Η Μπιενάλε της Βενετίας δεν είναι απλώς μια ακόμα διεθνής έκθεση τέχνης, είναι ένας ζωντανός καθρέφτης του κόσμου μας. Τα εθνικά περίπτερα ξεπερνούν τα όρια μιας απλής παρουσίασης μιας αισθητικής τάσης. Αποτελούν μανιφέστα για το πώς κάθε κράτος επιλέγει να συστήσει τον εαυτό του και τις αξίες του στην παγκόσμια σκηνή. Αυτή ακριβώς η συνύπαρξη τέχνης, διπλωματίας, ιστορίας και γεωπολιτικής είναι που καθιστά τον θεσμό μοναδικό και καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι στη φετινή 61η Μπιενάλε Βενετίας έφτασε τις 100 εθνικές συμμετοχές.
Κάθε διοργάνωση αποτελεί μια πολιτική και ιδεολογική χαρτογράφηση του πλανήτη. Ο επισκέπτης δεν καλείται απλώς να καταλάβει με τη λογική τις εικαστικές εγκαταστάσεις ή το πλούσιο οπτικοακουστικό υλικό. Η πραγματική ουσία κρύβεται αλλού: στο να «διαβάσει» πίσω από τις γραμμές ώστε να κατανοήσει καλύτερα τον κόσμο και την εποχή μέσα στην οποία ζει. Η παγκόσμια δημιουργική κοινότητα αναδεικνύει και διαπραγματεύεται μέσα από τις καλλιτεχνικές της προτάσεις τους συλλογικούς της φόβους και ανησυχίες και μας τους παρουσιάσει με τρόπους ευφάνταστους. Οι καλλιτέχνες, λειτουργώντας ως διαμεσολαβητές, μας ωθούν να επαναξιολογήσουμε τις κυρίαρχες τάσεις και ιδέες του αύριο, ενώ τα πόδια τους πατούν ακόμα στο παρόν.
Η φετινή Μπιενάλε ξεκίνησε με διάφορα απρόοπτα. Λίγες μέρες πριν τα εγκαίνια (30 Απριλίου 2026) παραιτήθηκαν και τα πέντε μέλη της διεθνούς κριτικής επιτροπής ανακοινώνοντας ότι δεν θα αξιολογούσαν για τα βραβεία καλλιτέχνες από χώρες των οποίων οι ηγέτες αντιμετωπίζουν εντάλματα ή διώξεις από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Χωρίς να κατονομάζουν κράτη ήταν σαφές ότι αναφέρονταν κυρίως στη Ρωσία και το Ισραήλ. Έτσι η ψηφοφορία θα γίνει για πρώτη φορά με τη βοήθεια του κοινού και αυτό θα απονείμει τα δύο βραβεία, τους «Λέοντες των Επισκεπτών» (Visitors’ Lions).
Νωρίτερα, από τη φάση της προετοιμασίας, οι διοργανωτές είχαν να αντιμετωπίσουν ακόμα μια πρόκληση, αυτή του πρόωρου θανάτου της επιμελήτριας. Η Koyo Kouoh δεν πρόλαβε να δει το επιμελητικό της όραμα να υλοποιείται. Έφυγε αιφνίδια τον Μάιο του 2025, μετά από σύντομη ασθένεια, λίγες μόλις ημέρες πριν παρουσιάσει επίσημα τον τίτλο και το πλήρες σκεπτικό της 61ης διοργάνωσης. Η απόφαση να μην αντικατασταθεί και να υλοποιηθεί η έκθεση ακριβώς όπως την είχε σχεδιάσει, σε συνεργασία με την ομάδα και την οικογένειά της, μετατρέπει τη φετινή Μπιενάλε σε κάτι παραπάνω από μια έκθεση: σε μια πράξη σεβασμού.
Η Koyo Kouoh καταγόταν από την Αφρική και αυτό αποτελεί άλλη μια σοβαρή πολιτική και πολιτισμική τοποθέτηση της διοργάνωσης. Η επιλογή της ως της πρώτης Αφρικανής γυναίκας-επιμελήτριας στην ιστορία ενός θεσμού ο οποίος για πάνω από 130 χρόνια, διαμορφωνόταν σχεδόν αποκλειστικά από ευρωπαϊκές και βορειοαμερικανικές αφηγήσεις, σηματοδοτεί μια ουσιαστική μετατόπιση, χωρίς, όμως, αυτή η μετατόπιση να διακηρύσσεται φωναχτά. Η αφρικανική τέχνη δεν εμφανίζεται ως «εξωτική», ούτε ως περιφερειακή υποσημείωση. Δεν απομονώνεται, δεν κατηγοριοποιείται, δεν παρουσιάζεται ως κάτι «άλλο». Αντίθετα, εντάσσεται ισότιμα στον παγκόσμιο διάλογο της σύγχρονης τέχνης. Οι καλλιτέχνες δεν εκπροσωπούν μια γεωγραφία αλλά καλούνται να συνδιαμορφώνουν μια κοινή αφήγηση. Και αυτό είναι ίσως το πιο ριζοσπαστικό στοιχείο της φετινής Μπιενάλε: δεν γίνεται «αφρικανική»· γίνεται διεθνής, μέσα από ένα διαφορετικό βλέμμα.
Ο τίτλος που επέλεξε η Kouoh, In Minor Keys, λειτουργεί σαν μια ήσυχη κατεύθυνση, σχεδόν σαν ψίθυρος. Κάλεσε τους καλλιτέχνες να προτείνουν έργα τα οποία να κινηθούν σε χαμηλούς τόνους και να αναδείξουν τη σημασία της βραδύτητας, του χρόνου που δεν βιάζεται. «Walk slowly, let the garden set the pace», μας προτρέπει η εθνική συμμετοχή του Βατικανού, οδηγώντας τον επισκέπτη σε έναν περιπατητικό διαλογισμό μέσα από μια ηχητική εγκατάσταση στους Μυστικούς Κήπους (Giardino Mistico) του μοναστηριού των Καρμηλιτών. Και πράγματι, περπατώντας, ανακαλύπτεις ξανά την αξία της σιωπής και την αξία της ακρόασης. Αισθήσεις που έχουμε αφήσει να ατροφήσουν. Σε έναν κόσμο που επιταχύνει διαρκώς, που θορυβεί ασταμάτητα, που απαιτεί άμεση αντίδραση και συνεχή παρουσία, η σιωπή μοιάζει σχεδόν άβολη. Η Kouoh, όμως, αυτό ακριβώς μας ζητά, να επιβραδύνουμε. Να σταθούμε. Να αφουγκραστούμε.
Τα πλείστα έργα της φετινής διοργάνωσης κινούνται σε τέτοιες χαμηλές τονικότητες. Μας προσκαλούν να μιλήσουμε και να ακούσουμε σε «μινόρε», να απομακρυνθούμε από το (υπερ)θέαμα και να στραφούμε προς τις λεπτές, σχεδόν αθέατες ανθρώπινες εμπειρίες. Εκεί όπου βρίσκονται οι μικρές πράξεις φροντίδας, επιβίωσης, μνήμης και δημιουργίας. Πράξεις που δεν γίνονται πρωτοσέλιδα, αλλά συγκροτούν τον ιστό της καθημερινότητας, και τελικά, της ιστορίας. Και ίσως εδώ να βρίσκεται άλλη μια από τις πιο ουσιαστικές προτάσεις της έκθεσης: η επαναδιαπραγμάτευση της σχέσης μας με τη μνήμη. Πώς θυμόμαστε; Ποιος γράφει την ιστορία; Και ποιος έχει τη δύναμη να σβήνει, να παραλείπει, να (ανα)διαμορφώνει αρχεία, δημιουργώντας μια «άλλη» συλλογική αφήγηση; Μέσα από αυτή την επίμονη ανατροπή της οπτικής μας, αρχίζουμε, έστω διστακτικά στην αρχή, να βλέπουμε αλλιώς τον κόσμο και τους ανθρώπους γύρω μας.
Σε αντίθεση με προηγούμενες Μπιενάλε, οι οποίες συχνά υιοθετούσαν μια πιο σαφή στάση απέναντι στα ζητήματα που έθεταν, η φετινή μοιάζει να αποσύρεται από αυτή τη ρητορική της βεβαιότητας. Η προσέγγιση της Koyo Kouoh δεν είναι ένα μανιφέστο. Είναι μια πρόσκληση, μια πρόσκληση για ενδοσκόπηση. Και ακριβώς εκεί εντοπίζεται η δύναμή της. Η έκθεση δεν επιχειρεί να δώσει εύκολες απαντήσεις για αυτό δεν είναι εύκολη, εύπεπτη για τον επισκέπτη. Δεν υιοθετεί κραυγαλέες θέσεις. Δεν επιδιώκει να σοκάρει ή να επιβληθεί. Αντίθετα, μετατοπίζει το βλέμμα μας από τα «μεγάλα συνθήματα» στις μικρές, εύθραυστες ανθρώπινες ιστορίες, στη μικροϊστορία. Εκεί όπου, όπως πίστευε η Kouoh, μπορεί να κατοικεί μια βαθύτερη μορφή πολιτικής: όχι στη φωνή που υψώνεται, αλλά στην προσοχή που εστιάζει. Σε έναν κόσμο που διαρκώς φωνάζει και έχει διάσπαση προσοχής, η ήρεμη, προσεκτική παρατήρηση μετατρέπεται σε πράξη αντίστασης. Η φετινή Μπιενάλε, λοιπόν, δεν επιδιώκει να μας πείσει. Μας καλεί να σταματήσουμε. Να ακούσουμε. Να θυμηθούμε. Να παρατηρήσουμε. Να αφήσουμε, επιτέλους, χώρο στη σιωπή.
Και ίσως, πριν επιχειρήσουμε να δώσουμε απαντήσεις σε όσα μας απασχολούν, να χρειάζεται πρώτα να μάθουμε κάτι πολύ πιο απλό: να ακούμε. Αυτό, ακριβώς, είναι το μεγάλο στοίχημα της φετινής Μπιενάλε. Οι προβληματισμοί που γεννιούνται στο μυαλό σου κατά τη διάρκεια της περιήγησης, σε ακολουθούν για καιρό μετά. Οι παρενέργειες της γίνονται αισθητές μετέπειτα. Ο απολογισμός, την επόμενη μέρα, είναι ο πραγματικός χώρος και χρόνος, όπου δοκιμάζεται η επιρροή της τέχνης. Αν οι εικόνες που είδες δεν σε αλλάξουν έστω και λίγο, τότε η έκθεση απέτυχε.
Αφήνοντας τους, κυριολεκτικά ομιλώντας, ζεστούς εκθεσιακούς χώρους των Giardini και του Arsenale, αντιλαμβάνεσαι ότι μόλις ήρθες αντιμέτωπος/η με το μέλλον του πλανήτη - ένα μέλλον γεμάτο προκλήσεις λόγω της κλιματικής αγωνίας, των συγκρούσεων, της ανισότητας, των κοινωνικών προβλημάτων αλλά και με μια αστείρευτη δίψα για επιβίωση και δημιουργία. Φεύγοντας από τη Βενετία, συνειδητοποιείς ότι η Μπιενάλε δεν σε έχει κάνει μόνο να αισθανθείς επισκέπτης άλλης μιας ακόμα έκθεσης αλλά πλέον αισθάνεσαι ότι πρέπει να αναλάβεις τις ευθύνες σου ως πολίτης/ισσα. Διότι οι εκδοχές του κόσμου που είδες επιμελημένες στους τοίχους, τα πατώματα και τα ταβάνια είναι η ζωή και το μέλλον που χτίζουμε ή και χαλούμε μέρα με τη μέρα, με τις επιλογές μας. Κι αυτός είναι ο βαθύτερος σκοπός της τέχνης: να μας ξυπνά από τον λήθαργο, την ώρα που το έχουμε περισσότερο ανάγκη. Και αυτή τη στιγμή φαίνεται ότι χρειαζόμαστε μια παύση, μια σιωπή, έναν ψίθυρο.
