τα μέλη των οικογενειών τους, ακόμη και τα μικρά παιδιά τους.
Στις συνεντεύξεις τους, που δέχτηκαν να δώσουν, υπό τον όρο της ανωνυμίας, τα πρόσωπα αυτά περιγράφουν αναλυτικά τις μυστικές μεθόδους που χρησιμοποίησε ο ισραηλινός στρατός στη Γάζα, μαζί και τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης που σχεδιάστηκαν για τον εντοπισμό μεγάλου αριθμού πιθανών στόχων χαμηλόβαθμων μελών της Χαμάς, οι οποίοι στη συνέχεια βομβαρδίζονταν στα σπίτια τους, κατά τη διάρκεια της νύχτας, γνωρίζοντας ότι οι επιθέσεις θα σκότωναν και τις οικογένειές τους. Λιγοστοί μετανοημένοι, ζητώντας να μην αποκαλυφθεί η ταυτότητα τους για να μην τιμωρηθούν, άλλοι με ψυχρότητα, αποφεύγοντας να παραδεχτούν ότι έκαναν εγκλήματα, με τη δικαιολογία πως «αυτή ήταν η αποστολή μας».
Στην ταινία ακούμε μαρτυρίες από πρώτο πρόσωπο σχετικά με την καταστροφή γειτονιών —όπου, σύμφωνα με εκτιμήσεις του ισραηλινού στρατού, έως και το 25% των κατοίκων εξακολουθούσε να αναζητά καταφύγιο στα σπίτια του—, τον συστηματικό εμπρησμό κατοικιών αμάχων και τη θανάτωση αμάχων σε σημείο διανομής τροφίμων.
Ένας από αυτούς, όταν παραδέχτηκε πως, παρακολουθώντας τις τηλεφωνικές επικοινωνίες στα σπίτια των Παλαιστινίων, και περιμένοντας να ακούσει από τα παιδιά της οικογένειας αν έφτανε στο σπίτι ο πατέρας τους, πριν δώσει την εντολή του βομβαρδισμού και της εξόντωσης ολόκληρης της οικογένειας, άκουσε και το κλάμα ενός βρέφους. Σε ερώτηση του δημοσιογράφου αν αυτό τον ώθησε να ακυρώσει την εντολή εξόντωσης, αυτός παραδέχτηκε ψυχρά πως προχώρησε μια και αυτή «ήταν η αποστολή του» - αποστολές συχνά που κάλυπταν όχι μόνο συγκεκριμένα διαμερίσματα αλλά και ολόκληρες πολυκατοικίες με την εξόντωση πολλών οικογενειών, «παράπλευρων απωλειών», σύμφωνα με τον Πρωθυπουργό τους, Βενιαμίν Νετανιάχου. Μια ατέλειωτη σειρά φρικτών εγκλημάτων που έφερε στο φως η ερευνητική δημοσιογραφία, θέτοντας ερωτήματα όπως, πώς μια ομάδα ανθρώπων επιτρέπει την πλήρη αποκτήνωση μιας άλλης;
Μια κοινωνία βυθισμένη σε κοινωνικά, πολιτικά, φυλετικά, θέματα ανδρισμού και διαφοράς γενεών, καταπιάνεται η γαλλική ταινία «Ένα λεπτό πριν από τα μεσάνυχτα» του Νικολά Παριζέ. Πρωταγωνιστής ο 49χρονος Λεό (ένας πολύ καλός Μελβίλ Πουπό), ο οποίος πάει στο Παρίσι για να τακτοποιήσει το θέμα διαθήκης που του άφησε ο βιολογικός πατέρας που δεν γνώριζε. Ευκαιρία να συναντήσει παλιούς φίλους, την πρώην του και την έφηβη, αποξενωμένη, ακτιβίστρια κόρη του, Έμμα, με την οποία, τη φορά αυτή, ελπίζει να μπορέσει να έρθει σε επαφή.
Ο Παριζέ παρεμβάλλει τα θέματα του με τις διαδηλώσεις, τις επεμβάσεις της αστυνομίας (κάποια στιγμή συλλαμβάνεται και ο Λεό) και τη γενικότερη πολιτική κατάσταση στη σύγχρονη Γαλλία, χρησιμοποιώντας ένα στιλ που φέρνει στο νου τις ταινίες του Ρίτσαρντ Λίνκλεϊτερ, όπως στα πολύ ωραία μεγάλης διάρκειας τράβελινγκ, με τον Λεό και την Έμμα, η οποία κάποια στιγμή του λέει ότι «δεν θα ερωτευτώ, δεν θα πέσω στην παγίδα των αντρών» του λέει κάποια στιγμή. Σκηνές αργότερα με άλλα πρόσωπα, να περιφέρονται και να συζητούν, που φέρνουν στο νου και το σινεμά του Ερίκ Ρομέρ. Το κατακερματισμένο πορτρέτο μιας κοινωνίας μπροστά στα διλήμματα του παρόντος με εκείνα που μας προετοιμάζει το μέλλον.
Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία είναι το φόντο στη δοσμένη με ευαισθησία ταινία ενηλικίωσης, «Καμουφλάζ» του Μικίτα Γκιμπαλένκο, που είδαμε στο διαγωνιστικό τμήμα του τμήματος «Μέρες των Δημιουργών» του φεστιβάλ Βενετίας. Η ταινία ξεκινά το 2021, μερικούς μήνες πριν από την εισβολή, με τον κεντρικό ήρωα, τον 22χρονο Βιτάλι να έχει εγκαταλείψει τη μητέρα του, Τετιάνα, και την αγαπημένη του αδερφή, Ζένια, για το Μόναχο για ν’ αρχίσει μια νέα ζωή. Με την έναρξη του πολέμου και τις πρώτες καταστροφές, η μητέρα του και η Ζένια φτάνουν στο Μόναχο, όπου τους υποδέχεται ο Βιτάλι και η στενή του φίλη, Φιόνα.
Η ταινία αποφεύγει να καταγράψει απευθείας τον πόλεμο ή να δώσει απλοϊκές απαντήσεις στα θέματα της, προτιμώντας να στραφεί στα ψυχολογικά προβλήματα, τα τραύματα και τις ενοχές ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας και την αποξένωση που ο πόλεμος προκαλεί ανάμεσά τους. Έχοντας πάντα στο επίκεντρο τα δύο αδέρφια, τον Βιτάλι και την Ζένια, και την προσπάθειά τους να ανακαλύψουν τη δική τους ταυτότητα μέσα από τις συγκρούσεις τους και την τέχνη. Από τις πιο σημαντικές είναι οι σκηνές με τον Βίτο, όπως αποκαλούν τον Βιτάλι στη Γερμανία, να παίρνει μέρος σε μια θεατρική παράσταση εμπνευσμένη από αρχαία τραγωδία.
(ΚΥΠΕ/ΝΦΜ/ΗΦ)
