«Δεν μιλάς, τραγουδάς!»: Η μελωδικότητα των κυπριακών από τη σκοπιά ενός φωνολόγου

ΠΑΡΑΘΥΡΟ Δημοσιεύθηκε 12.3.2023

Έχουν κάποιαν ιδιαίτερην μελωδικότηταν τα κυπριακά σε σχέσην με την κοινήν; Γιατί μας λαλούν οι Καλαμαράες (ή οι Ελλαδίτες, πιο κομψά) εμάς τους Κυπραίους ότι μιλούμεν τραουδιστά; Τι εν’ τζ̆είνον που τους ακούεται σαν τραούδισμαν;

Ας αρκέψουμεν που τα βασικά. Ούλλες οι γλώσσες έχουν μελωδίαν. Μόνον έναν ρομπότ εννά εμπορούσεν να μιλήσει κρατώντας τον επιτονισμόν του σταθερόν σε έναν επίπεδον. Άρα, έννεν’ κάτι ιδιαίτερον που κάμνει η κυπριακή σε σχέσην με οποιανδήποτε άλλην γλωσσικήν ποικιλίαν (γλώσσαν, διάλεκτον, όπως θέλεις πε το). Εν’ τζ̆είνον που λαλεί τζ̆αι ο Στίβεν Ππίνικκερ στο βιβλίον του Το Γλωσσικό Ένστικτο (Pinker, 2000) ότι ως ανθρώπινον είδος έχουμεν τούντην μοναδικήν ικανότηταν να επικοινωνούμεν πληροφορίες για το «ποιος έκαμεν τι σε ποιον» διαμορφώννοντας τους ήχους που κάμνουμεν άμμαν εκπνέουμεν.

Που την στιγμήν που ούλλοι αποδεχούμαστεν ότι μιλούμεν με «μελωδίαν» τζ̆αι όι μονοτονικά, τα ερωτήματα που προκύπτουν εν’ θκυο τζ̆αι εν’ αλληλένδετα: Πρώτον, τι εν’ τζ̆είνον το φωνολογικόν χαρακτηριστικόν που προσλαμβάννεται που μη φυσικούς ομιλητές σαν τραγούδισμαν; Δεύτερον, ίνταλος διαφέρει ο επιτονισμός της κυπριακής ελληνικής σε σχέσην με την κοινήν νέαν ελληνικήν;

Στην Γλωσσολογίαν, οι ήχοι εξετάζουνται ως μέρος της Φωνολογίας. Τα διάφορα μελωδικά μοτίβα εξετάζουνται στο υποπεδίον της Προσωδίας τζ̆αι συγκεκριμένα του Επιτονισμού. Για την περιγραφήν ενός μελωδικού μοτίβου λαμβάννουνται υπόψην κατά βάσην τρία ακουστικά χαρακτηριστικά: το ύψος της φωνής (μετρημένον ως θεμελιώδης συχνότητα σε Hertz), η διάρκεια (σε χιλιοστά του δευτερολέπτου) τζ̆αι η ένταση (σε ντεσιμπέλ).

Που την μέχρι τώρα έρευναν στον τομέαν του επιτονισμού για την κυπριακήν τζ̆αι την κοινήν εφανήκαν θκυο βασικά πράματα. Πρώτον, η κυπριακή ακολουθά άλλα μοτίβα επιμήκυνσης στες καταλήξεις φράσεων (Themistocleous, 2014). Εν’ τζ̆είνον που λαλούμεν μπακκαλλίστικα ότι σέρνουμεν την φωνήν μας στο τέλος. Τζ̆αι δεύτερον, στην κυπριακήν, τα τονικά ύψη εν συνδέουνται, εν ευθυγραμμίζουνται με το τονισμένον φωνήεν (Themistocleous, 2016). Για να το πούμεν πάλε μπακκαλλίστικα, εν τονίζουμεν τα φωνήεντα αλλά τα σύμφωνα. Απίστευτον;;!

Μάλλον τούτοι εν’ τζ̆αι οι κύριοι λόγοι που κάμνουν τους φυσικούς ομιλητές της κοινής να πιστεύκουν ότι μιλούμεν τραουδιστά. Φυσικά, τούντο πράμαν εν’ σε επίπεδον υπόθεσης εργασίας, γιατί ακόμα εν εγίναν αντιληπτικά πειράματα για να αποδειχτεί τζ̆αι επιστημονικά ότι τούτοι εν’ οι κύριοι παράγοντες που κάμνουν τους μη φυσικούς ομιλητές της κυπριακής να πιστεύκουν ότι οι ομιλητές της κυπριακής μιλούν «τραουδιστά».

*Γράφει η Βασιλική Ερωτοκρίτου, υποψήφια διδάκτωρ Γλωσσολογίας στο Τμήμα Αγγλικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κύπρου και ειδικός επιστήμονας Διδασκαλίας στο Σχολείο Ελληνικής Γλώσσας του Πανεπιστημίου Κύπρου

Αναφορές

Pinker, Steven (2000). Το Γλωσσικό Ένστικτο: Πώς ο Νους Δημιουργεί τη Γλώσσα. Αθήνα: Κάτοπτρο.

Themistocleous, Charalambos (2014). Edge-Tone Effects and Prosodic Domain Effects on Final Lengthening. Linguistic Variation, 14(1), 129–160.

Themistocleous, Charalambos (2016). Seeking an Anchorage. Stability and Variability in Tonal Alignment of Rising Prenuclear Pitch Accents in Cypriot Greek. Language and Speech, 59(4), 433–461.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ
Σιωπηλές κλήσεις

Σιωπηλές κλήσεις

Σιωπηλές κλήσεις

Για τι μιλάμε όταν μιλάμε για τη γλώσσα;

Για τι μιλάμε όταν μιλάμε για τη γλώσσα;

Για τι μιλάμε όταν μιλάμε για τη γλώσσα;