Γράφει ο εικαστικός Γλαύκος Κουμίδης
Πάντα δυσκολευόμασταν να βρούμε τα λόγια, το σωστό ύφος και προπάντων χρήσιμους μνημονευτικούς τρόπους, τέτοιους που να εγκαρδιώνουν, να παρηγορούν, αλλά και να συνάδουν με τις πολιτειακές μας ανάγκες, ακόμα και σήμερα, ύστερα από πενήντα χρόνια προπαιδείας στη θλιβερή επετειακότητα του ’74, κι εβδομήντα σχεδόν στη δοξολογία του ’55.
Ποια να ’ναι άραγε τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της δικής μας τραυματικής εμπειρίας, τι είναι αυτό που μας κάνει τόσο δύστροπους; Φταίει η μορφολογία της Μεσαορίας, που δεν μας αφήνει να αποστρέψουμε το βλέμμα από τη σημαδεμένη οροσειρά, είναι το επιτηδευμένο ξεχείλωμα του ιστορικού χρόνου που δεν επιτρέπει στο θυμικό να γαληνέψει, η αειφανής τουρκική απειλή, ή μήπως οι στρεβλώσεις οφείλονται σε μια βαθύτερη εσωτερική σύγκρουση, στην παθογενή συσσώρευση κάποιων ακατέργαστων αντιφάσεων;
Τουλάχιστον υφολογικά είναι φανερό πως ακόμα βολοδέρνουμε ανάμεσα στη θλίψη και την έπαρση, την ελεγεία και τον θούριο. Το ύφος όμως είναι θέμα προτίμησης. Επιτακτική παραμένει η χρεία του μνημονευτικού εθιμικού, ιδίως τώρα που ο λαϊκός αυθορμητισμός ξεθώριασε και η πρωτοβουλία πέρασε στους διαφημιστές και τους ατζέντηδες, αλλά και στα νεοφανή παγκόσμιας εμβέλειας ψηφιακά δίκτυα. Εξάλλου δεν είναι βέβαιο αν υπάρχουν ακόμα εκεί έξω άνθρωποι που θέλουν ν’ ακούσουν για το πρόβλημά μας, να συμπονέσουν ή και να νιώσουν ενοχή για την κατοχή και τη διαίρεση της χώρας μας. Εκτός κι αν το ζητούμενο είναι η εκτόνωση, η κομματική συσπείρωση και ο κατευνασμός του φόβου για τα χειρότερα που πιθανόν να έπονται. Αλλά και τα πιο έκδηλα αιτήματα για αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής, επανένωση της χώρας, επιστροφή προσφύγων στις εστίες τους φαίνεται να έχουν ξεθωριάσει με την κατά κόρον επανάληψη.
Η δε υφολογική αμφιρρέπεια της διαγωγής μας των τελευταίων χρόνων, κι όχι μόνο κατά τις επετειακές εκδηλώσεις, εγείρει την υποψία πως ίσως εντός κι ανάμεσά μας να αναπτύσσεται βαθμηδόν μια διάθεση που μόνο ως «κρυπτοεόρτια» θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Πιθανόν αυτό που πραγματικά επιθυμούμε, ίσως και το μόνο που μας απομένει, είναι να το «γιορτάσουμε». Το γεγονός δηλαδή πως το κράτος μας κατάφερε να επιβιώσει κι εξακολουθεί να υπάρχει παρά τις απώλειες ζωών, περιουσιών, αλλά και εθνικών ιδεωδών. Με πιο βαρύνουσα την τελευτή της ιστορικής προοπτικής για «Ένωση» με την Ελλάδα. Σ’ αυτή μάλιστα την περίπτωση φαίνεται να συμβαίνει ό,τι και στις επικήδειες τελετές, όπου οι συγγενείς προτρέπουν το κοινό να κάνει εισφορές σε κάποιο ευαγές ίδρυμα, αντί στεφάνων. Έτσι κι εμείς εισφέρουμε αγόγγυστα στον «μακροχρόνιο» που κήρυξε εν τη αμηχανία του ο Μακαριότατος. Δεν πρέπει όμως να έχουμε παράπονο. Έστω και ακρωτηριασμένο, το δικό μας ευαγές ίδρυμα, η Κυπριακή Δημοκρατία, στάθηκε γενναιόδωρο όλα αυτά τα χρόνια, πράγματι γαλαντόμο. Ακόμα και σήμερα, μισό αιώνα μετά, συνεχίζει να προσφέρει καταξίωση, ασυλία και άλλοθι, ακόμα και σ’ εκείνους που θέλησαν να την καταλύσουν πραξικοπηματικά, καθώς και στους απατεώνες που στη συνέχεια την περιποιήθηκαν με την ξούρα του χρηματιστηρίου του ’99, την κόντρα ξούρα μετά κουρέματος του ’13, και στη συνέχεια το «γιόρτασαν» χορταστικά με το πάρτι των διαβατηρίων. Πώς θα μπορέσουμε λοιπόν να επανασημασιοδοτήσουμε πενήντα βεβαρημένους Ιούληδες, χωρίς να πρέπει να προικίσουμε για μια ακόμη φορά τους «οργανικούς», με την γκραμσιανή έννοια του όρου, «ψυχαγωγούς»;
Δύσκολο το ερώτημα, αφού μια συμβατική «εορταστική» πρόταση θα ήταν αναπόφευκτα μέσα στο πνεύμα ομοίως οργανικών ατζέντηδων. Δεν φτάνει όμως να ξέρουμε τι «δεν» θέλουμε. Πρέπει καμιά φορά ν’ αντιπροτείνουμε. Ας το «γιορτάσουμε» λοιπόν φέτος ανέξοδα και πανδήμως. Χωρίς κομματική καθοδήγηση, στήνοντας πηγαδάκια κι ανάβοντας λαμπρατζιές σ’ όλο το κυκλικό βαθούλωμα της τάφρου. Ας μαζευτούν τα προσκοπάκια, οι ροκάδες, οι μαθητευόμενοι ρεμπέτες και οι λαϊκοί τραγουδιστές, τζαζίστες και ράπερς, από Λονδίνο, Αθήνα κι Αμστελόδαμο, ευπρόσδεκτοι και οι …«ιπτάμενοι Λεμεσιανοί κι όποιος άλλος θα ’θελε να «το γιορτάσει» γύρω από την πυρά. Κι ας φροντίσουν οι «οργανικοί» επαναπροσεγγιστές να λαμπαδιάσει και το κατεχόμενο ήμισυ της τάφρου, έτσι που το τείχος της Λευκωσίας να λάμψει μέσα στη νύκτα, να μοιάσει για λίγο μ’ ένα ολόγιομο στεφάνι. Κι ας το φωτογραφήσουμε από ψηλά με drone, για μύριες αναρτήσεις στο TikTok, αντί στεφάνων.