Cyprus Film Days '12 | Άδωνις Φλωρίδης

Μερόπη Μωυσέως Δημοσιεύθηκε 19.4.2012


Το «Παράθυρο» παρουσιάζει το φετινό Φεστιβάλ «Κινηματογραφικές Μέρες Κύπρος 2012» μέσα από τις ταινίες και τους ανθρώπους του.




Άδωνις Φλωρίδης [μέλος της καλλιτεχνικής επιτροπής]


adonis



Ποια είναι η αξία του φεστιβάλ ως θεσμού;


Το φεστιβάλ νομίζω ότι καταφέρνει να συντονίσει την Κύπρο με το τι συμβαίνει στον σύγχρονο παγκόσμιο κινηματογράφο. Από την άλλη νομίζω ότι σιγά-σιγά άρχισε να μπαίνει και η Κύπρος σ' αυτό το παγκόσμιο σκηνικό μέσω του φεστιβάλ μιας και η ανταπόκριση που έχουμε από το εξωτερικό είναι αρκετά μεγάλη. Αν αναλογιστεί μάλιστα κανείς ότι είναι μόνο η δεύτερη χρονιά φέτος που έχουμε το διαγωνιστικό τμήμα, που αποτελεί και το κέντρο ενδιαφέροντος των ξένων κινηματογραφιστών, νομίζω ότι πάμε πολύ καλά. Επί πλέον πιστεύουμε ότι το φεστιβάλ έχει να διαδραματίσει και ένα επιμορφωτικό ρόλο, ειδικά μέσα από τα αφιερώματα και τις παράλληλες εκδηλώσεις.



Ποιο είναι το πρώτο κριτήριο για μια καλή ταινία;


Αυτό δεν είναι καθόλου απλό. Είναι μια σειρά από παράγοντες που συνδυάζονται για να δώσουν ένα καλό τελικό αποτέλεσμα. Είναι η ιστορία, ο τρόπος που λέγεται, δηλαδή η δομή της, η διαδρομή και η ολοκλήρωση των χαρακτήρων και φυσικά η θεματική, αν έχει δηλαδή να μας πει κάτι η ταινία και αν επικοινωνεί αυτό που έχει να πει. Τα υπόλοιπα, τεχνικά, εφφέ κλπ έρχονται σε δεύτερη μοίρα.


Τι σημαίνει ποιοτικός κινηματογράφος;


Εξαρτάται απ' το πώς αντιλαμβάνεται κάποιος τον κινηματογράφο. Είναι σαν να βάζουμε το ερώτημα: τι είναι ένα καλό βιβλίο; Μα ένα βιβλίο μπορεί να είναι μυθιστόρημα, μπορεί να είναι τσελεμεντές, μπορεί να είναι κόμικ ή ένα βιβλίο με φωτογραφίες από τη ζωή του 19ου αιώνα. Όλα μπορεί να είναι καλά ή κακά. Είτε στοχεύουν στη διασκέδαση, είτε στην επιμόρφωση, είτε σε εκείνο που θα έπρεπε να ονομάζεται ψυχαγωγία, με την αυστηρή όμως  έννοια, της αγωγής της ψυχής. Το ίδιο και ο κινηματογράφος. Είναι ένα πράγμα να πας να δεις μια ταινία για να περάσεις χαλαρά και ευχάριστα [όπως ας πούμε διαβάζεις ένα κόμικ], άλλο να παρακολουθήσεις μια ταινία που έχει να σου μεταδόσει ιδέες και αγωνίες κάποιου δημιουργού που θέλει να επικοινωνήσει μέσα από αυτή τη τέχνη με το κοινό. Είναι το ίδιο όπως όταν διαβάζεις ας πούμε ένα μυθιστόρημα. Οπότε ο όρος «ποιοτικός κινηματογράφος» δεν είναι αυτό που θα λέγαμε genre [υπάρχει και αυτή η άποψη]. Είναι πλασματικός. Αυτό που υπάρχει είναι στη πραγματικότητα η ειλικρίνεια με την οποία μια ταινία, σε οποιοδήποτε κινηματογραφικό είδος κι αν ανήκει,  πραγματεύεται το θέμα της. Επίσης αυτό που υπάρχει και μπορεί να το αισθανθεί ένας θεατής είναι το αν ο δημιουργός μιας ταινίας θέλει ειλικρινά να επικοινωνήσει με το κοινό του. Όταν υπάρχει αυτή η ειλικρίνεια, τότε μιλούμε για ποιότητα, ίσως και για τέχνη, αν και σαν όρο δεν μπορούμε να την ορίσουμε επακριβώς. Σίγουρα όμως εμπεριέχει το στοιχείο της ειλικρίνειας, τόσο σε επίπεδο έκφρασης όσο και σε επίπεδο επικοινωνίας.


Μεγάλη οθόνη ή download;


Το ζήτημα είναι πολύπλοκο. Από τη μια έχουμε την ευκολία του download και την άνεση του να παρακολουθήσουμε μια ταινία στο σπίτι μας, χαλαρά, με τη μπίρα μας, να διακόψουμε όποτε θέλουμε και να ξαναρχίσουμε κ.ο.κ. Όμως, η μεγάλη οθόνη είναι αυτή που αποκαλύπτει σε όλο της το μεγαλείο μια σημαντική ιδιότητα του κινηματογράφου που εξουδετερώνεται εντελώς στη μικρή οθόνη [τηλεόραση, υπολογιστής, dvd κλπ]. Αυτή είναι η εικαστική ιδιότητα του κινηματογράφου που τείνει να υποβαθμίζεται συνεχώς πράγμα που με τη σειρά του επιδρά πάνω στην ίδια την αισθητική του κινηματογράφου ως φαινομένου, οδηγώντας ολοένα και περισσότερο σε ταινίες με πιο φτωχή αξία από πλευράς εικαστικής αισθητικής [την οποία έτσι κι αλλιώς στη μικρή οθόνη δεν μπορείς να εκτιμήσεις].


Σ' αυτό συντείνει και η ψηφιακή τεχνολογία -με την οποία γυρίζονται πια οι πλείστες ταινίες- η οποία ενώ έχει σαφώς εκδημοκρατικοποιήσει το μέσο, με την έννοια του ότι δεν είναι τόσο δύσκολο ή πανάκριβο το να κάνεις μια ταινία όσο ήταν πιο παλιά, αλλά από την άλλη τείνει να παράγει πάρα πολλές ταινίες με αισθητική επιπέδου youtube.


Επιμένω ότι στη μικρή οθόνη βλέπεις μόνο τη μισή ταινία. Την άλλη μισή ταινία μπορείς να τη δεις μόνο στη μεγάλη οθόνη. Αλλά, ναι υπάρχουν στιγμές που θέλεις να χαλαρώσεις και να δεις μια ταινία μόνος απλωμένος στον καναπέ σου ή στο λαπτοπ. Και υπάρχουν όντως κάποιες ταινίες που με τίποτα δεν πήγαινα να δω στον κινηματογράφο, δεν θα υπήρχε νόημα λόγω τηλεοπτικής αισθητικής ή αισθητικής youtube.


Aντίθετα υπάρχουν ταινίες που μόνο στη μεγάλη οθόνη -και για να είμαι εντελώς ειλικρινής, μόνο στο σέλιλοϊντ- μπορεί κάποιος να τις εκτιμήσει. Πιστεύω ακόμα σ' αυτό που ονομάζουμε «Μαγεία του κινηματογράφου». Κι αυτή τη μαγεία δεν μπορείς να τη βιώσεις με τη μούρη κολλημένη στο i-pad. Όμως οι καιροί αλλάζουν και έχω την αίσθηση ότι τίποτα δεν μπορεί να αντιστρέψει μια προδιαγεγραμμένη πορεία.


Κυπριακό σινεμά: πού ήταν και πού πάει;


Μ' αρέσει ο όρος «Κυπριακό Σινεμά». Το λέω γιατί μέχρι τώρα αναφερόμασταν συνήθως στον όρο «Κυπριακός Κινηματογράφος». Δεδομένου το ότι ο όρος σινεμά αντιστοιχεί στα ελληνικά με εκείνο που θα λέγαμε «movies» στα αμερικάνικα ή «pictures» στα εγγλέζικα και σχετίζεται περισσότερο με το φαινόμενο ως υποδομή, με το πως και γιατί παράγεται και καταναλώνεται μια ταινία, ο όρος «κινηματογράφος» αντιστοιχεί περισσότερο στο αγγλικό «cinema» που διαφοροποιείται από τα «movies» με την έννοια ότι σχετίζεται περισσότερο με την δομή του φαινομένου, με την αισθητική του αλλά και με τον τρόπο που αυτό αλληλεπιδρά με την κοινωνία.


Σχετίζεται δηλαδή  με την αισθητικοπολιτική πτυχή του φαινομένου. Οπότε, έχοντας πει αυτά, μιλώντας για κυπριακό σινεμά, θα έλεγα ότι δεν υπάρχει. Αυτό που έχουμε είναι ανθρώπους που παλεύουν με νύχια και δόντια να κάνουν ταινίες παράγοντας μια προσωπική κινηματογραφία με κύριο σκοπό την έκφραση και την επικοινωνία παρά το box office. Δεν φταίει κανένας γι' αυτό. Ούτε το κράτος, ούτε οι φορείς, ούτε το κοινό, ούτε καν η ισοπέδωση που επιβάλλουν τα διεθνή μονοπώλια παραγωγής και διανομής των ταινιών. Απλώς σαν μια «έφηβη» κοινωνία είμαστε ανώριμοι στο επίπεδο παραγωγής πολιτισμού γενικότερα. Τονίζω το «παραγωγής» και όχι «αναπαραγωγής».


Ίσως ακούγεται σκληρό αυτό που λέω, αλλά έτσι το αισθάνομαι. Από την άλλη είναι και το μικρό μας μέγεθος που σημαίνει με τη σειρά του μικρότερο κοινό, μικρότεροι πόροι κ.ο.κ.


Θα μπορούσα να πω με σχετική ασφάλεια ότι ο κινηματογράφος μας είναι περίπου στο ίδιο επίπεδο με το μυθιστόρημά μας ας πούμε. Όπως δεν έχουμε κανένα Τολστόϊ, έτσι δεν έχουμε και κανένα Ταρκόφσκι ή Τρυφφώ. Δεν έχουμε φτάσει σ' αυτό το επίπεδο καλλιτεχνικής, αλλά ούτε και κοινωνικής ωριμότητας και έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας. Έχουμε όμως ανθρώπους που γνωρίζουν το μέτρο και τους περιορισμούς και δημιουργούν μέσα σ' αυτά τα πλαίσια. Και κάποτε μας δίνουν όμορφες και ειλικρινείς ταινίες.


Μερικές μάλιστα από αυτές διακρίνονται και στο εξωτερικό.



* Οι απόψεις έκαστου μέλους της καλλιτεχνικής επιτροπής όπως προκύπτουν από τις απαντήσεις τους, εκφράζουν αποκλειστικά τους ίδιους και όχι την επιτροπή ως σύνολο.



Ποιος είναι


Ο Άδωνις Φλωρίδης είναι σκηνοθέτης στον κινηματογράφο και το θέατρο, θεατρικός συγγραφέας και σεναριογράφος. Ζει και εργάζεται στη Λεμεσό. Έχει γράψει το σενάριο και συν-σκηνοθετήσει τις ταινίες «Kalabush» και «Εspresso» οι οποίες έχουν προβληθεί σε πολλές χώρες του κόσμου και έχουν βραβευθεί και τύχει διαφόρων διακρίσεων σε διεθνή φεστιβάλ. Έχει επίσης σκηνοθετήσει αριθμό ντοκμαντέρ.


Στο θέατρο, έχει γράψει και σκηνοθετήσει τα θεατρικά έργα «Yahari Tuhari» και “Πες τα σ’ εμένα” τα οποία ανέβασε με την θεατρική ομάδα «Επιθέσεως».
Έχει επίσης γράψει και σκηνοθετήσει το “Ο καλός Δράκος του Χονγκ Κονγκ” για την Εταιρεία Θεατρικής Ανάπτυξης Λεμεσού, βασισμένο στο έργο του Νίκου Καββαδία. Και τα τρία έργα έργα ήταν υποψήφια για για τα Βραβεία Θεάτρου του ΘΟΚ και έχουν συμπεριληφθεί στον on-line κατάλογο του European Theatre Convention των καλύτερων σύγχρονων Ευρωπαϊκων θεατρικών έργων. Για την ΕΘΑΛ έχει σκηνοθετήσει επίσης άλλα τέσσερα έργα, μεταξύ των οποίων το “Μετά τη Βροχή” του Σέρτζι Μπελμπελ, καθώς και ένα θεατρικό αναλόγιο βασισμένο στη νουβέλα του Στρατή Τσίρκα “Νουρεντίν Μπόμπα”. Συνεργάστηκε επίσης ως σκηνοθέτης με τη Θεατρική Πορεία Λεμεσού σκηνοθετώντας ανάμεσα σ’ άλλα τα έργα “Καλιφόρνια Ντρήμιν” του Β. Κατσικονούρη, “Οι Φυσικοί” του Φ. Ντίρενμαντ κ.α..


Έχει εργαστεί στην τηλεόραση ως σκηνοθέτης, συγγραφέας και παραγωγός και διδάσκει κινηματογραφικό σενάριο και κινηματογράφο στο Εργαστήρι Κινηματογραφικού Σεναρίου που ίδρυσε ο ιδιος.



Χρήσιμα link:


Προβολές


Οι ταινίες του διαγωνιστικού τμήματος


Έκθεση φωτογραφίας: Εγυρίσαμεν ταινίαν στην Κύπρον


Επίσημη ιστοσελίδα του φεστιβάλ




Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων
Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας parathyro.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ