Τη θέση ότι το Μεγάλο Τείχος της Λέμπας αποτελεί αυτοτελές έργο τέχνης, το οποίο δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως τμήμα των κτηριακών εγκαταστάσεων του Πολιτιστικού Χωριού, διατυπώνει ο αρχιτέκτονας και διευθυντής του Cyprus College of Art, Αιμίλιος Κουτσοφτίδης, εγγονός του Στας Παράσκου. Εγείρει, επίσης, ζήτημα προστασίας του Μεγάλου Τείχους της Λέμπας και της καλλιτεχνικής παρακαταθήκης του Στας Παράσκου.
Σε δημόσια παρέμβασή του, ο κ. Κουτσοφτίδης υποστηρίζει ότι «ο Στας Παράσκος διαγράφεται και μαζί του διαγράφεται η καλλιτεχνική συνείδηση της Κύπρου», εκφράζοντας έντονες ενστάσεις για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται το Μεγάλο Τείχος της Λέμπας και για τον ρόλο που επιφυλάσσεται στην οικογένεια του καλλιτέχνη στο μέλλον του χώρου.
Όπως αναφέρει, «για περισσότερα από πενήντα χρόνια, το Μεγάλο Τείχος της Λέμπας στέκει ως ένα από τα πιο αξιοσημείωτα παραδείγματα ζωντανής δημόσιας τέχνης στη χώρα». Προσθέτει ότι «εμπνευσμένο και σε μεγάλο βαθμό δημιουργημένο από τον Στας Παράσκο, αναπτύχθηκε οργανικά μέσα από τις συνεισφορές καλλιτεχνών από ολόκληρο τον κόσμο που πέρασαν από το Cyprus College of Art».
Κατά τον ίδιο, «κάθε προσθήκη αφηγείται ένα μέρος μιας ιστορίας: της καλλιτεχνικής ελευθερίας, του πειραματισμού, της εκπαίδευσης και της διεθνούς συνεργασίας», ενώ υποστηρίζει ότι το ζήτημα αποτελεί «δοκιμασία για το κατά πόσο η Κύπρος εκτιμά πραγματικά την πολιτιστική της κληρονομιά, όταν αυτή δεν μπορεί να ενταχθεί εύκολα στη γραφειοκρατία του κράτους ή να εξυπηρετήσει πολιτικές σκοπιμότητες».
«Δεν κατασκευάστηκε ποτέ με δημόσιους πόρους»
Ο κ. Κουτσοφτίδης αναφέρει ότι «αυτό δεν υπήρξε ποτέ κρατικό έργο» και ότι «δεν κατασκευάστηκε ποτέ με δημόσιους πόρους».
Σύμφωνα με τη θέση που διατυπώνει, «το τείχος δημιουργήθηκε και συντηρήθηκε αποκλειστικά χάρη στην αφοσίωση και τις οικονομικές θυσίες της οικογένειας Παράσκου, ενώ το Cyprus College of Art ενοικίαζε τον χώρο από τις τουρκοκυπριακές αρχές».
Προσθέτει ότι «για δεκαετίες, η οικογένεια αφιερώθηκε όχι μόνο στη διατήρηση του ίδιου του έργου τέχνης, αλλά και στην προστασία του πνεύματος που κατέστησε το Κολέγιο μία από τις πιο ξεχωριστές πολιτιστικές εστίες της Κύπρου».
Παράλληλα, ισχυρίζεται ότι «σε κανένα στάδιο η οικογένεια δεν δώρισε το γλυπτό τείχος στην Κυπριακή Δημοκρατία ούτε παραιτήθηκε από τα δικαιώματά της επ’ αυτού».
«Αυτοτελές έργο τέχνης»
Ο εγγονός του Στας Παράσκου υποστηρίζει ότι «σήμερα το Υφυπουργείο Πολιτισμού φαίνεται αποφασισμένο να αντιμετωπίσει αυτό το μοναδικό έργο σαν να αποτελεί απλώς ένα εξάρτημα ενός διατηρητέου κτηρίου».
Κατά τον ίδιο, «η προσέγγιση αυτή αγνοεί τόσο την καλλιτεχνική πραγματικότητα όσο και το ίδιο το δίκαιο».
«Το Μεγάλο Τείχος της Λέμπας δεν αποτελεί αρχιτεκτονικό στοιχείο. Είναι ένα αυτοτελές έργο τέχνης με τη δική του πατρότητα, ιστορία και νομική υπόσταση», αναφέρει.
Προσθέτει ότι «δημιουργήθηκε σε διαφορετική χρονική περίοδο, από διαφορετικούς καλλιτέχνες και για εντελώς διαφορετικούς σκοπούς από το κτήριο που βρίσκεται δίπλα του».
Επικαλούμενος τη νομοθεσία περί πνευματικής ιδιοκτησίας, αναφέρει ότι «τα πρωτότυπα έργα εικαστικής δημιουργίας προστατεύονται καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του δημιουργού και για εβδομήντα χρόνια μετά τον θάνατό του».
Όπως υποστηρίζει, «τα περιουσιακά δικαιώματα μεταβιβάζονται στους κληρονόμους του, ενώ τα ηθικά δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος αντίταξης σε αλλοιώσεις ή επεμβάσεις που θίγουν την τιμή ή τη φήμη του δημιουργού, εξακολουθούν να υφίστανται και μετά τον θάνατό του».
Συνεχίζοντας, σημειώνει ότι «οι προστασίες αυτές δεν παύουν να ισχύουν απλώς επειδή ένα έργο τέχνης βρίσκεται δίπλα σε ένα διατηρητέο κτήριο».
Κατά τον ίδιο, «η παράβλεψη αυτών των δικαιωμάτων δεν συνιστά προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς» αλλά «αποκαλύπτει μια θεμελιώδη παρανόηση του τι πραγματικά σημαίνει πολιτιστική κληρονομιά».
Αιχμές για τη διαδικασία
Ο Αιμίλιος Κουτσοφτίδης διατυπώνει παράλληλα ενστάσεις για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, αναφέροντας ότι «κατά τη διάρκεια του αρχιτεκτονικού διαγωνισμού για τον χώρο, το γλυπτό τείχος αποκλείστηκε σκόπιμα από τους όρους του διαγωνισμού».
Όπως αναφέρει, «η ευθύνη εποπτείας του έργου ανατέθηκε από το Υφυπουργείο Πολιτισμού στον αρχιτέκτονα Εμίλιο Κουτσοφτίδη, ο οποίος ανέλαβε τον ρόλο αυτό χωρίς καμία αμοιβή».
Ωστόσο, υποστηρίζει ότι «παρά τις δεκαετίες εμπειρίας, φροντίδας και διαχείρισης από την οικογένεια, το Υφυπουργείο δεν επέλεξε να επιδιώξει ουσιαστική συνεργασία με εκείνους που γνωρίζουν τον χώρο καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο».
Κατά τον ίδιο, «ο έλεγχος του ιστορικού χώρου του Cyprus College of Art παραχωρήθηκε αλλού, χωρίς ουσιαστική δημόσια εξήγηση για το γιατί αποκλείστηκαν από το μέλλον του οι άνθρωποι που δημιούργησαν, προστάτευσαν και διατήρησαν αυτόν τον μοναδικό τόπο».
«Αυτό δεν είναι απλώς απογοητευτικό. Αποτελεί μια βαθιά αποτυχία να αναγνωριστεί ότι η πολιτιστική κληρονομιά αφορά κάτι πολύ περισσότερο από τα κτήρια. Αφορά τους ανθρώπους, τη μνήμη, την πατρότητα και τη συνέχεια», αναφέρει.
«Κίνδυνος διαγραφής της παρακαταθήκης»
Ο κ. Κουτσοφτίδης σημειώνει ακόμη ότι «οι κυβερνήσεις συχνά μιλούν για διαφύλαξη του πολιτισμού», ωστόσο, όπως υποστηρίζει, «η διαφύλαξη δεν επιτυγχάνεται απλώς με την απόκτηση κτηρίων ή την αλλαγή της διαχείρισής τους».
Κατά τον ίδιο, «η πολιτιστική κληρονομιά δεν μπορεί να προστατευθεί όταν ταυτόχρονα αποκόπτεται από τους ανθρώπους που τη δημιούργησαν».
Προειδοποιεί ότι «ό,τι συμβαίνει σήμερα στη Λέμπα κινδυνεύει να εξελιχθεί σε κάτι πολύ πιο επιζήμιο από μια απλή διοικητική απόφαση» και ότι «κινδυνεύει να οδηγήσει στη διαγραφή της παρακαταθήκης του Στας Παράσκου και στην υποβάθμιση της ίδιας της ιστορίας του Cyprus College of Art».
Όπως αναφέρει, «το Μεγάλο Τείχος της Λέμπας είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα γλυπτό. Είναι το υλικό αποτύπωμα μισού αιώνα καλλιτεχνικών ανταλλαγών και δημιουργικής ελευθερίας».
Υποστηρίζει ότι το έργο «αξίζει να προστατευθεί ως το αυτοτελές έργο τέχνης που πραγματικά είναι, όχι ως ένα δευτερεύον στοιχείο προσκολλημένο σε ένα κτήριο».
«Η πολιτιστική νομιμοποίηση δεν μεταβιβάζεται»
Κλείνοντας την παρέμβασή του, ο Αιμίλιος Κουτσοφτίδης αναφέρει ότι «τα κτήρια μπορούν να μεταβιβαστούν. Τα κλειδιά μπορούν να αλλάξουν χέρια. Οι θεσμοί μπορούν να αναδιοργανωθούν».
«Η πολιτιστική νομιμοποίηση, όμως, δεν μεταβιβάζεται με διοικητικά διατάγματα», προσθέτει.
Καλεί όσους έχουν αναλάβει την ευθύνη για το πολιτιστικό μέλλον της Κύπρου να διερωτηθούν «αν η ιστορία θα θυμάται αυτή τη στιγμή ως μια πράξη διαφύλαξης ή ως τη στιγμή κατά την οποία επετράπη να σβήσει αθόρυβα μία από τις σημαντικότερες καλλιτεχνικές παρακαταθήκες της χώρας».
Καταλήγοντας, υποστηρίζει ότι «το Μεγάλο Τείχος της Λέμπας δεν ανήκει σε όσους τυχαίνει να ελέγχουν σήμερα τον χώρο».
«Η παρακαταθήκη του ανήκει στους καλλιτέχνες που το δημιούργησαν, στους φοιτητές που διδάχθηκαν δίπλα του και στις γενιές που κατάλαβαν ότι ο πολιτισμός είναι κάτι που καλλιεργείται και προστατεύεται, όχι κάτι που οικειοποιείται», αναφέρει.
