Ένα βίντεο στο YouTube για τα καλιαρντά με οδήγησε σε μια τρανς γυναίκα που είχε αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής της στη διάσωση και την καταγραφή ενός ολόκληρου κόσμου, μιας γλώσσας, μιας μνήμης που χρειαζόταν σίγουρα ένα πλάσμα, όπως την Πάολα Ρεβενιώτη, για να την καταγράψει.
Ύστερα βρήκα και όλα τα υπόλοιπα. Τις «Πικροδάφνες». Τα μικρά βίντεο με τις συναντήσεις της με άλλες τρανς γυναίκες στον δρόμο. Τις συνεντεύξεις της, που δεν ήταν ποτέ προβλέψιμες ή βαρετές, γιατί μιλούσαν για τη ζωή χωρίς να τη λειαίνουν.
Το περιοδικό «ΚΡΑΞΙΜΟ». Ένα περιοδικό που σήμερα διαβάζεται σαν πολύτιμο αρχείο μιας ολόκληρης εποχής για τη ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητα, αλλά την ώρα που εκδιδόταν ήταν ένα έντυπο-πολιτική πράξη. Έδινε χώρο σε ανθρώπους που δεν είχαν δημόσιο βήμα, διεκδικούσε ορατότητα και παρέδιδε μερικά φύλλα γεμάτα με ιστορίες, απόψεις και εικόνες που πρόβαλλαν τα παρασκήνια της Αθήνας, με έναν σίγουρα ριζοσπαστικό τρόπο.
Οι φωτογραφίες της ένα, ακόμη, κεφάλαιο του έργου της. Όπως και η ιστορία και η σύνδεση με τον γιο της, ένα παιδί που βρέθηκε τυχαία στον δρόμο της και που εκείνη αγάπησε, φρόντισε και μεγάλωσε.
Η Πάολα, λοιπόν, ήταν μία πρωτοπόρα προσωπικότητα. Μία ακτιβίστρια, γυναίκα τρανς που είχε σθένος, επέμενε να μιλά σε μια εποχή που η πλειοψηφία κοιτούσε τους ανθρώπους με μια πολύ διαφορετική ματιά. Αυτό το τελευταίο, βέβαια, το γράφω με αμφιβολία για τη σημερινή εικόνα.
Γιατί η ζωή φαίνεται κάνει κύκλους και τώρα ζούμε έναν νέο κύκλο της περιθωριοποίησης της ελευθερίας έκφρασης. Μια εποχή που δεν κατανοούμε ότι όλες αυτές οι αντιδράσεις με διάθεση ελέγχου της έκφρασης, επιθυμία παρέμβασης και κεκαλυμμένης λογοκρισίας δεν οδήγησαν ποτέ σε κάτι θετικό.
Η Πάολα έζησε τη φρίκη της κοινωνίας, αλλά μιλούσε, έγραφε, βιντεογραφούσε και φωτογράφιζε τις απλές στιγμές, την πραγματικότητα. Από τη σεξουαλικότητά της, τις συνθήκες που βίωναν ομοφυλόφιλοι και τρανς, τα καλιαρντά, το «περιθώριο» αλλά και τις πιο τρυφερές στιγμές φιλίας, συντροφικότητας και επιβίωσης.
Στην Κύπρο, μπορώ να πω ότι έτυχε της αγάπης των ανθρώπων του πολιτισμού, οι οποίοι θέλησαν να αναδείξουν το έργο της. Μερικά παραδείγματα είναι η συμμετοχή του ντοκιμαντέρ της «Πικροδάφνες» στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ της Λεμεσού, η προβολή και συζήτηση που έγινε στο Πανεπιστήμιο Κύπρου με πρωτοβουλία της δρος Ζέλειας Γρηγορίου αλλά και η διαβόητη έκθεση, σε επιμέλεια του Χρήστου Κυριακίδη, στη Δημοτική Αγορά Λευκωσίας που, για μένα, γράφτηκε στην ιστορία πια αφού οι αστυνομικοί μπούκαραν και κατάσχεσαν μέρος της έκθεσης, ενώ κατηγόρησαν γραπτώς τον πρόεδρο, τότε, της Accept+, Κώστα Γαβριηλίδη. Η έκθεση δε, παρουσιάστηκε αργότερα στο Δημοτικό Κέντρο Τεχνών [Συνεργασία: Ίδρυμα Πιερίδη], το γνωστό NiMAC που βρέθηκε στο στόχαστρο τις προηγούμενες μέρες. Η ίδια μαθημένη, πιστεύω, στη λογοκρισία και τη στάση -ειδικά της Αστυνομίας- απέναντί της, συνέχισε και τώρα μπορεί να την αποχαιρετούμε, όμως το έργο της θα είναι πάντα εδώ μαζί μας να θυμίζει τι αγώνες έγιναν τελικά και τι αντιμετώπιση έλαβαν και λαμβάνουν συνάνθρωποί μας.
