Το Α’ Βραβείο στον αρχιτεκτονικό διαγωνισμό για τη Μελέτη Οικιστικών Μονάδων Ποιοτικής Προσιτής Στέγης προς Ενοικίαση στη Λάρνακα απέσπασε το αρχιτεκτονικό γραφείο UMBRAL ARCHITECTURE, με αρχιτέκτονα τον Γιώργο Κανάκη, παρουσιάζοντας μια πρόταση που αντιμετωπίζει την κατοίκηση ως κοινωνικό αγαθό και οργανώνει τη ζωή των κατοίκων γύρω από τη σχέση του ιδιωτικού, του δημόσιου και του κοινόχρηστου χώρου.
Σύμφωνα με τον Σύλλογο Αρχιτεκτόνων Κύπρου, η πρόταση οργανώνεται γύρω από τρεις βασικές χωρικές ζώνες: την αυστηρά ιδιωτική, τη δημόσια και την ενδιάμεση, κοινόχρηστη ζώνη. Μέσα από τον τρόπο που αυτές συσχετίζονται και διαβαθμίζονται, επιχειρεί να απαντήσει στα ζητήματα της κοινωνικής αξίας της κατοικίας, της ενεργειακής και λειτουργικής βιωσιμότητας και της ένταξης στο τοπικό περιβάλλον. Η κατοικία δεν αντιμετωπίζεται ως απομονωμένη μονάδα, αλλά ως μέρος ενός ευρύτερου συνόλου σχέσεων, μεταξύ του ιδιωτικού και του συλλογικού, του εσωτερικού και του εξωτερικού, καθώς και της μίας κατοικίας με την επόμενη.
© Σύλλογος Αρχιτεκτόνων Κύπρου.
Από τη μονάδα στο σύνολο
Η συνθετική ιδέα βασίζεται σε μια αλληλουχία πλήρων και κενών. Στα πλήρη τοποθετούνται οι περισσότερο ιδιωτικοί και λειτουργικοί χώροι της κατοικίας, όπως τα υπνοδωμάτια, τα λουτρά και τα καθιστικά, ενώ στο κενό οργανώνονται οι είσοδοι των μονάδων, οι κουζίνες και οι βεράντες. Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στην τοποθέτηση της κουζίνας, αντί του καθιστικού, στη ζώνη του κενού, αναδεικνύοντας την έννοια του «γύρω από το τραπέζι» ως βασικό στοιχείο του σεναρίου κατοίκησης. Η κουζίνα και η τραπεζαρία τοποθετούνται στο σημείο επαφής του εσωτερικού με τη βεράντα, μετατρέποντας το κενό σε ενεργό χώρο της καθημερινής ζωής.
Η διάκριση πλήρους και κενού μεταφέρεται και στην κατασκευαστική έκφραση του κτιρίου. Τα πλήρη διατηρούν μια συμπαγή και βαριά υλικότητα, ενώ οι ζώνες του κενού οργανώνονται ως ελαφρές μεταλλικές κατασκευές. Οι κουζίνες και οι βεράντες παρεμβάλλονται ανάμεσα στους συμπαγείς όγκους ως ελαφρύτερα στοιχεία, καθιστώντας αναγνώσιμη τη βασική συνθετική αρχή τόσο στην κλίμακα της κατοικίας όσο και του συγκροτήματος.
Η επανάληψη της μονάδας δημιουργεί ένα ενιαίο σύνολο χωρίς να χάνεται η κλίμακα της επιμέρους κατοικίας. Έτσι, ο μεγάλος αριθμός των μονάδων δεν εκφράζεται ως ένας ενιαίος κτιριακός όγκος, αλλά ως μια ρυθμική επανάληψη πλήρων και κενών, πιο κοντά στην κλίμακα της γύρω οικιστικής περιοχής.
Η ιδιωτικότητα ως στοιχείο της καθημερινότητας
Το συγκρότημα αναπτύσσεται κατά μήκος του οικοπέδου και αποτελείται από δύο κτίρια. Η πρόσβαση γίνεται από τον δρόμο σε τέσσερα σημεία, που αντιστοιχούν στα βασικά επίπεδα τα οποία προέκυψαν από την προσαρμογή της ανάπτυξης στο φυσικό ανάγλυφο. Σε κάθε επίπεδο, η πρόσβαση στις κατοικίες πραγματοποιείται μέσω ενός κοινόχρηστου εξωτερικού διαδρόμου, ο οποίος δεν λειτουργεί μόνο ως χώρος κίνησης, αλλά και ως ενδιάμεση ζώνη μεταξύ του συλλογικού και του ιδιωτικού, προσφέροντας έναν πιθανό χώρο καθημερινής συνάντησης των ενοίκων.
© Σύλλογος Αρχιτεκτόνων Κύπρου.
Στο ισόγειο, οι αποθήκες παρεμβάλλονται ανάμεσα στον χώρο στάθμευσης και τις κατοικίες, λειτουργώντας ως φίλτρο. Έτσι, η μετάβαση από τον δημόσιο στον ιδιωτικό χώρο πραγματοποιείται σταδιακά, μέσα από μια αλληλουχία δρόμου, στάθμευσης, κοινόχρηστης κίνησης, αποθήκης και κατοικίας. Αντίστοιχη διαβάθμιση εφαρμόζεται και στους ανώτερους ορόφους, επιτρέποντας τη συλλογική ζωή χωρίς να αναιρείται η ανάγκη για ιδιωτικότητα.
Κατοικία σε σχήμα Τ
Το συγκρότημα περιλαμβάνει τέσσερις τυπολογικές παραλλαγές, οι οποίες προκύπτουν από δύο βασικές τυπολογίες διαμερισμάτων, επιφανείας 40 και 62 τετραγωνικών μέτρων
© Σύλλογος Αρχιτεκτόνων Κύπρου.
Βασική επιδίωξη ήταν η διαμπερότητα στον άξονα Ανατολής-Δύσης. Ωστόσο, η ανάγκη περιορισμού των δυτικών ανοιγμάτων για βιοκλιματικούς λόγους και η αποφυγή άμεσων ανοιγμάτων προς τον κοινόχρηστο διάδρομο και τον χώρο στάθμευσης οδήγησαν στον μετασχηματισμό της κατοικίας σε σχήμα Τ. Με αυτόν τον τρόπο, τα κύρια ανοίγματα στρέφονται προς τον Νότο, ενώ οι περισσότερο ιδιωτικοί χώροι οργανώνονται στα συμπαγή τμήματα της κατοικίας. Η κεντρική ζώνη του Τ φιλοξενεί την κουζίνα και την τραπεζαρία και συνδέεται άμεσα με τη βεράντα, ενοποιώντας την καθημερινή χρήση του εσωτερικού και του εξωτερικού χώρου.
Το κενό ως περιβαλλοντικό φίλτρο
Η βιοκλιματική στρατηγική αποτελεί οργανικό μέρος της συνθετικής λογικής της πρότασης. Η στροφή των κύριων ανοιγμάτων προς τον Νότο επιτρέπει τον ελεγχόμενο ηλιασμό των χώρων κατοίκησης, ενώ ο περιορισμός των δυτικών ανοιγμάτων μειώνει την έκθεση στην έντονη απογευματινή ακτινοβολία.
© Σύλλογος Αρχιτεκτόνων Κύπρου.
Οι βεράντες και οι στεγασμένες μεταλλικές ζώνες του κενού λειτουργούν ταυτόχρονα ως χώροι μετάβασης και ως στοιχεία σκιασμού. Κατά τους θερινούς μήνες περιορίζουν την άμεση ηλιακή ακτινοβολία, ενώ τον χειμώνα επιτρέπουν στον χαμηλότερο νότιο ήλιο να εισχωρεί βαθύτερα στους χώρους κατοίκησης.
Παράλληλα, τα ανοίγματα σε διαφορετικές όψεις ενισχύουν τον φυσικό αερισμό των κατοικιών, ενώ οι εξωτερικοί κοινόχρηστοι διάδρομοι παραμένουν ανοιχτοί και φυσικά αεριζόμενοι. Στην κλίμακα του συγκροτήματος, η συνεχής εναλλαγή πλήρους και κενού δημιουργεί μια πορώδη κτιριακή μάζα αντί ενός ενιαίου συμπαγούς μετώπου, με το κενό να αποκτά διπλό ρόλο, ως χώρος κατοίκησης αλλά και ως περιβαλλοντικό φίλτρο.
© Σύλλογος Αρχιτεκτόνων Κύπρου.
