Στη Λευκωσία υπάρχουν δρόμοι που τελειώνουν απότομα. Εκεί όπου κάποτε συνεχιζόταν η διαδρομή, σήμερα υπάρχει ένας τοίχος, ένα συρματόπλεγμα ή ένα αδιέξοδο. Για όσους μεγάλωσαν με αυτή την εικόνα, το τέλος του δρόμου μπορεί να μοιάζει φυσικό, σαν να ήταν πάντα εκεί. Όμως, πίσω από κάθε τέτοιο αδιέξοδο υπάρχει μια διαφορετική γεωγραφία της πόλης. Δρόμοι που κάποτε ενώνονταν, γειτονιές που επικοινωνούσαν, διαδρομές που αποτελούσαν μέρος μιας κοινής καθημερινότητας. Η διαίρεση δεν άλλαξε μόνο την πρόσβαση σε αυτούς τους χώρους, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο τους αντιλαμβανόμαστε.
Αυτή η σχέση ανάμεσα στον χώρο, τη μνήμη και την πολιτική βρέθηκε στο επίκεντρο διαδικτυακής συζήτησης, που διοργάνωσε στις 25 Οκτωβρίου ο μη κυβερνητικός οργανισμός Creating Friendship for Peace (CFP), με προσκεκλημένο τον αρχιτέκτονα, πολεοδόμο και καθηγητή του Πανεπιστημίου Κύπρου, Σωκράτη Στρατή, και συντονιστή τον Erdem Soyer.
Στο επίκεντρο βρέθηκε ένα ερώτημα που συχνά παραμένει στη σκιά των πολιτικών διαπραγματεύσεων: πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει μια επανενωμένη Λευκωσία και πώς μπορούμε να αρχίσουμε να τη φανταζόμαστε διαφορετικά από σήμερα;
Η πόλη που υπάρχει στο μυαλό μας
Στη συζήτηση παρουσιάστηκε η έννοια της χωρικής σκέψης, δηλαδή της ικανότητάς μας να αντιλαμβανόμαστε τις σχέσεις ανάμεσα στους τόπους, τις διαδρομές και τους ανθρώπους. Στην καθημερινότητά μας σχηματίζουμε έναν προσωπικό χάρτη της πόλης, γνωρίζοντας πώς συνδέονται δρόμοι, πλατείες και γειτονιές.
Στη Λευκωσία, όμως, αυτοί οι χάρτες έχουν διαμορφωθεί μέσα από δεκαετίες διαίρεσης. Ο Στρατής επισημαίνει ότι οι νοητικές εικόνες της πόλης διαφέρουν σημαντικά, ανάλογα με το αν κάποιος ζει βόρεια ή νότια της Πράσινης Γραμμής. Η πρόκληση δεν είναι απλώς να συνδεθούν ξανά οι δρόμοι, αλλά να ανασυγκροτηθούν οι διαφορετικοί χάρτες που έχουν δημιουργήσει οι κάτοικοι.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το εγχείρημα «Around Nicosia in 80 Minutes», του εργαστηρίου Αστικού Σχεδιασμού και Πολεοδομίας του Πανεπιστημίου Κύπρου (LUCY), που πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 2022. Οι συμμετέχοντες κλήθηκαν να κινηθούν με ποδήλατα γύρω από την εντός των τειχών πόλη, αξιοποιώντας τα σημεία διέλευσης. Όπως περιγράφει ο Στρατής, αρκετοί αποπροσανατολίστηκαν όταν πέρασαν στην άλλη πλευρά. Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι δυσκολεύονταν να αναγνωρίσουν τη συνέχεια μιας πόλης την οποία θεωρούσαν γνώριμη.
Αυτός ο αποπροσανατολισμός μπορεί να αποτελέσει αφετηρία μιας διαφορετικής σχέσης με τον αστικό χώρο. Ο Στρατής μιλά για την ανάγκη να «ξεμάθουμε» την πόλη, να αμφισβητήσουμε όσα θεωρούμε δεδομένα και να ανακαλύψουμε ξανά τη γεωγραφία της πέρα από τα όρια της διαίρεσης.
Ένα ιστορικό κέντρο που έγινε σύνορο
Η Λευκωσία δεν ήταν πάντα όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, καθώς η μορφή της άλλαξε πολλές φορές με το πέρασμα των χρόνων. Στη συζήτηση παρουσιάστηκαν ιστορικοί χάρτες της εντός των τειχών πόλης και έγινε αναφορά στον Πεδιαίο ποταμό, ο οποίος κάποτε διέσχιζε τον αστικό της πυρήνα. Η μεταβολή της κοίτης του, η δημιουργία νέων δρόμων και η εξέλιξη της εμπορικής δραστηριότητας δείχνουν ότι ο αστικός χώρος μεταβάλλεται συνεχώς.
Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στην οδό Ερμού, έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς άξονες της παλιάς Λευκωσίας, μεγάλο μέρος του οποίου βρίσκεται σήμερα μέσα στην Πράσινη Γραμμή. Ένας δρόμος που κάποτε συνέδεε δραστηριότητες και ανθρώπους μετατράπηκε σε σημείο διαχωρισμού.
Για τον Στρατή, η διαίρεση δημιούργησε ένα πολεοδομικό παράδοξο: το ιστορικό κέντρο μετατράπηκε ουσιαστικά σε δύο περιφέρειες. Αντί να λειτουργεί ως κοινός πυρήνας της πρωτεύουσας, βρίσκεται στα όρια δύο διαφορετικών αστικών πραγματικοτήτων.
Μια πιθανή επανένωση, επομένως, δεν θα επαναφέρει αυτομάτως την πόλη στην προηγούμενη κατάστασή της. Θα πρέπει να λάβει υπόψη τις κοινωνικές και οικονομικές ισορροπίες που έχουν διαμορφωθεί. Κοντά στη γραμμή της διαίρεσης εξακολουθούν να δραστηριοποιούνται τεχνίτες και μικρές επιχειρήσεις, όπως ξυλουργεία και μεταλλουργεία. Τι θα συμβεί σε αυτούς εάν αλλάξουν οι χρήσεις γης ή αυξηθεί απότομα η αξία των ακινήτων; Η επανένωση δεν αφορά έναν κενό χώρο που περιμένει να αναπτυχθεί, αλλά μια ήδη κατοικημένη και λειτουργική πόλη.
Τι σημαίνει μια κοινή πόλη στην πράξη;
Στις συζητήσεις για την επανένωση, η προσοχή στρέφεται συχνά στα οδοφράγματα και στην Πράσινη Γραμμή. Ο Στρατής προτείνει να εξετάσουμε και πιο καθημερινά ζητήματα. Θα έχει μια επανενωμένη Λευκωσία ενιαίο σύστημα δημόσιων μεταφορών; Πού θα βρίσκεται ο κεντρικός σταθμός λεωφορείων; Πώς θα συνδέονται οι διαφορετικές περιοχές; Τα ερωτήματα αυτά μπορεί να μοιάζουν τεχνικά, αλλά έχουν πολιτική και κοινωνική διάσταση. Οι υποδομές καθορίζουν πώς μετακινούνται οι κάτοικοι, πού εργάζονται και με ποιους ανθρώπους συναντιούνται.
Ένα παράδειγμα δικοινοτικής συνεργασίας υπάρχει ήδη: το αποχετευτικό σύστημα της Λευκωσίας. Η συνεργασία στο πλαίσιο του Ρυθμιστικού Σχεδίου Λευκωσίας, με σημαντική συμβολή των τότε δημάρχων Λέλλου Δημητριάδη και Μουσταφά Ακιντζί, επέτρεψε την κοινή αντιμετώπιση βασικών αναγκών της πόλης, παρά την πολιτική διαίρεση.
Ο Στρατής αναφέρθηκε, επίσης, σε παλαιότερη άσκηση αστικού σχεδιασμού, στην οποία φοιτητές κλήθηκαν να φανταστούν τη Λευκωσία εάν επανενωνόταν την επόμενη ημέρα. Ανάμεσα στις προτάσεις ήταν μια συνεχής γραμμή δημόσιων συγκοινωνιών γύρω από το ιστορικό κέντρο, καθώς και πανεπιστημιακές εγκαταστάσεις και χώροι που θα μπορούσαν να στηρίξουν τους υφιστάμενους τεχνίτες και τις μικρές επιχειρήσεις.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην τάφρο της παλιάς πόλης, η οποία, παρά τις δραστηριότητες που φιλοξενεί, παραμένει κατακερματισμένη. Ο συντονισμένος σχεδιασμός των δύο τμημάτων της θα μπορούσε να αποτελέσει ένα πρώτο βήμα προετοιμασίας για την επανένωση.
Για τον ίδιο, η συνύπαρξη δεν οικοδομείται μόνο μέσα από οργανωμένες δικοινοτικές συναντήσεις, αλλά και από την καθημερινότητα. Ένα κοινό λεωφορείο, ένα νοσοκομείο ή ένας δημόσιος χώρος μπορούν να δημιουργήσουν ευκαιρίες επαφής ανάμεσα σε ανθρώπους που διαφορετικά δεν θα συναντιούνταν.
Παράλληλα, μια επανενωμένη Λευκωσία θα αντιμετώπιζε θεσμικές προκλήσεις. Σε ένα ομοσπονδιακό σύστημα με δύο πολεοδομικές αρχές, ο ανταγωνισμός για επενδύσεις θα μπορούσε να υπονομεύσει τον κοινό σχεδιασμό. Ως πιθανή λύση, ο Στρατής πρότεινε έναν συντονιστικό φορέα, μέσω του οποίου οι δύο δήμοι θα διαμόρφωναν κοινή στρατηγική ανάπτυξης, διατηρώντας τις επιμέρους αρμοδιότητές τους. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, «δεν μπορούμε ποτέ να πετύχουμε κάτι που δεν έχουμε πρώτα φανταστεί».
Πέρα από την Πράσινη Γραμμή
Ο Στρατής εμφανίζεται επιφυλακτικός απέναντι στην αντίληψη ότι η νεκρή ζώνη θα μπορούσε από μόνη της να ενώσει τις δύο πλευρές. Όπως υποστηρίζει, αποτελεί πρωτίστως αποτέλεσμα της σύγκρουσης και η αποκλειστική εστίαση στην αξιοποίησή της κινδυνεύει να παραβλέψει τις βαθύτερες συνέπειες της διαίρεσης.
Η δημιουργία νέων δημόσιων χώρων δεν αρκεί εάν δεν εξεταστεί πώς θα λειτουργεί συνολικά η πόλη και ποιος θα έχει πρόσβαση σε αυτούς. Σε αυτό το πλαίσιο αναφέρεται στην έννοια των «αστικών κοινών» (urban commons), που δίνει έμφαση στη συλλογική χρήση και διαχείριση χώρων και πόρων. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να υπάρχουν χώροι συνάντησης, αλλά οι κάτοικοι να μπορούν να συμμετέχουν στις αποφάσεις για τη λειτουργία τους. Ο Στρατής τονίζει ότι η συνεργασία δεν προϋποθέτει την απουσία διαφωνιών. Αντίθετα, οι διαφορετικές απόψεις μπορούν να αποτελέσουν δημιουργικό στοιχείο της συνύπαρξης.
Το Σπίτι της Συνεργασίας αποτελεί ένα παράδειγμα χώρου που διευκολύνει κοινές πρωτοβουλίες ανάμεσα στις δύο κοινότητες. Ωστόσο, τέτοιοι χώροι δεν χρειάζεται να περιορίζονται στη νεκρή ζώνη. Μπορούν να αναπτυχθούν σε διαφορετικά σημεία της πόλης.
Η επανένωση και ο κίνδυνος της ανάπτυξης
Τι θα συμβεί εάν το τέλος της διαίρεσης συνοδευτεί από έντονη επενδυτική δραστηριότητα; Ο Στρατής θέτει τον κίνδυνο μια επανενωμένη Λευκωσία να μετατραπεί σε πεδίο κερδοσκοπίας στην αγορά ακινήτων, με συνέπειες για τους κατοίκους και τις μικρές επιχειρήσεις.
Η εμπειρία του Βερολίνου μετά την επανένωση της Γερμανίας λειτουργεί ως σημείο αναφοράς. Όπως επισημαίνει, ακόμη και εκεί όπου υπήρξε προετοιμασία σε επίπεδο πολεοδομικού σχεδιασμού, ασκήθηκαν σημαντικές πιέσεις στην αγορά γης.
Στη Λευκωσία, το ερώτημα είναι κατά πόσο οι αρμόδιοι φορείς μπορούν να προετοιμαστούν ώστε να προστατεύσουν τον δημόσιο χώρο και τις υφιστάμενες χρήσεις. Ο ίδιος ασκεί κριτική στα μοντέλα ανάπτυξης και στις δύο πλευρές της Κύπρου, εκφράζοντας ανησυχία για πρακτικές που δίνουν προτεραιότητα στις ιδιωτικές επενδύσεις έναντι του συλλογικού συμφέροντος.
Η πρόκληση δεν είναι μόνο να σχεδιαστεί μια ενιαία πόλη, αλλά να αποφασιστεί τι είδους πόλη θέλουμε να δημιουργηθεί. Μια Λευκωσία που θα εξυπηρετεί πρωτίστως την αγορά ακινήτων ή μια πόλη που θα διατηρεί χώρο για τους κατοίκους και τις διαφορετικές κοινότητές της;
Να γνωρίσουμε ξανά τη Λευκωσία
Πέρα από τα ζητήματα σχεδιασμού και ανάπτυξης, η συζήτηση επιστρέφει στην ανθρώπινη εμπειρία. Ο Στρατής αναφέρθηκε στο καλλιτεχνικό εγχείρημα «Call 192», που πραγματοποιήθηκε το 2005, σε συνεργασία με τη Μαρία Λοϊζίδου και τον Χάρη Πελλαπαϊσιώτη, στο πλαίσιο της έκθεσης «Leaps of Faith».
Η ιδέα βασίστηκε στον αριθμό 192, που χρησιμοποιούνταν και στις δύο πλευρές για τηλεφωνικές πληροφορίες. Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι προσκλήθηκαν να χρησιμοποιήσουν τις δημόσιες συγκοινωνίες στην άλλη πλευρά της πόλης. Οι εμπειρίες τους καταγράφηκαν, αναδεικνύοντας την αμηχανία αλλά και τις δυνατότητες επαφής με έναν χώρο ταυτόχρονα οικείο και άγνωστο. Η επανένωση της Λευκωσίας δεν μπορεί, επομένως, να αντιμετωπιστεί μόνο ως μελλοντική πολεοδομική άσκηση. Συνδέεται με το πώς κινούμαστε σήμερα, πώς συναντιόμαστε και πώς αντιλαμβανόμαστε τους άλλους.
Ο Στρατής αναγνωρίζει ότι οι δικοινοτικές πρωτοβουλίες απαιτούν χρόνο, ενέργεια και συνεχή προσπάθεια, ενώ όσοι συμμετέχουν συχνά αντιμετωπίζουν κόπωση και απογοήτευση. Παρά τις δυσκολίες, οι συναντήσεις αυτές δημιουργούν σχέσεις και εμπειρίες που μπορούν σταδιακά να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την πόλη.
«Το να φέρνεις κοντά ανθρώπους από διαφορετικές κοινότητες της Κύπρου, που μοιράζονται κοινές αντιλήψεις και επιδιώξεις, απαιτεί τεράστια ενέργεια, αφοσίωση και φροντίδα. Πολλές φορές έχουμε βιώσει εξουθένωση, νιώθοντας ότι δεν μπορούμε να συνεχίσουμε. Κι όμως, λίγους μήνες αργότερα, επιστρέφουμε και δραστηριοποιούμαστε ξανά. Αυτού του είδους ο ακτιβισμός έχει, επίσης, περιορισμούς ως προς τη δυνατότητα δράσης και επιρροής του. Τελικά, η πρόκληση είναι πώς οι προσπάθειές μας μπορούν να αποκτήσουν μεγαλύτερη επιρροή και να φτάσουν σε όσους λαμβάνουν αποφάσεις για το μέλλον της Λευκωσίας;». Γιατί η επανένωση δεν αφορά μόνο την κατάργηση των συνόρων, αλλά και τη δημιουργία μιας πόλης στην οποία οι κάτοικοί της θα μπορούν πραγματικά να ζουν μαζί.
