Παράθυρο logo
78ο Φεστιβάλ Βενετίας: Από το Μεξικό των «εξαφανισμένων» γυναικών στην Ιταλία της Μπελ Επόκ
Δημοσιεύθηκε 08.09.2021 11:27
78ο Φεστιβάλ Βενετίας: Από το Μεξικό των «εξαφανισμένων» γυναικών στην Ιταλία της Μπελ Επόκ

Στη γρανάζια μιας μεταποιητικής βιομηχανίας, όπου κυριαρχούν οι βρώμικες δουλειές και οι εξαφανίσεις προσώπων, μπλέκεται ο νεαρός έφηβος ήρωας της μεξικανικής ταινίας «Το κουτί» (La Cana) του Λορέντζος Βίγκας, που είδαμε σήμερα στο 78ο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Βενετίας. Στη δεύτερη αυτή ταινία τους ο Βίγκας ακολουθεί τον νεαρό Χατζίν στο ταξίδι του από την πόλη του Μεξικού σε μια βόρεια περιοχή της χώρας (γνωστή για τη μυστηριώδη εξαφάνιση περισσότερων από 10.000 γυναικών τα τελευταία δέκα χρόνια) για να παραλάβει τα λείψανα του νεκρού πατέρα του.

Στην πορεία του θα συναντήσει τον Μάριο, έναν άντρα που μοιάζει εκπληκτικά με τον πατέρα του, και θα τον ακολουθήσει στη «δουλειά» του, που δεν είναι άλλη από μια συνεργασία με εργοστάσιο που εκμεταλλεύεται με τον χειρότερο τρόπο γυναίκες που εργάζονται σκληρά για φτηνά μεροκάματα. Ο Χατζίν θα μείνει και θα εργαστεί για ένα διάστημα μαζί με τον Μάριο, που του δίνει την ευκαιρία να δει από κοντά όχι μόνο την εκμετάλλευση αλλά και να ανακαλύψει τα εγκληματικά σχέδια του Μάριο, όταν ένα από τα κορίτσια που εργάζεται στο εργοστάσιο «εξαφανίζεται».

Στόχος του Βίγκας ήταν, όπως ανάφερε ο ίδιος, να εξερευνήσει την ταυτότητα του σύγχρονου Μεξικανού, σε μια χώρα της Λατινικής Αμερικής, περιοχή όπου η ιστορία της είναι ακόμη πολύ νέα.

Για να το πετύχει, ο σκηνοθέτης καταγράφει, με ρεαλιστική λεπτομέρεια, την πορεία του νεαρού του ήρωα, αποφασισμένου, από τη στιγμή που αναγνωρίζει τον πατέρα του στο πρόσωπο του Μάριου, να ανακαλύψει τους λόγους που τους εγκατάλειψε αλλά και την πραγματική δουλειά του, ιδιαίτερα όταν εξαφανίζεται το νεαρό κορίτσι. Ο Μάριο όταν κάποια στιγμή καταλαβαίνει πως ο Χατζίν έχει ανακαλύψει πως αυτός εμπλέκεται στη δολοφονία της νεαρής, αρχίζει, για να κερδίσει  τη συμπάθεια και τη σιωπή του, να του μιλά για την ανάγκη του «δεσίματος» της οικογένειας, που είναι, όπως πιστεύει, το μόνο σταθερό σε μια τέτοια κοινωνία. Στη δημιουργία μιας αυθεντικής ατμόσφαιρας βοήθησε και το γύρισμα της ταινίας σε μια πραγματική «Maquiladora», στα χαμηλού κόστους εργοστάσια συναρμολόγησης, στην περιοχή Σιουντάντ Χουαρέζ του Μεξικού.

Την ιστορία ενός θρύλου της κωμωδίας, του Εντουάρντο Σκαρπέτα, και τον δικαστικό του αγώνα να αποδείξει πως η παρωδία ενός έργου του Ντ’ Ανούντσιο που παρουσίασε στο θέατρο του δεν ήταν λογοκλοπή, παρουσιάζει στην ταινία «Ο βασιλιάς της κωμωδίας» («Qui Rido io»), ο Ιταλός σκηνοθέτης Μάριο Μαρτόνε («Εμείς πιστεύαμε», «Il giovane favoloso»).

Η ιστορία εκτυλίσσεται στην Νάπολη της «Μπελ Επόκ», στις αρχές του 20ου αιώνα, όταν στο κωμικό θέατρο βασιλιάς της κωμωδίας και του μποξ-όφις ήταν ο Σκαρπέτα. Την πετυχημένη ζωή του στο θέατρο και με την «παράξενη» οικογένεια του (σύζυγο, ερωμένες, συνεργάτες, νόμιμα και παράνομα παιδιά, ανάμεσά τους και τον Εντουάρντο και τον Πεπίνο Ντε Φιλίπο) θα ανατρέψει η κατηγορία του ως λογοκλόπο από τον διάσημο τότε και λατρεμένο ποιητή Ντ’Αντόυντζιο, όταν ο Σκαρπέτα ανέβασε μια παρωδία του έργου του «Η κόρη του Ιόριο».

Πέραν από την εξαιρετική ανάπλαση της Μπελ Εποκ, ο Μαρτόνε κατάφερε να δώσει πειστικά, και με εικαστικά ωραίες εικόνες, τη σχέση του Σκαρπέτα με συμπάθεια, μαζί και χιούμορ, τα διάφορα πρόσωπα γύρω του, από τους συνεργάτες μέχρι τα πολλά μέλη της οικογένειας του, ιδιαίτερα τις γυναίκες του και τα παιδιά του, που τα προετοίμαζε όλα για να ακολουθήσουν την τέχνη του. Με τον Τόνι Σερβίλο να αναπλάθει, με δύναμη και πάθος, τον Σκαρπέτα, σε μια πληθωρική ερμηνεία, με κατάληξη την εξαιρετική σκηνή στο δικαστήριο, που με την δοσμένη με ηθελημένη θεατρικότητα και χιούμορ απολογία του, καταφέρνει να παρασύρει τον κόσμο που έχει γεμίσει την αίθουσα του δικαστηρίου.

Με τη βία ενάντια στις γυναίκες, που αποκάλυψε ο βιασμός και η δολοφονία δυο κοριτσιών, στη Ρώμη το 1975, σκάνδαλο που έγινε γνωστό ως Circeo Massacre, καταπιάνεται η ταινία «Το Καθολικό Σχολείο» του Στέφανο Μορντίνι. Θύτες τρία νέα παιδιά που αφού παρέσυραν τα δυο κορίτσια σε ένα σπίτι κοντά στη θάλασσα τα βίαζαν στη διάρκεια όλης την νύχτας και, θεωρώντας νεκρά, τα εγκατέλειψαν στο πορτμπαγκάζ ενός αυτοκινήτου. Μόνο που το ένα κορίτσι επέζησε, οδηγώντας στη σύλληψη των δραστών και στη συνέχεια την αλλαγή του νόμου περί βιασμού.

Ο Μορντίνι, με βάση το βιβλίο Εντοάρντο Αλμπινάτι, στρέφει την κάμερα του στη ζωή των τριών παιδιών, και των φίλων τους, όλων από καλές, πλούσιες οικογένειες, που μεγάλωναν οικότροφοι σε καθολικό σχολείο, όπου, πλάι στις χριστιανικές αξίες κυριαρχούσε η βία, σε μια περίοδο όπου η νεολαία θεωρούσε ότι είχε μια σχεδόν πλήρη ελευθερία. Παιδιά μεγαλωμένα σε οικογένειες όπου κυριαρχούσε η υποκρισία και το ψέμα και σε ένα σχολείο όπου κυριαρχούσε μια διαστρεβλωμένη αντιμετώπιση του σεξ κι όπου για να πετύχεις έπρεπε να υποδύεσαι ότι ακριβώς θέλουν οι υπόλοιποι.

Μέσα από διάφορα κεφάλαια, χωρίς χρονολογική συνέχεια («πριν έξι μήνες»,  «πριν 130 ώρες», «πριν πέντε μήνες», κλπ.), με συχνά να υπάρχει ο κίνδυνος να μπερδευτεί ο θεατής, και με αφήγηση από έναν παρατηρητή, ο σκηνοθέτης προσπαθεί να αναπαραστήσει τα γεγονότα μέσα από ένα είδος έρευνας, αν και αρκετά από τα επεισόδια δεν ξεφεύγουν από τα συνηθισμένα κλισέ παρόμοιων ιστοριών, ενώ η σκηνοθεσία του δεν ξεπερνά την απλή, χωρίς ιδιαίτερη φαντασία, αφήγηση.

Νίνο Φένεκ Μικελίδης (ΚΥΠΕ/ΝΦΜ/ΜΚ)