Parathyro logo
Μάι Ελ-Τούκι: «Ήθελα να δώσω φωνή σε μια αόρατη γυναίκα»
Δημοσιεύθηκε 14.09.2026 09:54
Header Image

Η σκηνοθέτρια της βραβευμένης με Χρυσό Λιοντάρι ταινίας «Μια άγνωστη γυναίκα» μιλά για το γυναικείο σώμα ως πεδίο μάχης, τη μνήμη του πολέμου και τη θέση των γυναικών στον κινηματογράφο

Το δραματικό θρίλερ εποχής, «Μια άγνωστη γυναίκα», της Μάι Ελ-Τούκι, μοναδικής γυναίκας σκηνοθέτριας στο φετινό, διαγωνιστικό τμήμα, δεν μπορούσε παρά να συγκινήσει την Πρόεδρο της κριτικής επιτροπής του φετινού 83ου Φεστιβάλ της Βενετίας, και να πετύχει την ανώτατη διάκριση της, με το Χρυσό Λιοντάρι καλύτερης ταινίας της Μόστρας του κινηματογράφου. Ταινία δοσμένη με ανθρωπιά, συγκίνηση και δύναμη, με φόντο την παράνοια που κυριαρχούσε στην αμέσως μετά το τέλος του β’ παγκόσμιου πολέμου περίοδο με τον άγριο, απάνθρωπο εξευτελισμό των γυναικών από συμμορίες εξαγριωμένων αντρών, που τις κατηγορούσαν για σχέση με ναζί ή συνεργάτες τους, και στην οποία παρακολουθούμε τη βασανιστική πορεία μιας νταντάς που ετοιμάζεται να παντρευτεί τον πλούσιο, ηλικιωμένο χήρο διευθυντή ενός εργοστασίου. Συναντήσαμε τη Δανέζα, αιγυπτιακής καταγωγής σκηνοθέτρια στο Λίντο, και μιλήσαμε μαζί της για την ταινία της. 

«Προσπαθώ να συνδυάσω διάφορες σύνθετες ιστορίες με πρόσωπα πολύπλοκα που αντιμετωπίζουν προβλήματα. Στην περίπτωση αυτή, εγώ και η συν-σεναριογράφος μου, η Μάρεν Λουίζ Κένε, είχαμε δει διαφορετικές φωτογραφίες ανάμεσα τους και μια φωτογραφία γυναίκας, γύρω στα 1943, η οποία είχε βαμμένη στην πλάτη της μια σβάστικα, ήταν σχεδόν πορνογραφική φωτογραφία, είχε χρησιμοποιηθεί για προπαγάνδα, μοιραζόταν στον κόσμο για να ξέρουν τι να κάνουν αν συναντήσουν μια τέτοια γυναίκα», λέει ερωτηθείσα για το ξεκίνημα της ταινίας και το σενάριο.

Τη χρησιμοποιούσαν ακόμη και σαν προειδοποίηση στις γυναίκες να γνωρίζουν τι θα πάθουν αν φτιάξουν σχέση με ένα Γερμανό στρατιώτη, σημειώνει. «Έτσι αρχίσαμε να συζητούμε το γυναικείο κορμί ως πεδίο μάχης, κάτι που μετατρέπεται σε εθνική ταυτότητα σε περίοδο πολέμου και τι σημαίνει το γυναικείο σώμα όχι μόνο σε μια ιδιωτική σφαίρα». 

Σε ερώτηση αν αυτό το πρόβλημα μήπως συνεχίζεται και σήμερα και στον κινηματογράφο, η βραβευμένη σκηνοθέτρια απαντά σίγουρα. «Είναι δύσκολο ως γυναίκα να βρεις χρηματοδότηση και να κάνεις αυτό ακριβώς που σχεδιάζεις. Ακόμη και όλα σχετικά με τον προϋπολογισμό, με τα φεστιβάλ που θα πας, ακόμη και με τις γυναίκες ηθοποιούς που θα χρησιμοποιήσεις. Είναι ερωτήματα που πρέπει να βάζεις σήμερα αλλά και με τους άνδρες ηθοποιούς. Και σε όλους τους εκπροσώπους που βρίσκονται εδώ στο φεστιβάλ».

 Πώς λύνουμε αυτά τα προβλήματα, είναι το ερώτημα που η ίδια η Μάι Ελ-Τούκι θέτει και απαντά: «Πρέπει όλοι να συμβάλουμε αν θέλουμε να λύσουμε το πρόβλημα. Η ταινία μου είναι ακριβώς για μια άγνωστη γυναίκα, μια αόρατη και χωρίς φωνή γυναίκα. Είμαι εδώ μόνη στο διαγωνιστικό και θα ήθελα πολύ να βρισκόμουν πλάι σε άλλες γυναίκες σκηνοθέτριες. Είμαι γυναίκα σίγουρα, αλλά είμαι και άνθρωπος που σκηνοθετεί ταινίες». 

Πώς βλέπετε τη συζήτηση για φεμινιστικές ταινίες, εσείς κάνετε ταινίες με γυναίκες που αντιμετωπίζουν δύσκολα, συχνά αξεπέραστα, προβλήματα… είναι η επόμενη ερώτηση του ΚΥΠΕ.

«Είχαμε αυτή την ερώτηση στην προηγούμενη ταινία μου, σ’ αυτήν όμως είναι η πρώτη φορά που τη βάζει κάποιος. Στην προηγούμενη ταινία μου το φεμινιστικό στοιχείο το θεώρησα πως ήταν να τοποθετείς ένα γυναικείο χαρακτήρα με σύνθετα συναισθήματα όπως και με τους ανδρικούς χαρακτήρες. Αν πιστεύεις πως όσα αφηγούμαστε έχουν κάποια αλήθεια, τότε, αν παρουσιάσεις τις γυναίκες ως άγιες τότε δεν μπορούμε να τις φτάσουμε», λέει.

«Δεν θεωρώ μια ταινία αν είναι φεμινιστική ή όχι, εκείνο που θέλω να παρουσιάσω είναι κάτι αληθινό, πειστικό, κι εξαρτάται από το κοινό να αποφασίσει αν είναι φεμινιστικό ή όχι. Θέλω το κοινό μου να ασχοληθεί με την ταινία και να βγάλει μόνο του το συμπέρασμα του. Να μπουν στα δικά μου παπούτσια και να αποφασίσουν οι ίδιοι τι ακριβώς αισθάνονται και τι βλέπουν. Δεν χρειάζεται να μπεις εσύ στη μέση, να κάνεις τον πρέσβη, αλλά να αφήσεις το κοινό να αποφασίσει», τονίζει. 

Σε ό,τι αφορά το πώς αντιμετωπίζει τους συμπαθητικούς της χαρακτήρες, η  Μάι Ελ-Τούκι λέει ότι «δεν νομίζω ότι είναι συμπαθητικοί οι χαρακτήρες μου. Είναι περισσότερο για μένα… (γελάει). Πρέπει να είναι γεμάτοι, ολοκληρωμένοι χαρακτήρες, ούτε καλοί ούτε κακοί, να είναι και από τα δύο, αν και στο σινεμά, ορισμένες φορές έχουμε την εντύπωση πως οι χαρακτήρες είναι μυθιστορηματικοί, δεν έχουν τίποτα να κάνουν με την πραγματικότητα και τέτοιοι χαρακτήρες δεν αποτελούν μέρος του λεξιλογίου μου γιατί πάντα προσπαθώ να δημιουργήσω χαρακτήρες σύνθετους».

Ένας από τους καθηγητές της στην κινηματογραφική σχολή έλεγε -συμπληρώνει η σκηνοθέτρια - πως πρέπει να έχουν μια ζωώδη όψη. «Αλλά εγώ φτιάχνω ό,τι φτιάχνω με βάση το πώς είμαι εγώ η ίδια, με τον τρόπο που μεγάλωσα, με τον τρόπο που κοιτάζω τον κόσμο». 

Στο σχόλιο μας ότι οι γυναίκες στην ταινία σας αγωνίζονται να εξασφαλίσουν κάποια θέση, η Μάι Ελ-Τούκι λέει πως ναι. «Εξαρτάται με τον τρόπο που αντιμετωπίζεις τον κόσμο. Κι αν έχεις φτάσει στον πάτο. Μερικές φορές οι γυναίκες ανταγωνίζονται η μία την άλλη, όπως για παράδειγμα σε εταιρείες όπου υπάρχει μόνο μια μεγάλη θέση και δύο γυναίκες προσπαθούν ποια από αυτές θα την πάρει. Δεν ανταγωνίζονται τους άντρες γιατί αυτοί ήδη έχουν τις θέσεις τους. Στην περίπτωση όμως στην ταινία μου οι γυναίκες κινδύνευαν να χάσουν τη θέση τους και όχι οι άντρες», επισημαίνει. 

Ερωτηθείσα αν πιστεύει πως τέτοιες ιστορίες είναι πιο εύκολο για να τις αφηγηθεί κανείς σήμερα, επίσης, απαντά καταφατικά. «Υπάρχουν περισσότερες ευκαιρίες τώρα να αφηγηθείς μια τέτοια ιστορία. Υπάρχει και η γενιά του πολέμου που σήμερα δεν υπάρχει. Κι αυτό είναι πολύ οδυνηρό γι’ αυτούς. Είναι ένα τραύμα βαθύ, ενσωματωμένο στις οικογένειες. Σήμερα είναι πιο εύκολο να αφηγηθείς παρόμοιες ιστορίες που δεν μπορούσες πριν».

Και συνεχίζει: «Οταν ετοίμαζα το σενάριο το δοκίμασα με ομάδες νεαρών, πολλοί από αυτούς δεν γνώριζαν καν πως υπήρξαν τέτοιες γυναίκες. Το θεώρησαν σαν είδος μεταφοράς, γιατί δεν γνώριζαν και πολλά για τη εποχή εκείνη. Μίλησα και με έναν ιστορικό σχετικά με την ταινία και τον ρώτησα, πότε θα σταματήσουμε να μιλάμε για τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο κι η απάντηση του ήταν, μετά τον τρίτο παγκόσμιο πόλεμο. Επειδή, όπως μου εξήγησε, αυτό αποτελεί ένα θεμελιώδες κομμάτι της ταυτότητας μας. Μπορεί ακόμη να μας διδάξει κάτι για την ανθρώπινη κατάσταση, τις επιλογές που κάνουμε σε προσωπική βάση αλλά και σε ό,τι αφορά τις αποφάσεις σε εθνικό επίπεδο».  

Στην παρατήρηση ότι στην ταινία οι άντρες επιτίθενται στις γυναίκες, τις χτυπάνε, σκίζουν τα ρούχα τους, τις βάφουν, είναι σαν συμμορίες ακροδεξιών αντρών που σήμερα κάνουν κάτι το αντίστοιχο, η σκηνοθέτρια απαντά πως «ναι, αλλά συμμετείχαν πρέπει να πω και γυναίκες. Οταν ψάχναμε τις παλιές φωτογραφίες βλέπαμε και γυναίκες να συμμετέχουν στις επιθέσεις αυτές, ακόμη και παιδιά που γελούσαν και το διασκέδαζαν», για να τονίσει ότι «δεν είναι μαύρο και άσπρο».

Όπως λέει, «αυτή η τιμωρία των γυναικών διέφερε από χώρα σε χώρα. Αλλά υπήρχε μια προσπάθεια με το να χτυπάς αυτά που έκαναν άλλοι προσπαθούσες να κρύψεις και δικά σου αδικήματα. Αυτό είναι πολύ ουσιαστικό σε μια τέτοια περίοδο κρίσης, σε πόλεμο ή πανδημία, όταν θέλουμε να κρύψουμε τη ντροπή μας ντροπιάζουμε τους άλλους. Δεν είναι μόνο με τις υπηρέτριες αλλά με όλα τα πρόσωπα στην ταινία». 

Γιατί διαλέξατε την ταινία να την αφηγηθεί μια γυναίκα και γιατί τόσο μινιμαλιστικά όλα, ρωτάμε. «Από τη μινιμαλιστική πλευρά, θεώρησα πως το διαμέρισμα αυτό ήταν τέτοιο, η γυναίκα του χήρου ιδιοκτήτη είχε πεθάνει, πολλά έπιπλα και αντικείμενα είχαν αφαιρεθεί. Οι άνθρωποι τότε δεν είχαν τόσα πολλά πράγματα. Και ενώ ετοίμαζα το σενάριο άρχισα να συνειδητοποιώ πως αυτός ο χώρος έμοιαζε με σκηνή αρχαίου ελληνικού θεάτρου, ακόμη και η αρχιτεκτονική στο σπίτι, οι κολώνες, έδιναν ένα μήνυμα κλασικό, ας μη ξεχνάμε πως και η γερμανική αρχιτεκτονική του Γ´ Ράιχ ήταν επηρεασμένη από την κλασική αυτή περίοδο», εξηγεί.

«Για μένα ήταν μια δημιουργική επιλογή που συνέχιζε να με εμπνέει. Όσο για την ερώτηση γιατί η ταινία παρουσιάζεται από την πλευρά της γυναίκας, αυτό ήταν γιατί ήθελα ο θεατής να επενδύσει σ’ αυτήν, να συμμετέχει με αυτήν, η κάμερα είναι πάντα πολύ κοντά της, στον ώμο της, στο πρόσωπο της. Αυτοί ήταν οι κανόνες μου στο γύρισμα, μου αρέσουν οι κανόνες, με βοηθούν στην αφήγηση της ιστορίας», αναφέρει τέλος.

(ΚΥΠΕ/ΝΦΜ/ΓΒΑ)

Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας parathyro.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθούν ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.

Τελευταία νέα