Οι άνθρωποι χτίζουν ή αγοράζουν. Η γνώση βασικών αρχών της αρχιτεκτονικής τους βοηθά να εκφράζουν καλύτερα τις ανάγκες τους, να αξιολογούν καλύτερα τις προτάσεις που δέχονται από τους αρχιτέκτονές τους και τελικά να δημιουργούν χώρους που υπηρετούν πραγματικά τη ζωή τους. Οι καλοί χώροι δεν είναι αποτέλεσμα τύχης.
Η ιστορία της αρχιτεκτονικής γράφεται συνήθως γύρω από μεγάλα ονόματα και διεθνή κινήματα. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις όπου η πραγματική σημασία ενός δημιουργού δεν βρίσκεται στην παγκόσμια αναγνώριση, αλλά στην ικανότητά του να μεταφράζει τις μεγάλες ιδέες στη γλώσσα του τόπου του. Για την Κύπρο, μια τέτοια περίπτωση είναι ο Νεοπτόλεμος Μιχαηλίδης, ο οποίος ανήκει στη γενιά εκείνων των αρχιτεκτόνων που διαμόρφωσαν τη μετάβαση από την παραδοσιακή αρχιτεκτονική στη σύγχρονη εποχή. Την περίοδο κατά την οποία το μοντέρνο κίνημα κυριαρχούσε στην Ευρώπη, η Κύπρος βρισκόταν ακόμη σε μια διαδικασία αναζήτησης της δικής της αρχιτεκτονικής ταυτότητας. Πρόκληση μεγάλη. Πώς μπορούσε ένας μικρός τόπος της Ανατολικής Μεσογείου να συμμετάσχει στον διεθνή εκσυγχρονισμό χωρίς να χάσει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του; Η εύκολη απάντηση θα ήταν η μίμηση.

Πολλές χώρες ακολούθησαν αυτόν τον δρόμο. Υιοθέτησαν μορφές και πρότυπα που δημιουργήθηκαν αλλού, συχνά αδιαφορώντας για το κλίμα, την ιστορία ή τον τρόπο ζωής των ανθρώπων τους. Ο Μιχαηλίδης επέλεξε μια διαφορετική πορεία. Κατανόησε ότι η αξία του μοντέρνου κινήματος δεν βρισκόταν στις εξωτερικές μορφές αλλά στις αρχές του. Το μοντέρνο δεν ήταν ένα αισθητικό ύφος που έπρεπε να αντιγραφεί. Ήταν ένας νέος τρόπος σκέψης γύρω από τον χώρο, τη λειτουργία και τη σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον του. Αυτή η διάκριση αποδείχθηκε καθοριστική. Στα έργα του Νεοπτόλεμου συναντά κανείς τις βασικές αρχές του μοντερνισμού: καθαρούς γεωμετρικούς όγκους, λειτουργική οργάνωση, απουσία περιττής διακόσμησης και έμφαση στη χρήση. Όμως ταυτόχρονα συναντά στοιχεία που προέρχονται άμεσα από την κυπριακή πραγματικότητα.

Το φως της Μεσογείου δεν αντιμετωπίζεται ως δεδομένο αλλά ως δομικό στοιχείο της σύνθεσης. Η σκιά αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Οι ημιυπαίθριοι χώροι λειτουργούν ως γέφυρα ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό περιβάλλον. Οι αναλογίες των όγκων παραμένουν ανθρώπινες. Το κλίμα δεν θεωρείται εμπόδιο που πρέπει να νικηθεί με μηχανικά μέσα, αλλά παράγοντας που καθορίζει τον σχεδιασμό. Αυτή η προσέγγιση είναι σήμερα περισσότερο επίκαιρη από ποτέ. Σε μια εποχή όπου η βιωσιμότητα βρίσκεται στο επίκεντρο της αρχιτεκτονικής συζήτησης, πολλά από όσα θεωρούμε σύγχρονες ανακαλύψεις υπήρχαν ήδη στον τρόπο με τον οποίο ο Μιχαηλίδης αντιλαμβανόταν τον χώρο. Η αξιοποίηση του φυσικού φωτισμού, η προστασία από την ηλιακή ακτινοβολία και η προσαρμογή στο τοπικό περιβάλλον αποτελούν αρχές που σήμερα επανέρχονται ως βασικές προϋποθέσεις του καλού σχεδιασμού. Η συμβολή του όμως δεν περιορίζεται στα επιμέρους αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά. Το σημαντικότερο επίτευγμά του ήταν ίσως η απόδειξη ότι η σύγχρονη αρχιτεκτονική δεν απαιτεί την εγκατάλειψη της πολιτιστικής ταυτότητας. Η συζήτηση αυτή παραμένει ανοιχτή μέχρι σήμερα. Συχνά ο εκσυγχρονισμός παρουσιάζεται ως αντίπαλος της παράδοσης. Από τη μία πλευρά βρίσκονται όσοι επιθυμούν τη διατήρηση του παρελθόντος και από την άλλη όσοι επιδιώκουν την καινοτομία. Το έργο του Μιχαηλίδη δείχνει ότι αυτή η αντίθεση είναι σε μεγάλο βαθμό ψευδής.

Η αρχιτεκτονική μπορεί να είναι σύγχρονη χωρίς να γίνεται απρόσωπη. Μπορεί να είναι διεθνής χωρίς να χάνει την τοπικότητά της. Μπορεί να κοιτάζει προς το μέλλον χωρίς να διαγράφει τη μνήμη. Γι' αυτό και η σημασία του υπερβαίνει τα ίδια τα κτήριά του.
Κάθε εποχή αφήνει το αποτύπωμά της στις πόλεις. Η σημερινή εποχή χαρακτηρίζεται από ταχύτητα, οικονομικές πιέσεις και παγκοσμιοποιημένες μορφές ανάπτυξης. Το αποτέλεσμα είναι ότι πολλές πόλεις αρχίζουν να μοιάζουν μεταξύ τους.
Οι ίδιες γυάλινες προσόψεις, οι ίδιοι πύργοι, οι ίδιες τυποποιημένες λύσεις επαναλαμβάνονται από ήπειρο σε ήπειρο. Μέσα σε αυτή την ομοιομορφία, το έργο του Νεοπτόλεμου Μιχαηλίδη λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η αρχιτεκτονική είναι πρωτίστως πολιτιστική πράξη. Οι κατοικίες και τα μεγάλα κτήρια δεν στεγάζουν μόνο δραστηριότητες. Στεγάζουν αξίες, συνήθειες, μνήμες και τρόπους ζωής. Όταν αυτά αγνοούνται, η πόλη χάνει σταδιακά τον χαρακτήρα της.

Η Κύπρος έχει κάθε λόγο να επανεξετάσει σήμερα την κληρονομιά του. Όχι από νοσταλγία ούτε από σεβασμό στο παρελθόν. Αλλά επειδή τα ερωτήματα που αντιμετώπισε παραμένουν επίκαιρα. Πώς μπορεί ένας τόπος να εκσυγχρονιστεί χωρίς να χάσει την ψυχή του; Πώς μπορεί να συμμετέχει στις διεθνείς εξελίξεις χωρίς να μετατρέπεται σε αντίγραφό τους;
Ο Νεοπτόλεμος Μιχαηλίδης δεν έδωσε θεωρητικές απαντήσεις. Έδωσε αρχιτεκτονικές απαντήσεις. Και ίσως αυτό να αποτελεί το σημαντικότερο στοιχείο της κληρονομιάς του. Δεν άφησε μόνο σχέδια και κτήρια. Άφησε έναν τρόπο σκέψης. Μία υπενθύμιση ότι η πρόοδος δεν βρίσκεται στην άκριτη υιοθέτηση του νέου ούτε στην άρνησή του. Βρίσκεται στη δημιουργική σύνθεση.
Ο Νεοπτόλεμος προσπάθησε να αποδείξει ότι η Κύπρος μπορούσε να είναι σύγχρονη παραμένοντας ο εαυτός της. Και αυτή ίσως είναι η πιο διαχρονική μορφή αρχιτεκτονικής σοφίας.
*Πρώην προέδρου ΕΤΕΚ
