Σοβαρές καταγγελίες για διακριτική μεταχείριση και ουσιαστικό διαχωρισμό του προσωπικού ασφαλείας στην Εθνική Πινακοθήκη του Λονδίνου φέρνει στο φως αποκλειστικό δημοσίευμα του Guardian.
Σύμφωνα με την εφημερίδα, οι εξωτερικοί φύλακες ασφαλείας, η συντριπτική πλειονότητα των οποίων προέρχεται από μαύρες, ασιατικές και άλλες εθνοτικές μειονότητες, δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούν τους σύγχρονους χώρους ανάπαυσης που έχουν δημιουργηθεί για το μόνιμο προσωπικό του μουσείου.
Αντίθετα, αναγκάζονται να περνούν τα διαλείμματά τους σε έναν σκοτεινό και αποπνικτικό υπόγειο χώρο, ο οποίος, σύμφωνα με τις καταγγελίες, διαθέτει χαλασμένα έπιπλα, δεν έχει φυσικό φωτισμό ή κλιματισμό και αντιμετωπίζει επαναλαμβανόμενα προβλήματα με τρωκτικά.
Ανώτερος επιμελητής της Πινακοθήκης, ο οποίος μίλησε ανώνυμα στον Guardian, υποστήριξε ότι το προσωπικό ασφαλείας αντιμετωπίζεται ως εργατικό δυναμικό «δεύτερης κατηγορίας».
Όπως ανέφερε, η κατάσταση έχει εξελιχθεί σχεδόν σε μόνιμο αντικείμενο σχολιασμού μεταξύ των εργαζομένων, καθώς είναι εμφανής η αντίθεση ανάμεσα στις εγκαταστάσεις που χρησιμοποιεί το μόνιμο προσωπικό και σε εκείνες που έχουν παραχωρηθεί στους φύλακες.
Το υπόγειο της Εθνικής Πινακοθήκης που χρησιμοποιείται από εξωτερικό προσωπικό ασφαλείας. Φωτ.: Guardian.
Απαγορευμένη η είσοδος στο «hub»
Οι εργαζόμενοι της Εθνικής Πινακοθήκης, από τους επιμελητές έως το προσωπικό μάρκετινγκ και διοίκησης, έχουν πρόσβαση σε έναν φωτεινό και σύγχρονο χώρο αναψυχής, γνωστό ως «hub».
Ο χώρος δημιουργήθηκε σε σημεία που προηγουμένως παρέμεναν αναξιοποίητα, ανάμεσα και κάτω από τις αίθουσες εκθέσεων του μουσείου. Διαθέτει άνετους χώρους ανάπαυσης, επιδοτούμενο εστιατόριο και δικό του μάγειρα.
Οι εξωτερικοί φύλακες, ωστόσο, δεν επιτρέπεται ούτε να κάνουν εκεί το διάλειμμά τους ούτε ακόμη και να καθίσουν στον συγκεκριμένο χώρο.
Ο επιμελητής που μίλησε στην εφημερίδα έκανε λόγο για μια εικόνα που μπορεί να προκαλέσει βαθιά διαίρεση στο εσωτερικό του οργανισμού.
Όπως σημείωσε, στους σύγχρονους χώρους συγκεντρώνεται το κυρίως λευκό μόνιμο προσωπικό, ενώ οι μαύροι και ασιατικής καταγωγής φύλακες περιορίζονται σε ένα υποβαθμισμένο υπόγειο.
Εργαζόμενοι έχουν παρομοιάσει την κατάσταση με τη βρετανική τηλεοπτική σειρά «Upstairs, Downstairs», η οποία παρουσίαζε τις έντονες ταξικές διαφορές μεταξύ των εύπορων οικογενειών και του υπηρετικού προσωπικού στην Αγγλία των αρχών του 20ού αιώνα.
«Ο χώρος προοριζόταν για αποθήκη»
Ο υπόγειος χώρος όπου ξεκουράζονται οι φύλακες περιγράφεται ως βρόμικος, σκοτεινός και ακατάλληλος για την παραμονή ανθρώπων.
Σύμφωνα με την πηγή του Guardian, ο χώρος δεν είχε σχεδιαστεί ως αίθουσα προσωπικού, αλλά ως αποθηκευτικός χώρος.
Οι εργαζόμενοι έχουν στη διάθεσή τους μόνο ένα μικρό σημείο πώλησης με περιορισμένα σνακ και χωρίς δυνατότητα αγοράς μαγειρεμένου φαγητού.
Η διοίκηση της Πινακοθήκης φέρεται να έχει αιτιολογήσει τον περιορισμό πρόσβασης στο «hub» επικαλούμενη τον κίνδυνο συνωστισμού.
Οι φύλακες, όμως, εξακολουθούν να μην έχουν πρόσβαση ακόμη και τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες, όταν οι περισσότεροι μόνιμοι εργαζόμενοι απουσιάζουν και οι χώροι παραμένουν σχεδόν άδειοι.
Ο ανώνυμος επιμελητής αμφισβήτησε το επιχείρημα περί συνωστισμού, σημειώνοντας ότι σε μια συνηθισμένη ημέρα μπορεί να βρίσκονται στην Πινακοθήκη περίπου 60 φύλακες, αλλά μόνο ένας μικρός αριθμός κάνει διάλειμμα ταυτόχρονα.
Παρέμβαση του συνδικάτου
Το προσωπικό ασφαλείας εκπροσωπείται από το συνδικάτο Public and Commercial Services, γνωστό ως PCS.
Το συνδικάτο καταγγέλλει ότι οι εργαζόμενοι αντιμετωπίζονται με «απόλυτη περιφρόνηση» και προειδοποιεί ότι οι συνθήκες στον υπόγειο χώρο ενδέχεται να εγκυμονούν κινδύνους για την υγεία και την ασφάλειά τους.
Σύμφωνα με το PCS, ο χώρος δεν αερίζεται επαρκώς, ενώ η πρόσβαση σε αυτόν είναι προβληματική, καθώς οι εργαζόμενοι υποχρεώνονται να σκύβουν κάτω από σωληνώσεις για να εισέλθουν.
Την 1η Ιουλίου, το συνδικάτο απέστειλε επιστολή προς τον διευθυντή της Εθνικής Πινακοθήκης.
Στην επιστολή υποστήριζε ότι ο εξαναγκασμός ενός εργατικού δυναμικού, το οποίο αποτελείται κυρίως από μαύρους και Ασιάτες, να χρησιμοποιεί ένα ακατάλληλο υπόγειο, ενώ το κυρίως λευκό προσωπικό έχει πρόσβαση σε φυσικό φως, καθαρό αέρα και αξιοπρεπείς εγκαταστάσεις εστίασης, ενδέχεται να συνιστά διάκριση βάσει του βρετανικού νόμου περί ισότητας του 2010.
Μέχρι τη δημοσίευση του ρεπορτάζ, το PCS δεν είχε λάβει απάντηση από τη διοίκηση.
Ο γραμματέας του πολιτιστικού τομέα του συνδικάτου, Νικ Μάρο, δήλωσε στον Guardian ότι δεν υπάρχει καμία δικαιολογία για τη δημιουργία ενός εργασιακού καθεστώτος δύο ταχυτήτων.
Όπως υπογράμμισε, οι εργαζόμενοι στην ασφάλεια δικαιούνται ίση και αξιοπρεπή μεταχείριση.
Ανησυχίες και για την προστασία των έργων
Το προσωπικό ασφαλείας φέρεται να εκφράζει παράλληλα ανησυχίες για την ασφάλεια των έργων τέχνης.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, από κάθε φύλακα μπορεί να ζητείται να επιβλέπει μέχρι και τέσσερις αίθουσες ταυτόχρονα.
Πηγή που γνωρίζει τις συνθήκες λειτουργίας υποστήριξε ότι ένας φύλακας δεν μπορεί να βρίσκεται ταυτόχρονα σε περισσότερους από έναν χώρους και ότι θα μπορούσε εύκολα να αποσπαστεί η προσοχή του.
Οι ανησυχίες συνδέονται και με προηγούμενα περιστατικά επιθέσεων σε έργα τέχνης.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η ρίψη ντοματόσουπας στον πίνακα «Ηλιοτρόπια» του Βίνσεντ βαν Γκογκ από ακτιβιστές της Just Stop Oil και η επίθεση με σφυριά στην «Αφροδίτη του Ρόκεμπι» του Ντιέγκο Βελάσκεθ.
Οι εξωτερικοί φύλακες εργοδοτούνται από την εταιρεία CIS Security, η οποία δεν θέλησε να σχολιάσει τις καταγγελίες.
Τι απαντά η Εθνική Πινακοθήκη
Η Εθνική Πινακοθήκη επιβεβαίωσε ότι οι εργαζόμενοι στην ασφάλεια δεν έχουν πρόσβαση στους χώρους του «hub».
Υποστήριξε ότι αυτή ήταν εξαρχής η πολιτική, λόγω των περιορισμών χώρου, και ότι έχουν παραχωρηθεί ξεχωριστές εγκαταστάσεις στους φύλακες και στους υπόλοιπους εξωτερικούς συνεργάτες.
Η Πινακοθήκη ανέφερε ακόμη ότι η CIS Security πραγματοποίησε πρόσφατα έρευνα μεταξύ των εργαζομένων για τις συνθήκες εργασίας και ότι προωθούνται βελτιώσεις βάσει των απόψεων που καταγράφηκαν.
Σε σχέση με την εστίαση, υποστήριξε ότι οι φύλακες ρωτήθηκαν τι είδους υπηρεσίες επιθυμούσαν και ότι προτίμησαν την εγκατάσταση επιδοτούμενου αυτόματου πωλητή.
Αναφορικά με τα προβλήματα τρωκτικών, η διοίκηση ανέφερε ότι παρακολουθεί συστηματικά τις εγκαταστάσεις και συνεργάζεται με εξειδικευμένα συνεργεία για την αντιμετώπιση περιστατικών στο πλαίσιο της συνήθους διαχείρισης του κτιρίου.
Η Πινακοθήκη απέφυγε να σχολιάσει τις καταγγελίες για τον αριθμό των φυλάκων και τον τρόπο κατανομής τους στις αίθουσες.
Όπως ανέφερε, δεν δημοσιοποιεί λεπτομέρειες που αφορούν τη λειτουργία, τη στελέχωση και την ανάπτυξη του προσωπικού ασφαλείας, καθώς κάτι τέτοιο θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την προστασία του μουσείου.
